Έριξε το μπουρνούζι στο πάτωμα. Με ήρεμες κινήσεις έβαλε γαλάκτωμα στο κορμί της. Το πρόσωπό της γαλήνιο στο απαλό φως του δωματίου. Χάιδεψε τα καινούργια εσώρουχα πριν τα φορέσει. Έντυσε τα καλλίγραμμα πόδια της με τις αραχνοΰφαντες κάλτσες και τα βύθισε στις ψηλοτάκουνες γόβες. Το φόρεμα αγκάλιασε το καλοφτιαγμένο σώμα της. Ολοκλήρωσε το μακιγιάζ, έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, πήρε το βαλιτσάκι που την περίμενε πίσω από την πόρτα και βγήκε στην βραδινή ψύχρα.

Έφτασε στο ξενοδοχείο αρκετά νωρίτερα. Άναψε το τσιγάρο της κι έριξε ένα χαμόγελο στο φεγγάρι που έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα. Η ζεστή ανάσα της άρχισε να θολώνει τα τζάμια του αυτοκινήτου. Οι φιγούρες περνούσαν παραμορφωμένες από τις σταγόνες της υγρασίας. Πήρε το βαλιτσάκι, έσβησε το τσιγάρο και ανέβηκε τα σκαλιά. Προχώρησε στο μπαρ, χαμογέλασε στον μπάρμαν κι εκείνος της έφερε το “γνωστό”. Βότκα, με έναν πάγο και μια φέτα λεμόνι, σε χαμηλό ποτήρι. Κούνησε το ποτήρι της για να ακούσει τον πάγο να τραγουδάει πάνω στο γυαλί. Ο καπνός του τσιγάρου της έφτιαχνε κύκλους και χάθηκε μέσα τους. Escort, call girl, πόρνη πολυτελείας, ακριβή πουτάνα. Αυτό ήταν, όπως κι αν την έλεγες. Σοβαρή επαγγελματίας με όνομα στην αγορά. Ειδικότητά της, ο πόνος του άλλου. Ερχόντουσαν ακόμα και από το εξωτερικό για χάρη της. Κανείς δεν είχε δει το πρόσωπό της, μόνο το καλοφτιαγμένο της κορμί έβλεπαν, και βίωναν την δύναμη των χεριών της. Ναι, είχε βαρύ χέρι και ήξερε να το χρησιμοποιεί.

Δεν είχε όνειρο να γίνει πουτάνα. Δασκάλα ήθελε ή κτηνίατρος ή ποδοσφαιριστής ή σκουπιδιάρης. Αλλά είχε και ανήσυχη εφηβεία. Από νωρίς τα αντρικά χάδια τής έβαζαν φωτιά. Όχι τα αγορίστικα, τα αντρικά. Αυτά που ήξεραν. Δεν άργησε να πέσει σε εκείνον που ήθελε όλο και περισσότερα. Και με περισσότερους κι εκείνος να βλέπει. Χατήρι δεν του χάλαγε γιατί ερχόταν μετά το άγγιγμά του και έμοιαζαν όλα να αξίζουν. Μέχρι που κάποιος της είπε την αλήθεια. Εκείνος, πληρωνόταν. Όχι φίλε! Είπαμε, βάζεις φωτιά στο μέσα μου, αλλά αυτό δεν θα περάσει έτσι. Ένα βράδυ τον έδεσε στο κρεβάτι. Εκείνος ερεθίστηκε πολύ. Άρχισε να τον χτυπάει απαλά με την ζώνη του. Κι ύστερα πιο δυνατά. Και πιο άγρια. Όλο και πιο άγρια. Στην αρχή του άρεσε πολύ. Στην συνέχεια της έλεγε να σταματήσει. Δεν του έδωσε σημασία. Δεν της είπε την λέξη κλειδί. Τον σάπισε στο ξύλο και τον άφησε εκεί, δεμένο. Πήρε την κατάσταση στα χέρια της. Έγινε γρήγορα γνωστή ως η “Τιμωρός”. Δούλευε τρεις μέρες την εβδομάδα και τις υπόλοιπες ζούσε.

Αποψε ήταν η τελευταία φορά και ήταν κερασμένο. Ο Πελάτης δεν ήξερε γιατί, αλλά δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Ήπιε την βότκα, έσβησε ήρεμα το τσιγάρο της, έκλεισε το μάτι στον μπάρμαν και μπήκε στο ασανσέρ. 8ος όροφος, σουίτα με θέα στην θάλασσα. Τα διπλανά δωμάτια, άδεια. Έξω από την πόρτα έβαλε την μάσκα και την περούκα της. Πήρε μια βαθειά ανάσα και μπήκε. Όλα ήταν κανονισμένα στην εντέλεια.

