1978, Αθήνα
Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται για να αποτυπωθεί η έκφραση της εγκύου Αντωνίας στη φωτογραφία που υπάρχει στο κομοδίνο του σπιτιού της, στο Παλαιό Φάληρο. Ένα ασπρόμαυρο πορτρέτο μιας όμορφης γυναίκας, το πρόσωπο της οποίας κανένας δεν μπορεί να το ερμηνεύσει απόλυτα. Το δικό της πρόσωπο.

Ένα κλικ από το φωτογραφικό φακό και ένα άσπρο φως να αστράφτει, και η Αντωνία, από χαμογελαστή και έτοιμη να αδράξει τη ζωή, ξαφνικά σοβαρεύει.

2018, Παλαιό Φάληρο
Ο Πέτρος και η Ασπασία διέσχισαν τον κήπο με τα αγριολούλουδα και μπήκαν στο παλιό αρχοντικό. Ήταν ένα σπίτι που είχε ξεμείνει, σαν κάστρο που αντιστέκεται στο χρόνο και τις ριπές του. Βέβαια, το συγκεκριμένο κτίσμα είχε τις φθορές του: ρωγμές, ιστούς αραχνών, μυρωδιά κλεισούρας. Άσπρη σκόνη παντού, λες και κάποιος άδειασε άπειρα κοντέινερ με κοκαΐνη. Τα έπιπλα δεν θα τα άγγιζε κανένας λογικός άνθρωπος, σκέφτηκαν οι δύο νέοι, βλέποντας ξεχειλωμένα δερμάτινα καθίσματα, κλινοσκεπάσματα που ένας θεός ξέρει τι μαμούνια έκρυβαν. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, ξεχασμένα πιάτα με υπολείμματα φαγητού. Έκανε κρύο μέσα στο σπίτι, ενώ έξω το φθινόπωρο δεν φαινόταν πρόθυμο να ρίξει σημαντικά τη θερμοκρασία –είχε δεκαοχτώ βαθμούς, αλλά μέσα στο σπίτι είχε το πολύ δέκα.

Το έψαξαν όλο. Ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο. Δωμάτια, σαλόνι, μπάνια, κουζίνα, μπαλκόνια. Υπέθεσαν πως κάποτε θα ήταν ένα μέρος όπου έσφυζε από ζωή. Ίσως πολλά παιδιά θα έτρεχαν εδώ μέσα, με γκουβερνάντες να τα νταντεύουν, ίσως και καθηγητές να προσπαθούν να τα διδάξουν. Η μητέρα θα έπινε τσάι με φίλες και ο πατέρας θα ήταν εργοστασιάρχης ή κάτι τέτοιο. Υπηρέτες να καθαρίζουν και να μαγειρεύουν και να φροντίζουν τον κήπο. Ένα μεγάλο αμάξι παρκαρισμένο απέξω, με τον σοφέρ και το καπελάκι του να περιμένουν τον «κύριο» ή και την «κυρία» με τα παιδιά.

Τώρα, πάντως, δεν ήταν τίποτα περισσότερο παρά ένα ακόμα παλιό σπίτι του Πειραιά. Είχαν μείνει μπόλικα και κανένας δεν φαινόταν πρόθυμος να τα κατεδαφίσει ή να τα εκμεταλλευτεί κατάλληλα.

«Αυτό το μέρος με ανατριχιάζει», είπε η Ασπασία και έτριψε το δεξί της χέρι. Ήταν μια κοντακιανή κοπέλα, ένα και εξήντα με τακούνια. Είχε μακριά βαμμένα ξανθά μαλλιά και πρασινωπά μάτια. Φορούσε μαύρο κολάν, μπλούζα και ζακέτα, με τα μποτάκια της να σηκώνουν σκόνη όταν περπατούσε εδώ μέσα. Αναρωτήθηκε γιατί δέχτηκε να ακολουθήσει τον Πέτρο σε τούτο το μέρος, τη στιγμή που η ίδια δεν έβλεπε ταινίες τρόμου ούτε για πλάκα.

