Τρεις το μεσημέρι.
-Δεσποινίς, σας παίρνουμε να σας ενημερώσουμε, πως το συμβόλαιο σας για το σταθερό σας τηλέφωνο και ίντερνετ λήγει σε τρεις εβδομάδες. Η ανανέωση είναι ετήσια και μπορούμε να την πραγματοποιήσουμε άμεσα, δίνοντας μας μόνο τα προσωπικά σας στοιχεία και τη διεύθυνση.
Στο άκουσμα αυτού του αυστηρά προγεγραμμένου κειμένου, δεν ένιωσα την συνηθισμένη ενόχληση που αισθάνεται κάποιος που τον παίρνουν διαφημιστικές εταιρίες στις 3 το καταμεσήμερο να τον ενημερώσουν για μια προσφορά που δεν τους ενδιαφέρει. Η ενόχληση ήταν πολύ, πολύ πιο βαθιά.
-Ξέρετε… δεν είμαι ακόμα σίγουρη αν θα ανανεώσω τη γραμμή.
-Καλώς. Πότε θα το γνωρίζετε έτσι ώστε να σας ξανατηλεφωνήσουμε;
-Πότε λήγει η σύνδεση;
-22 Αυγούστου.

Κοίταξα το ημερολόγιο πίσω μου. 22 Ιουνίου.

Σήμερα, 22 Ιουνίου, συμπληρώνεται μια εβδομάδα πριν το τέλος της εξεταστικής του Ιουνίου του 6ου έτους σπουδών. Τα μαθήματα οριακά αγγίζουν το διψήφιο πλέον. Ωστόσο οι καθυστερήσεις καθηγητών να βγάλουν τις βαθμολογίες στα πέντε μαθήματα που έχω ήδη δώσει, τα τρία ακόμα μαθήματα που εκκρεμούν για να τελειώσει αυτή η εξεταστική και οι πετσέτες που είναι ριγμένες και κουλουριασμένες στο πάτωμα, με ίχνη από δάκρυα και σάλια από την κρίση πανικού χτες το βράδυ, μόνο ένα πράγμα μαρτυρούν: ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ!
Τον Σεπτέμβρη θα είναι η τελευταία μου εξεταστική.
-Είστε εδώ; Η επίμονη τηλεφωνήτρια με ξαναρωτάει.
-Ναι, εδώ είμαι.
-Λοιπόν; Ανανεώνουμε για ένα χρόνο τη συνδρομή σας;

Ένα χρόνο. Ένα χρόνο. Ένα χρόνο…
Οι παλμοί μου ανεβαίνουν. Η αναπνοή μου δυσκολεύει. Καινούρια κρίση πανικού. Και ξεσπάω.

Σε ένα χρόνο ξέρεις τι θέλω, κυρία τηλεφωνήτρια; Θέλω να έχω πάρει πτυχίο και να έχω απομακρυνθεί χιλιόμετρα από αυτή τη ρημαδιασμένη κωλοσχολή, που μου έχει ρουφήξει όλη τη δημιουργικότητα. Θέλω να έχει τελειώσει πια αυτό το βασανιστικό αντίστροφο μέτρημα, αυτή η οριακά σαδιστική ερώτηση, «Μα καλά, 6ο έτος έφτασες, πότε θα τελειώσεις πια; Αν διάβαζες, θα ήταν παιχνιδάκι». Από γνωστούς και συγγενείς που δεν σπούδασαν ποτέ τους, που η πρώτη τους κουβέντα την τελευταία φορά που σε είδαν ήταν «Πήρες κιλά;». Τα κιλά που μασκάρεψαν την κατάθλιψη που πέρασες πάνω από τα βιβλία σου.
Από την τραγική φιλόλογο που είχες στο φροντιστήριο, που σε είδε το Πάσχα στην πόλη σου και είπε επικριτικά, «Μα καλά, ΑΚΟΜΑ δεν τελείωσες;».
Θέλω σε ένα χρόνο από τώρα να φωνάξω:
«Τελείωσα. Τελείωσα πια!».