«Καλησπέρα. Σβήσε τα φώτα και άναψε μόνο το μικρό δίπλα σου.»
«Όπως θέλεις.»
«Μάλιστα, θα λες! Τα μάτια κάτω! Σκουλήκι!»
«Μάλιστα…»

Του πέταξε τέσσερα ζευγάρια χειροπέδες πάνω στο κρεβάτι.

«Γδύσου και δέσε τα πόδια και το δεξί σου χέρι στο κρεβάτι. Τσακίσου!»
Με νευρικές κινήσεις ακολούθησε τις εντολές της. Η ανάσα του ήταν γρήγορη. Και η στύση του, παρ´ όλη την ηλικία του. Είχε περάσει τα 65, αλλά δεν του φαινόταν. Έμεινε με το βλέμμα χαμηλωμένο και το αριστερό χέρι ελεύθερο. Η ανυπομονησία του φαινόταν στο κορμί του που ανατρίχιαζε καθώς περνούσε δίπλα του ανεμίζοντας το δερμάτινο μαστίγιο.
«Πως σε λενε;»
«Χρήστο…»
«Είσαι τελείως ηλίθιος; Σκουλήκι σε λένε!»

Το μαστίγιο σκίζει τον αέρα και προσγειώνεται με δύναμη στην κοιλιά του. Βγάζει μια κραυγή και προσπαθεί να διπλωθεί από τον πόνο. Οι χειροπέδες δεν του επιτρέπουν να κουνηθεί. Πιάνει το πονεμένο σημείο με το ελεύθερο χέρι. Το μαστίγιο αφήνει πάνω του ένα κατακόκκινο σημάδι. Ένα σαφές μήνυμα.
«Λοιπόν Σκουλήκι, είσαι παντρεμένος; Έχεις παιδιά;»
«Χωρισμένος με δυο παιδιά. Έναν γιο και μια κόρη.»
«Ξέρουν τα παιδιά σου που είσαι τώρα και τι κάνεις;»
«Όχι βέβαια!»
«Μη μου υψώνεις την φωνή!»
Το μαστίγιο, αγκαλιάζει με δύναμη τα πόδια του ξανά και ξανά.
«Εντάξει… κατάλαβα…»
«Δεν το νομίζω, αλλά θα δούμε.»
Του πετάει στο κρεβάτι μερικές φωτογραφίες νεαρών γυναικών.
«Ποια από όλες είναι η κόρη σου;»
«Ε; Ποια είσαι; Τι θέλεις από μένα;»
«Δεν θυμάμαι να σου έδωσα άδεια για ερωτήσεις. Λέγε Σκουλήκι!»

Πιάνει τις φωτογραφίες και τις κοιτάζει όσο πιο κοντά στο φως μπορεί. Ξεχωρίζει μία.
«Αυτή… αυτή είναι η κόρη μου…»
«Σπουδαίος πατέρας. Δεν αναγνωρίζεις το παιδί σου.»

Το μαστίγιο αφήνει το επόμενο σημάδι πάνω στο πρόσωπό του. Σφαδάζει από τον πόνο. Τα μάτια του τρέχουν. Αρχίζει να φωνάζει.
«Είσαι τελείως τρελή! Σταμάτα αμέσως! Θα φωνάξω βοήθεια. Θα σε βάλω φυλακή!»
«Ανόητο ανθρωπάκι. Δεν θα σε ακούσει κανείς. Για να σταματήσω πρέπει να πεις την λέξη κλειδί. Φυλακή δεν θα πάω, γιατί εσύ με κάλεσες εδώ. Άσε που οι φωτογραφίες σου στο χάλι που έχεις, θα κάνουν πάταγο! Σου δίνω άλλη μία ευκαιρία.»
Κρύος ιδρώτας τον λούζει καθώς κοιτάει και πάλι τις φωτογραφίες. Με τρεμάμενο χέρι πιάνει μία και της την δίνει.
«Μα, θα περάσουμε τέλεια! 5 φωτογραφίες και ούτε από τύχη δεν βρήκες την σωστή!»
Απανωτά χτυπήματα ματώνουν το γυμνό κορμί του. Φωνάζει, εκλιπαρεί, βρίζει, απειλεί. Τίποτα. Τον πλησιάζει και με το τέταρτο ζευγάρι χειροπέδες, δένει το αριστερό του χέρι με το μαραμένο πέος του.

