Έστριψα τσιγάρο κι έπιασα από τον νεροχύτη το σέικερ με τον μισοτελειωμένο ελληνικό που ‘χα φτιαγμένο από το απόγευμα. Ήσυχη βραδιά σήμερα, έχει σηκωθεί νοτιαδάκι και φτάνει η αλμύρα και η βουή μέχρι τις πάνω γειτονιές. Το απολαμβάνω από το ανοιχτό παράθυρο με μια προσμονή στο στομάχι.

Ημιάνεργος, μισό από επιλογή, μισό χωρίς να θέλω. Φράγκα δεν παίζουν πάντως, λίγο ακόμα μέχρι να σωθούνε εντελώς. Λίγο ακόμα μέχρι και να γινωθούν οι ελιές, να ξαναπιάσω τα χωράφια. Μα… μεροκάματα σπουδαγμένος άνθρωπος; Μεροκάματα. Αφού ‘ναι ωραίες οι ελιές. Όχι, δεν είναι ωραίες μονάχα. Τις αγαπώ.

Ημιάνεργος και χωρισμένος. Άλλη μια φορά. Άλλη μια φορά, πάνω που χειμωνιάζει. Δεν βαριέσαι. Δεν μας έπιασε ο Ζορμπάς ο κυκλώνας, μα αντηχεί στο μυαλό μου ο κανονικός Ζορμπάς, του Καζαντζάκη: «Είν’ ωραία η ζωή αφεντικό».

Σε σκέφτομαι που και που. Τέτοιες ώρες που ‘χει ησυχία, μέσα κι έξω. Σε σκέφτομαι, κι ας μην έχουμε γνωριστεί ακόμα. Καμιά φορά σου πιάνω και την κουβέντα, λέω πως ακούς. Λέω πως είσαι κάπου κι ετοιμάζεσαι, κάπου ζεις τις εμπειρίες σου και γιγαντώνεσαι για το μεγάλο συναπάντημα. Το δικό μας. Παρηγοριέμαι έτσι κι εγώ, λέω πως οι αναποδιές με κάνουν άνθρωπο, να σου ‘ρθω έτοιμος κι εγώ.

Τριανταρίζω ρε συ. Τριαντάρης μιας γενιάς που άργησε να μεγαλώσει, θέλαν οι γονέοι μας να τα βρούμε εύκολα. Αμ δε. Ούτε εύκολα τα βρήκαμε, ούτε εφόδια να τα παλέψουμε έχουμε. Μα θα τα βρούμε. Καλύτερα έτσι, τα δύσκολα σε κάνουνε και ζεις. Απλά, να, είναι διπλό το ζόρι. Από την μια να σταθείς στα πόδια σου, από την άλλη να ξετελέψεις άντρας. Δυο πλευρές, ένα νόμισμα, παίξ’ το καλά και έχεις και τα δυο.

Τρίτο τσιγάρο που στρίβω, καπνίζω πολύ τελευταία. Θα τις κόψω και τις κακές συνήθειες, στο λέω, θα σου ‘ρθω εντελώς έτοιμος. Όλα θα τα ‘χω έτοιμα, θα μένει μόνο να έρθεις. Δεν είναι πως τα είδα όλα, ούτε πως μπούχτισα από σχέσεις και γυναίκες. Απλά μου λείπεις. Μου λείπει το ζεστό σου βλέμμα και το φωτεινό χαμόγελο. Μου λείπει το να ξυπνάμε μαζί μόλις έχει ροδίσει η αυγή και να πίνουμε καφεδάκι, θα δεις, βγαίνει ο ήλιος από την θάλασσα. Μου λείπει το να δουλεύουμε μαζί στα χωράφια, πρέπει να δεις τον τόπο άνοιξη σου λέω, να γυρνάμε κουρασμένοι και ευτυχισμένοι και να μυρίζουνε τα γιασεμιά στα σοκάκια. Μου λείπει το να σε φροντίζω και να σε ξεκουράζω, να κάνουμε έρωτα και να γελάς.

Θαρρούνε πως η γυναίκα πρέπει να είναι λουλούδι αιώνιο. Μα πέφτουν έξω. Δέντρο είναι η γυναίκα. Φρόντισμα θέλει, σκάλισμα και πότισμα. Κι εκεί, πάνω στην πλήρη ανθοφορία, να σταθείς αντάξιος να την καρποφορήσεις. Εκεί θα δεις τη δύναμη και το πλήρωμά της. Πετάει ρίζες βαθιές και στεριώνει να αντέξει την μητρότητα, κι έχεις ευθύνη να σηκώσεις μαζί της το βάρος των καρπών. Κι άμα σταθείς αντάξιος, θα στα ανταποδώσει δεκαπλάσια. Στάσου όπως της πρέπει, κι εκεί θα δεις το θαύμα. Θα δεις το στέρεο δεντρί να ανθίζει αιώνια. Γιατί κανένας άντρας δεν άντρεψε μονάχος. Άντρα σε κάνει μια γυναίκα.

Θα με πούνε ρομαντικό ρε συ, και ουτοπικό και φαντασμένο. Μα ίσως φταίει αυτό το γαμημένο ζώδιο και τα κρητικά τα χώματα. Έλα σου λέω, να δεις πως μυρίζουν.
Έλα, θα σε χορέψω σούστα στο Αυγουστιάτικο φεγγάρι και θα μυρίζουνε τα γιασεμιά.

Θα είναι όλα έτοιμα σου λέω. Μόνο λιγάκι υπομονή.

 

Possum

 

Η φωτογραφία προέρχεται από παράσταση της Ομάδας Έκφρασης Κρητικών Χορών Γιάννη και Γιώργου Μεγαλακάκη.

http://www.megalakakis.gr/

Ευχαριστούμε θερμά τον Κύριο Γιάννη Μεγαλακάκη για την παραχώρηση της φωτογραφίας