Ήξερε πως τα πράγματα δεν ήταν καλά. Το ήξερε εδώ και καιρό. Το έβλεπε στο σκοτεινό του βλέμμα, στις ολοένα και μεγαλύτερες σιωπές του, ήταν απόμακρος και πάντα βυθισμένος σε σκέψεις στις οποίες ήξερε πως αυτή δεν ανήκε, δεν θα μπορούσε ποτέ να ανήκει, ήταν μια ηλίθια γυναίκα, έτσι της είπε.

Είχε ένα μικρό κοσμηματοπωλείο, από τον πατέρα του, σε μια αρκετά κεντρική συνοικία και οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, αυτό της έλεγε στις αρχές, όταν ακόμη τολμούσε να τον ρωτήσει. Αλλά μετά άρχισε να νευριάζει ολοένα και περισσότερο μαζί της όταν επέμενε να μάθει κι άλλες λεπτομέρειες. Ήθελε να τον βοηθήσει μα δεν ήξερε πως.

Ώσπου μια μέρα την χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Ο ήχος ακόμη αντηχούσε στα αυτιά της, το μάγουλο και το μάτι της έκαιγαν ακόμη στις δαχτυλιές που είχε αφήσει πάνω της.

Δεν τον «ξαναενόχλησε».
– Είσαι ηλίθια, είσαι μια ηλίθια γυναίκα!, της είπε, που δεν θα καταλάβει ποτέ όλα όσα πρέπει να κάνω για να έχετε φαγητό στο τραπέζι κάθε μέρα.

Μια άλλη φορά της είχε πει πόσο τυχερή ήταν που είναι γυναίκα και δεν θα χρειαστεί να ανησυχεί ποτέ όπως αυτός για το πως θα πληρωθούν οι λογαριασμοί, το προσωπικό, τα ενοίκια που τρέχουν, οι προμηθευτές, τα έξοδα του σπιτιού.

Όμως αυτή δεν αισθανόταν τυχερή, όχι, κάθε άλλο. Πότε δεν τον αγάπησε, ίσως εκεί στις αρχές όταν τους προξένευαν στο χωριό, ( «είναι από την Θεσσαλονίκη, έχει κοσμηματοπωλείο, θα μπορέσεις να φύγεις από εδώ» της είπαν για να την δελεάσουν, και ποια νέα κοπέλα δεν θα το ήθελε αυτό), ίσως τότε να είχε αισθανθεί κάτι, γιατί ήταν ευγενικός και την έβγαζε έξω στις ταβέρνες, ακόμη και στην Νέα Κρήνη την είχε πάει κάμποσες φορές κι όταν γέννησε το πρώτο τους παιδί της αγόρασε ένα μαργαριταρένιο κολιέ, κι ας ήτανε κορίτσι, η μικρή τους Κοραλία.

Δύο χρόνια αργότερα τον αποζημίωσε με τα δίδυμα, τον Κώστακη και τον Νικολάκη και έναν χρόνο αργότερα έμεινε πάλι έγκυος και του έδωσε και τρίτο αγόρι, τον μικρό Θανάση, που ήταν το όνομα του πατέρα της.

Ποτέ του δεν χάρηκε για αυτά, το ένιωθε, το έβλεπε, ήταν λες και τα αγόρια δεν ήταν δικά του παιδιά, όλος ο κόσμος ήταν η Κοραλία, ούτε και η γυναίκα του είχε πια σημασία για αυτόν. Τα αγόρια έμαθαν να τον φοβούνται, ήταν απότομος μαζί τους, τα χτυπούσε κάποιες φορές όποτε είχε τα νεύρα του, η μάνα προσπαθούσε να τον ηρεμήσει.

Εγώ ήμουν φίλος των αγοριών. Έμεναν στον πάνω όροφο από εμάς και παίζαμε συχνά μαζί, είτε εκεί, τις ώρες που ο πατέρας τους έλειπε στην δουλειά, είτε σε μας. Οι μητέρες μας είχαν γίνει αρκετά καλές φίλες κι έτσι η μάνα μου έμαθε τις λεπτομέρειες που εξιστόρησα παραπάνω.

Όταν έμαθε η μάνα μου πως την είχε χτυπήσει τη γυναίκα του, ήθελε να την πάει κατευθείαν να του υποβάλει μήνυση, η άλλη δεν ήθελε ούτε καν να ακούσει για κάτι τέτοιο, «Που ακούστηκε γυναίκα να κάνει μήνυση στον άντρα της».

Μερικούς μήνες αργότερα μάθαμε πως το μαγαζί του το είχε κλείσει εδώ κι έναν χρόνο. Δεν το είπε ποτέ στην γυναίκα του. Κανείς δεν γνωρίζει που πήγαινε όλες αυτές τις ώρες που έλειπε. Πουλούσε το εμπόρευμα που του είχε απομείνει σε άλλους συναδέρφους του κοψοχρονιά μέχρι που φτάσαμε στα μεγάλα γεγονότα.

Ήταν περίπου 10 το πρωί, ένα ζεστό Σάββατο προς τα τέλη Μαΐου, έτος 1979 είμαι με την Κοραλία, τα δίδυμα και τον Θανάση με τον οποίο είμαστε λίγο καλύτεροι φίλοι επειδή έχουμε την ίδια ηλικία. Παίζουμε και γελάμε με την τηλεόραση να παίζει παιδικά όταν ανοίγει η εξώπορτα τους και μπαίνει μέσα ο πατέρας τους.