«Είναι λίγο τρομακτικό, ναι». Ο Πέτρος δεν θα διαφωνούσε. Αλλά αυτή ήταν η ουσία, γι’ αυτό την είχε φέρει εδώ, στο κάτω-κάτω. Οι φίλοι στη δουλειά τον κορόιδευαν πως ούτε θα την έριχνε και, το βασικότερο, δεν θα έπειθε ποτέ ένα άτομο σαν την Ασπασία να μπει σε ένα τέτοιο σπίτι. Κι όμως, και σχέση είχαν και την έφερε στο παλιό αρχοντικό, που από παιδί θυμόταν να το αποκαλούν στοιχειωμένο.
«Λίγο; Δεν είσαι με τα καλά σου».
Την είδε που απομακρύνθηκε προς ένα κομοδίνο με μια φωτογραφία. Από τη στιγμή που μπήκαν στο σπίτι, ο Πέτρος ήταν σε υπερένταση. Αλλά σε πολύ ευχάριστη υπερένταση. Δεν έβλεπε την ώρα να το κάνουν εδώ μέσα. Πίστευε πως θα τον έφτιαχνε το κλίμα, αλλά αυτό ξεπερνούσε τις προσδοκίες του. Είχε πάρει μαζί του ένα σακίδιο, με δύο κουβέρτες, τσιγάρα, ουίσκι και προφυλακτικά.
Βρίσκονταν στο ισόγειο. Στο μεγάλο σαλόνι, με τα πορτρέτα άγνωστων ανθρώπων και κάτι πίνακες με θαλασσινά τοπία. Εδώ θα γινόταν η δουλειά, αποφάσισε. Στο πάτωμα.
Άφησε κάτω το σακίδιο και πλησίασε την Ασπασία. Την έπιασε από τη μέση με το ένα χέρι, τη στιγμή που με το άλλο παραμέριζε τα μαλλιά της, γυμνώνοντας το σβέρκο της. Τη φίλησε απαλά.
«Δεν ξέρω για σένα», της είπε, «αλλά εγώ έχω φτιαχτεί για τα καλά».
«Τι; Εδώ;»
«Αχά».
«Κοίτα αυτή τη φωτογραφία».
Ο Πέτρος έριξε μια ματιά, αλλά συνέχισε τη δουλειά του. Τώρα πιπίλισε το λοβό του δεξιού αυτιού της Ασπασίας, ενώ χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό από την άλλη μεριά και κόλλησε και το σώμα του στο δικό της.
«Έλα, όχι τώρα, ρε Πέτρο…»
«Μα είναι τέλεια…»
«Αυτή η γυναίκα…» είπε η Ασπασία, αλλά με δυσκολία. Ήξεραν και οι δύο πόσο φτιαχνόταν με αυτά τα προκαταρκτικά. «Μοιάζει… κάπως…»
Ο Πέτρος πήρε το πρόσωπό της και τη γύρισε προς το μέρος του και τη φίλησε στο στόμα, και εκείνη του ανταπέδωσε. Τα χέρια τους εξερεύνησαν τα ρούχα, αποφασίζοντας τι θα φύγει πρώτο και τι θα ακολουθήσει.
«Πώς θα το κάνουμε εδώ;» τον ρώτησε. «Είναι… βρόμικα».
«Έχω φέρει τα σύνεργα, μη φοβάσαι».
Δεν είπαν τίποτα άλλο. Ο Πέτρος έβγαλε και άπλωσε την κουβέρτα και ξάπλωσαν πάνω της. Η Ασπασία έβγαζε ήδη τη ζακέτα και τη μπλούζα της και εκείνος το πουκάμισό του και μετά τη φανέλα του. Αρπάχτηκαν και εκείνος έβγαλε το σουτιέν της και εκείνη ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Μετά έβγαλαν τα παπούτσια τους. Μετά η Ασπασία ξάπλωσε κάτω τον Πέτρο και ήρθε από πάνω του. Χάιδεψε την κοιλιά του, ώσπου έφτασε στο εσώρουχό του. Χαμογέλασε. Χαμογέλασε κι αυτός.
Σε δευτερόλεπτα ήταν τελείως γυμνοί.

