Κοιμόταν δίπλα της γυρισμένος ανάσκελα με το στόμα μισάνοιχτο. Ένα ελαφρύ ροχαλητό είχε αρχίσει να ακούγεται. Ήξερε καλά πως σε λίγο θα δυνάμωνε και ένα κρεσέντο θα τον έκανε να ενοχληθεί κι ο ίδιος. Θα γύριζε στο πλάι, μαζεύοντας ελαφρά τα πόδια του προς το στήθος και θα συνέχιζε να κοιμάται ήσυχος σαν μωρό. Λίγο αργότερα, θα βρισκόταν μπρούμυτα, λυγίζοντας τα γόνατα, με τις πατούσες να κοιτάνε το ταβάνι. Προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια της για να μην τον ξυπνήσει. Δεν ήθελε να του χαλάσει τον ύπνο και να χάσει το επόμενο στάδιο. Ξανά ανάσκελα και σταυροπόδι! Κάθε βράδυ η ίδια παράσταση. Κάθε βράδυ την έπαιρνε ο ύπνος με ένα χαμόγελο.

Όταν γνωρίστηκαν ούτε που θα της περνούσε από το μυαλό. Είχε κάτι που την εκνεύριζε απίστευτα. Απλά, δεν τον άντεχε. Μέσα της τον είχε καταγράψει στους μη αποδεκτούς. Ψέμα. Τον είχε κατατάξει στους μαλάκες. Την επόμενη φορά που τον είδε τυχαία, βρέθηκαν να περνάνε ένα ευχάριστο απόγευμα μαζί. Μίλησαν, γέλασαν και ο χρόνος κύλησε σαν νερό. Συνέχισαν να μιλάνε με μηνύματα ή στο τηλέφωνο με τις ώρες. Κάπως έτσι γεννήθηκε η φιλία τους. Εκείνος ήταν μόνος. Πάλευε να βγει από μια πολύ σκοτεινή περίοδο της ζωής του. Εκείνη ήταν σε μια σχέση καταδικασμένη, σε μια επίσης πολύ σκοτεινή περίοδο της ζωής της. Μιλούσαν, γελούσαν, τσακωνόντουσαν και πάλι από την αρχή. Μοιραζόταν μαζί του τις αγωνίες για την σχέση της κι εκείνος της έδινε μια άλλη οπτική για να μην τα τινάξει όλα στον αέρα. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Χώρισε, πόνεσε, σταμάτησε να απαντάει στις κλήσεις και στα μηνύματά του. Μέχρι που κάποια στιγμή τον πήρε τηλέφωνο. Σαν να μην πέρασε μια μέρα το έπιασαν από εκεί που το είχαν αφήσει. Μιλούσαν με τις ώρες, γελούσαν, τσακωνόντουσαν.

Η αντίδραση της στον χωρισμό, ήταν να πηγαίνει από κρεβάτι σε κρεβάτι κι εκείνος απλώς ήταν εκεί, προσπαθώντας να βεβαιωθεί ότι δεν κινδυνεύει. Την άκουγε υπομονετικά να του εξιστορεί τις περιπέτειές της και το μόνο που ζητούσε ήταν να δει ότι γύρισε σπίτι της και ήταν καλά. Ένα μήνυμα που περίμενε απάντηση κάθε βράδυ. Μέχρι ένα ζεστό Σάββατο του Ιούλη.

Καθόντουσαν στο δωμάτιό του και το αγόρι προσπαθούσε να κάνει τον γέρο και κουρασμένο υπολογιστή της να δουλέψει ξανά. Το κορίτσι ήταν ξενυχτισμένο και είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Έβαλε να πάρει backup τα αρχεία κι έκατσε δίπλα της. Τον άκουγε μισοκοιμισμένη να της μιλάει και απαντούσε μονολεκτικά. Ξάπλωσε κοντά της. Έτσι κι αλλιώς η όλη διαδικασία θα έπαιρνε ώρα. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του. Το κορίτσι ένιωσε το χέρι του να την αγκαλιάζει. Άνοιξε τα μάτια να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρεύεται. Στο στομάχι της άρχισαν να φτερουγίζουν πολύχρωμες πεταλούδες. Ενώθηκαν σε ένα φιλί αιώνιο. Τα κορμιά τους έγιναν ένα και ταξίδεψαν για ώρες σε ένα μαγικό, ερωτικό ταξίδι, από αυτά που διαβάζεις στα μυθιστορήματα. Το κορίτσι προσπάθησε να πείσει το αγόρι, και τον εαυτό του, ότι ήταν άλλη μια ερωτική περιπέτεια. Ότι δεν άξιζε να χαλάσουν την φιλία τους. Ότι δεν έπρεπε να την ερωτευτεί. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να τον πληγώσει. Το αγόρι την ρώτησε αν εκείνη μπορούσε να μην τον ερωτευτεί…

Βρέθηκαν να κάνουν μαζί διακοπές. Τις πιο ονειρεμένες διακοπές. Άνοιγαν τις καρδιές τους ο ένας στον άλλον, χωρίς φόβο. Ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά. Γελούσαν σαν ερωτευμένοι έφηβοι. Καθόντουσαν μέχρι το βράδυ στην παραλία χαζεύοντας τους αστερισμούς. Μόνοι, στο απόλυτο σκοτάδι, δίπλα στη θάλασσα. Ζούσαν το όνειρο. Το κλειδί είχε μπει στην κλειδαριά και η βαριά πόρτα είχε ανοίξει. Δεν μπορείς να σταματήσεις το νερό όταν αρχίσει να κυλάει. Δεν ήταν εύκολο ταξίδι. Βρήκε σε βράχια, σε ξέρες, πήγαν να του αλλάξουν τη ροή, μα εκείνο είχε ορμή, είχε δύναμη. Συνέχισε κόντρα σε όλα τα εμπόδια.

Τρία χρόνια μετά, το χέρι του αγγίζει το πόδι της ενώ εκείνος κοιμάται. Ανάσκελα και σταυροπόδι. Με ένα ελαφρύ ροχαλητό. Δεν κοιμόντουσαν ποτέ αγκαλιά, μόνο αγγίζονταν. Τα γατιά τους χώνονταν ανάμεσα ή ξάπλωναν στα πόδια τους. Στον κόσμο επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Στον μικρόκοσμό τους, κοιμόντουσαν ακουμπώντας ο ένας τον άλλον. Ένα ζευγάρι που αγγίζεται κάτω από τα αστέρια. Και δεν υπάρχει δωμάτιο, δεν υπάρχουν τοίχοι. Το κορίτσι νανουριζόταν από την ανάσα του αγοριού. Το κορίτσι ήξερε τι σημαίνει αγάπη. Την ζούσε. Ήθελε να την φωνάξει, να μάθουν όλοι να αγαπούν αληθινά. Χωρίς πίσω σκέψεις, χωρίς εγωισμούς και συμφέροντα. Αυτό είναι αληθινή αγάπη. Να σε νανουρίζει η ανάσα του άλλου.