Έρχεται η μαμά τους από την κουζίνα παραξενεμένη, – Τι κάνεις σπίτι τόσο νωρίς; τον ρωτάει.
Ήταν ήρεμος χωρίς ίχνος θυμού.
– Ήρθα να πάρω τα παιδιά βόλτα στην θάλασσα! Έχει ωραία μέρα, δεν είχε δουλειά κι αποφάσισα να το κλείσω νωρίς.

Είχαν ένα λυόμενο εξοχικό κάπου στην Νέα Σκιώνη, Χαλκιδικής.

Όλοι χαρήκαμε! Ναιιιι!!! Φωνάξαμε όλοι μαζί.
– Μπαμπά, μπαμπά! Μπορεί να έρθει κι ο φίλος μου; ρώτησε ο Θανάσης για μένα.
– Ναι, σας παρακαλώ κύριε Γ. τον παρακάλεσα κι εγώ, σας υπόσχομαι πως θα είμαστε φρόνιμοι!

Κοντοστάθηκε και το σκέφτηκε για δυο δευτερόλεπτα πριν απαντήσει αρνητικά.
– Όχι, λυπάμαι, ο Χ. θα πρέπει να γυρίσει στο σπίτι του. Θα πάρω μόνο τα αγόρια, είπε.

Στεναχωρέθηκα αλλά πριν καν έχουμε την ευκαιρία να επιμείνουμε τώρα είναι η Κοραλία που παραπονιέται πιο δυνατά από όλους για το πόσο άδικο είναι που θα πάνε μόνο τα αγόρια και θέλει να έρθει κι αυτή κι αυτός επιμένει πως όχι, να ακούς τι σου λέει ο πατέρας σου κι εγώ φεύγω τώρα και χαιρετώ και θυμάμαι ακόμη τον Θανάση να μου δίνει εκείνο το βλέμμα «Φίλε προσπάθησα» κι εγώ «Εντάξει, το ξέρω».

Η μητέρα τους ετοίμασε τα μπανιερά τους, πετσέτες, «άσε τα κουβαδάκια κι όλα αυτά, έχουνε άλλα στο σπίτι» της είπε, η Κοραλία σιγόκλαιγε στη κουζίνα, δεν την χαιρέτησε καν, είπε ένα βιαστικό γεια στην γυναίκα του κι έβαλε τα αγόρια στο αμάξι.

Οδήγησε και σταμάτησε σε ένα βενζινάδικο στο οποίο τον ήξεραν. Έβαλε βενζίνη χωρίς να πληρώσει, ξέχασα το πορτοφόλι μου τους είπε. Δεν πειράζει, στον γυρισμό, υποσχέθηκε.

Πήγε τα αγόρια στην θάλασσα κι έπειτα στο σπίτι όπου τα έβαλε για ύπνο.

Το πρώτο ΜΠΑΜ!, ακούστηκε μισή ώρα αργότερα και οι γείτονες δεν πρόλαβαν καν να τρομάξουν και να απορήσουν, «Τι ήταν αυτό;!» πριν ακουστεί το δεύτερο ΜΠΑΜ!, αμέσως μετά. Τα Δίδυμα έφυγαν από την ζωή πριν καταλάβουν τι έγινε, με τον ίδιο τρόπο που ήρθαν, σχεδόν ταυτόχρονα.

Δεν μπορώ όμως ποτέ να μην κλάψω για τον φίλο μου τον Θανάση, δεν μπορώ ποτέ μου να βρεθώ αρκετά μακριά ώστε να μην ακούω το κλάμα του, το λαχάνιασμα του, να μην μυρίσω τον φόβο και την αγωνία του καθώς τρέχει μέσα στο διπλανό χωράφι να ξεφύγει, να ζήσει, να ζήσ…ΜΠΑΜ! Δεν ξέρω ποια μοίρα με σταμάτησε από το να τρέχω δίπλα του, χέρι με χέρι…

Όλα αυτά τελείωσαν με ένα τέταρτο ΜΠΑΜ! όταν ο παιδοκτόνος γονάτισε κοντά στον άψυχο Θανάση κι έστρεψε την καραμπίνα κάτω από το σαγόνι του.

Εκείνα τα σκάγια έφτασαν κι έβρεξαν καφτά στην γειτονιά μας, στην πολυκατοικία μας, στα σπίτια μας, τραυμάτισαν και σημάδεψαν ανεπανόρθωτα τις ζωές μας. Η τραγική φιγούρα της μάνας, εκείνα τα μάτια της μέσα από τα οποία στέρεψε η ψυχή της μαζί με τα δάκρυα, η Κοραλία, το πλήθος κόσμου που έφυγε μουδιασμένο κι αμήχανο, αμέσως μετά την τριπλή κηδεία των φίλων μου.

Γύρισε στο χωριό της, είπανε. Δεν ξέρω άλλα, ούτε και η Κοραλία έμαθα τι απέγινε. Όσο για μένα, είπανε «Άγιο είχες» αλλά ξέρω πως αυτά είναι απλές ανοησίες, πράγματα που λέμε ο ένας στον άλλο απλά για να ντύνουμε με κενές συλλαβές την σιωπή της τρέλας και του παραλόγου. Όχι. Άγιοι δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν, δεν θα διαλέγαν ποια παιδιά θα ζήσουν και ποια όχι.

Αυτές είναι επιλογές των ανθρώπων.