1978, Αθήνα
Το φως χρειάζεται μια στιγμή μόνο για να ανάψει και να σβήσει. Αλλά για την Αντωνία ο χρόνος επιμηκύνεται, το φως παραμένει και της αποκαλύπτει ένα άδειο σκοτεινό δωμάτιο. Αναγνωρίζει αμέσως το ισόγειο του σπιτιού της. Την εξώπορτα, την τραπεζαρία, τους καναπέδες. Τα πορτρέτα.
Αυτό που δεν αναγνωρίζει είναι τα δύο άτομα στο πάτωμα. Ξέρει τι κάνουν, παρά το ότι δεν ακούει και η ίδια με τον σύζυγό της δεν έχουν κάνει ποτέ έρωτα με αυτό τον τρόπο. Δεν βλέπει παρά την πλάτη της γυναίκας που έχει καθίσει πάνω στον άντρα.
Η έκφραση της Αντωνίας αλλάζει σταδιακά.
Είναι έτοιμη να φωνάξει, όταν το φως αποκαλύπτει μια κινούμενη σκιά που πλησιάζει από κάπου δεξιά. Από την κουζίνα, μάλλον.

2018, Παλαιό Φάληρο
Ο Πέτρος έσφιξε στις γροθιές του τα στήθη της Ασπασίας. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει, όπως και το πέος του. Η Ασπασία έπιασε τα χέρια του και υποβοηθούσε τις κυκλικές κινήσεις τους. Βρίσκονταν και οι δύο κοντά στην κορύφωση.
Όταν κατάλαβαν ότι ήταν κι άλλος στο δωμάτιο, ήταν αργά.

1978, Αθήνα
Η Αντωνία δεν είναι σίγουρη για το αν θέλει να γίνει αυτό που υποπτεύεται ότι θα γίνει, αλλά ξέρει ότι δεν της αρέσει που δύο άτομα παραβιάζουν με αυτό τον τρόπο το σπίτι της.

2018, Παλαιό Φάληρο
Ήταν έτοιμος να πετάξει από πάνω του την Ασπασία, αλλά δεν πρόλαβε. Ο τύπος που είχε εμφανιστεί από το πουθενά την άδραξε από τον αριστερό ώμο. Ακούστηκε ένα αηδιαστικό κρακ και η αιχμή ενός μαχαιριού ξεπρόβαλλε από το λαιμό της Ασπασίας. Αίματα τινάχτηκαν στο σώμα του Πέτρου, ενώ η κοπέλα του έτρεμε από πόνο και έλλειψη οξυγόνου.
Ο Πέτρος έκανε να σηκωθεί, αλλά ο άντρας τον κλότσησε στα πλευρά. Έπειτα γονάτισε και έπιασε τον Πέτρο από το λαιμό. Μια έκφραση οργής είχε στο αξύριστο πρόσωπό του και στα θολά του μάτια.
Το μαχαίρι αυτή τη φορά μπήχτηκε στο στέρνο του Πέτρου και έμεινε εκεί.

1978, Αθήνα
Η Αντωνία βλέπει τον άντρα να σηκώνεται και να κοιτάζει προς το μέρος της.

2018, Παλαιό Φάληρο
Ο μοναδικός γιος που απέκτησε ποτέ η Αντωνία και ο άντρας της ανταπέδωσε τη ματιά στη μητέρα του.

1978, Αθήνα
Η Αντωνία τον αναγνωρίζει, βλέπει τον εαυτό της και τα όμορφα μάτια του άντρα της σε αυτό το παλικάρι.
Αν και έχει δει τι έκανε σε αυτούς τους δύο, η έκφρασή της παραμένει κάπου ανάμεσα στο χαμόγελο και την ενοχή.
Το φως του φακού σβήνει τελικά και η φωτογραφία θα είναι έτοιμη σε λίγο καιρό, για να κοσμεί την είσοδο του σπιτιού.