Ένα δειλινό χρυσονεφωμένο, καθισμένος σε ένα γνωστό βράχο, αναπολώντας τα παιδικά καλοκαίρια και την ανεμελιά με τις βουτιές στην θάλασσα, τα ψαρέματα από τον παλιό φάρο και την ηρεμία της παιδικότητας.

Με τη θάλασσα να σου χαϊδεύει τα πόδια, καθώς κρέμονται στην απεραντοσύνη της. Νιώθοντας τα συναισθήματα της μέσα από την ενέργειά της και διαβάζοντας αυτή τα δικά σου καθώς αδειάζουν έτσι όπως κρεμούν. Σου περνά αναμνήσεις, σε βοηθά να σκεφτείς, να θυμηθείς, να δοκιμαστείς.

Σου μεταδίδει την αγωνία και τον φόβο του πρώτου μπάνιου. Όταν ξαφνικά ξαναβρέθηκες να αιωρείσαι στο νερό μετά από καιρό. Την προσπάθεια να κρατήσεις μακρυά το νερό από τα πνευμόνια σου. Την παιδική λαχτάρα όταν δόλωσες για πρώτη φορά την πετονιά που έφτιαξες μόνος σου, με το φτωχό ζυμάρι και το πρώτο ψάρι που χτυπιόταν στην προβλήτα.

Εικόνες από τους ψαράδες που χάζευες μικρός, όταν μετά το ψάρεμα ξαπόστεναν στην προβλήτα ξυπόλυτοι, λιοκαμένοι με ανεβασμένα τα μπατζάκια και το καπέλο για τον ήλιο. Όλη η ζωή ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, να μπαλώνουν τα απλωμένα για στέγνωμα δίχτυα.

Την πρώτη δύση και την πρώτη ανατολή στά βότσαλα, νιώθοντας την θαλασσινή αύρα με τα μυστικιστικά χάδια της στο πρόσωπό σου. Το ρίγος της δροσιάς της στο γυμνό σώμα σου, τις στάλες του θαλασσινού ιδρώτα να φτάνουν μέχρι τα κόκκαλά σου, καθώς το κύμα κοπιάζει να περπατήσει στη στεριά.
Θάλασσα πλανεύτρα, γαλάζια μάγισσα, κόσμος μυστικός, αόρατος, υγρός, χαρά των λιλιπούτειων πιτσιρικάδων με τις σαμπρέλες και τις μπάλες και των μεγάλων ψαράδων με τα φουσκωμένα σαν κύματα λόγια!

Ταξιδεύοντας με την σχεδία των παιδικών ονείρων, έχοντας για πανί μια ελπίδα που την φουσκώνει η θαλασσινή αύρα, γλυστρώντας πάνω στην απαλή και γαλήνια θάλασσα.

Έχοντας για κουπιά τις παλιές αναμνήσεις και τις επιθυμίες, που με δύναμη σε πηγαίνουν στα μαγευτικά μέρη των ονείρων, πετώντας την άγκυρα στην θάλασσα για να μην φέρει εμπόδιο στο ταξίδι του Οδυσσέα! Και για πλήρωμα εμείς, όλα τα παιδιά της δικιάς μας γειτονιάς, που κυνηγούσαμε τη ζωή, που γυρεύαμε τον αυγερινό μόλις ξεμυτούσε με το λυκόφως!

Και στην παρέα μας οι συμβουλές του γεροτρελού καπετάνιου, που γύρισε τον κόσμο όλο, που αγάπησε, ερωτεύτηκε και ποτέ δεν γύρισε εκεί. Πόνεσε, έκλαψε, για χαμένες αγάπες, αδέρφια, συνταξιδιώτες, που τους αγάπησε η θάλασσα περισσότερο από την ζωή. Έτσι κι εμείς μαγεμένοι από τις ιστορίες του, θέλαμε να πλάσουμε τον δικό μας κόσμο.

Κάτω πάντα από το άγρυπνο και αυστηρό βλέμμα του Κάστρου, γερασμένος επόπτης του χώρου του, που κοιτώντας από ψηλά παρακολουθούσε τα πεπραγμένα, τις ατασθαλίες και τις ζωηράδες της παρέας των μικρών παιδιών, που βάλθηκαν να δαμάσουν τον κόσμο, τη θάλασσα και τον αέρα.

Και τώρα εδώ ξανά, θέλω να καβαλήσω τα κύματα πάλι, να ταξιδέψω μακριά, σ’ άγνωστα μέρη μαγικά, ειπωμένα από τον γεροτρελό καπετάνιο του χωριού. Με οδηγό το αστέρι στην πλάτη ενός δελφινιού, παρέα με μια γοργόνα, τη δικιά μου Στελιάννα.

Μια πρασινομάτα γοργόνα με μεταξένια ουρά και υπέροχα στήθια. Την πλανεύτρα νεράιδα με το γλυκό τραγούδι της, που εκλιπαρώ για το άκουσμα του, χωρίς να κερώσω τ’ αυτιά μου, χωρίς να δεθώ! Είναι η γοργόνα, νεράιδα των νερών, των ευχών, και των χαμένων αστεριών.

Δεν φοβάμαι την θάλασσα πλέον, τη σέβομαι. Δεν φοβάμαι τα ταξίδια, τα αποζητώ. Ξέρω ότι όλα έχουν ένα τίμημα, είτε ζήσεις αυτό που γουστάρεις, είτε αυτό που φοβάσαι. Στο κάτω κάτω ένας χορός είναι η ζωή. Άλλοτε θα σε πατήσει εκείνη, άλλοτε θα την πατήσεις εσύ.

Απλά συνέχισε να χορεύεις.

 

Γιώργος Κύριλλος