Τελείωσα με τις εργασίες, τα εργαστήρια, τα 12ωρα πάνω από τους δοκιμαστικούς σωλήνες, πάνω από προβλήματα που δεν λύνονταν, τελείωσα με κρίσεις πανικού, με κλάματα, με το να με μειώνουν οι 19χρονοι γιάπηδες συμφοιτητές, που πριν καν ξυρίσουν για δεύτερη φορά τα γένια τους κρίνανε τους άλλους με βάση ποιον θα μπορούν να έχουν στο μέλλον για υπάλληλο τους. Τελείωσα με όλο αυτό το μικροαστικό πανεπιστήμιο, που κατάφερε να με πείσει πως ένα δίπλωμα μηχανικού με βαθμό κάτω από 8,5 δεν θα με έβαζε ούτε σε σουβλατζίδικο και πως αν φτάσω στο 6ο έτος και ακόμα δεν έχω περάσει ένα από τα «σοβαρά» μαθήματα, καλύτερα να τα παρατήσω και να κοιτάξω να αναζητήσω αλλού μια ζωούλα.
Αλλά αυτό κυρία τηλεφωνήτρια, προϋποθέτει να περάσω τα χρωστούμενα μαθήματα. Άμα περάσω τα μαθήματα, κυρία τηλεφωνήτρια, θα μπορώ επιτέλους να μπω στη δραματική σχολή που ονειρεύομαι από 17 χρονών. Θα μπορέσω να κλείσω στόματα σε όλους όσους λέγανε, «τόσο έξυπνο κορίτσι, που πέρασε πολυτεχνεία, να πάει να γίνει ΗΘΟΠΟΙΟΣ;». Γιατί θα έχω γίνει πλέον και τα δύο. Ο κόσμος θα το χρεώσει στους κύκλους και στους φίλους.
«Έμπλεξε με θεατρίνους, της φουσκώσαν τα μυαλά και τώρα φαντάζεται πως θα παίζει σε καμιά Επίδαυρο μεθαύριο, τρομάρα της. Αν, αν με είχε ακούσει και είχε μπει στο ρητορικό σύλλογο, τώρα με δικηγόρους θα έκανε παρέα, αλλά πουυυυ μυαλό…».

Κυρία τηλεφωνήτρια, ξέρετε τι σημαίνει να μιλάς σε τοίχο; Έτσι κι εγώ νιώθω κάθε φορά που μιλάω στους γονείς μου για το θέμα της δραματικής. Γιατί όσο προσφέρονταν να μου δώσουν λεφτά για να πάω στις Αμερικές και τις Ευρώπες να κάνω διδακτορικό, τόσο όταν τους ανέφερα ότι έχω βρει δουλειά, συγκάτοικο και σπίτι για να στηρίξω μόνη μου τον εαυτό μου για να βγάλω τη δραματική, τους έδειξα τον κουμπαρά μου με τα δίδακτρα και των τριών ετών στο τραπέζι, που τα μάζευα από τα 18 μου, βρόντηξε ο τόπος!
«Και θα απαρνηθείς την οικογένεια σου, θα παρατήσεις της σχολή σου, για να πας να κάνεις το ΧΟΜΠΙ σου; Αυτά αφού βγάλεις μισθό!!!».
Εις μάτην να προσπαθώ να ακουστώ στην φωνή του Δία, ότι η σχολή τελειώνει και δεν την παρατάω με ένα μάθημα για το πτυχίο, το οποίο το έχω ήδη περάσει, αλλά δεν σας το λέω ακόμα. Δε σας απαρνιέμαι, αλλά αν δεν με στηρίξετε θα το κάνω μόνη μου. Γιατί αυτό το θέλω όσο δεν έχω θελήσει τίποτα άλλο, ποτέ.

Για αυτό κυρία τηλεφωνήτρια, δεν ξέρω αν θα ανανεώσω για έναν χρόνο την γραμμή. Γιατί αν όλα πάνε καλά και αποδώσει το διάβασμα που έχω ρίξει, το Σεπτέμβρη δεν θα έχω πλέον αυτή την γραμμή σταθερού. Θα έχω μια άλλη, μαζί με συγκατοίκους και συμφοιτητές μου στη δραματική. Θα έχω κορνιζαρισμένο το δίπλωμα του πολυτεχνείου. Θα έχω τον κουμπαρά με τα λεφτά που μάζευα και δίπλα του μια φωτογραφία με τους γονείς μου, που δεν με απαρνήθηκαν. Ούτε αποφάσισαν να μου γυρίσουν την πλάτη γιατί τα όνειρα τους να γίνω στα 25 μου μια περήφανη μηχανικός που συναναστρέφεται μηχανικούς και έχει και γκόμενο μηχανικό, δεν ευοδώθηκαν. Ίσως γιατί δεν ήταν για μένα όλο αυτό.

Γιατί κυρία τηλεφωνήτρια, τα όνειρα μας δεν τα κυνηγάμε απλά. Είναι ένα παιχνίδι κρυφτού. Πρώτα αυτά μας χτυπάνε στην πλάτη και μετά είναι η σειρά μας. Το αν θα τρέξουμε εμείς μετά να τα βρούμε, είναι στο χέρι μας.

Απαλά, έκλεισα το τηλέφωνο και η κυρία τηλεφωνήτρια στην άκρη της γραμμής έμεινε να ακούει έναν βόμβο. Έπιασα τα μαλλιά μου στον συνηθισμένο κότσο που κάνω όταν διαβάζω κι έδιωξα την ιδρωμένη τούφα από το μέτωπο. Η πετσέτα αυτή τη φορά δεν θα χρειαζόταν για να πνίξει μια κραυγή, μόνο για να σκουπίσει το ιδρωμένο πρόσωπο. Μείον ένα μάθημα, μείον ένα εμπόδιο. Πάμε.

 

Harley