«Τώρα θα κάτσεις ήσυχα και θα με ακούσεις. Η παραμικρή κίνηση μπορεί να σε οδηγήσει σε φριχτό ατύχημα. Στο χέρι σου είναι. Πάμε τώρα να σκαλίσουμε μνήμες. Θυμάσαι όταν η κόρη σου ήταν μικρή που η μεγάλη σου ανησυχία ήταν μην γίνει πουτάνα; Θυμάσαι που πριν λίγα χρόνια, ήθελες να την γνωρίσεις στον Τζον από το Σουδαν; Την είχες πάρει και τηλέφωνο για να μιλήσει μαζί του. Ήταν πλούσιος, είχε πολλές καμήλες και την ερωτεύτηκε από μια φωτογραφία που είχες μαζί σου. Την μοναδική φωτογραφία της που είχες πάνω σου, τότε που ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων. Θυμάμαι που ποτέ δεν της χαράμισες ένα χάδι, μια αγκαλιά, λίγη τρυφερότητα; Θυμάσαι πώς αυτό το κοριτσάκι κρεμόταν από τα χείλη σου κι εσύ δεν είχες ούτε μια γλυκιά κουβέντα για εκείνο; Θυμάσαι που το μόνο που ήξερες να κάνεις ήταν να φωνάζεις και να απειλείς; Που προσπαθούσες να την κάνεις σωστή γυναίκα μέσα από τον φόβο… Λοιπόν, μάντεψε! Η κόρη έψαξε αλλού για τρυφερότητα και αποδοχή. Δεν σε φοβήθηκε ποτέ. Και ναι, έγινε ότι δεν ήθελες. ΠΟΥΤΑΝΑ! Δεν πουλήθηκε σε αυτόν που ήθελες. Πουλιέται όπως εκείνη ορίζει.»

Βγάζει την μάσκα και την περούκα. Τον κοιτάει ψυχρά στα μάτια. Σηκώνει το μαστίγιο.
«ΜΗ! Σε παρακαλώ σταμάτα… δεν αντέχω άλλο…»
«Κι εγώ δεν άντεχα, αλλά τα κατάφερα. Σειρά σου.»
«Μην το κάνεις αυτό. Πατέρας σου είμαι…»
«Σσσσς… θα σου πω ένα μυστικό. Δεν είσαι πατέρας μου. Είσαι απλώς ο σπερματοδότης που γονιμοποίησε την μάνα μου. Ένα τίποτα είσαι. Μάθε κι αυτό. Η λέξη κλειδί είναι, ΣΥΓΓΝΩΜΗ!».

Το μαστίγιο έσκισε για τελευταία φορά τον αέρα. Έριξε μια μάτια στο ακίνητο κορμί, μάζεψε τις φωτογραφίες και το βαλιτσάκι της και πήγε στο διπλανό δωμάτιο. Έμεινε ώρα κάτω από το ζεστό νερό στο ντους. Μουρμούριζε έναν σκοπό. “Μια πόλη μαγική, πεθαίνει ζει, κι αλλάζει μαγεμένη…”. Τυλίχτηκε στο απαλό μπουρνούζι, μάζεψε τα ρούχα και τα αξεσουάρ της δουλειάς σε μια τσάντα και άνοιξε το βαλιτσάκι της. Ένα τζιν παντελόνι, ένα χρωματιστό φούτερ, μποτάκια κι ένα φούξια πανωφόρι. Ντύθηκε, μάζεψε τα μαλλιά της σε μια ανάλαφρη αλογοουρά και κατέβηκε στην είσοδο. Πήγε στο μπαρ και έδωσε στον μπάρμαν την τσάντα και έναν φάκελο με χαρτονομίσματα.
«Όπως είπαμε.»
«Ναι καλή μου. Όπως είπαμε.»

Βγήκε στον κρύο αέρα. Σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό, άνοιξε τα χέρια και χαμογέλασε στις μικρές νιφάδες χιονιού που ακουμπούσαν το πρόσωπό της. Πέταξε στο πίσω κάθισμα το άδειο βαλιτσάκι, έβαλε το κλειδί στην μηχανή και πήρε το κινητό στα χέρια της.
«Έλα αγάπη μου. Έρχομαι να σε πάρω. Μην ξεχάσεις τα διαβατήρια.».