– Βαγγελίτσαααα!
– (Ξύπνησε γαμώ την ατυχία μου…) Τι είναι άντρα μου;
– Άσε τις γαλιφιές μωρή κι ετοίμασέ μου το μπάνιο να πλυθώ.
– (Παλιοπουτανιάρη!) Χθες δεν πλύθηκες;
– Τι θες μωρή στέρφα; Λογαριασμό θα σου δώσω; Τσακίσου βγάλε μου καθαρή αλλαξιά σώβρακο, φανέλα και κάλτσες από τα καλά. Τσακίσου είπα!
– (Θέλει και τα καλά ο κώλος σου λιγδιάρη!) Ναι άντρα μου, πάω.
Μπαίνει στην κουζίνα με τα νερά να στάζουν. Βλέπει την πλάτη της και τα χέρια της να κουνιούνται με μανία.
– Τι κάνεις εκεί; Μου γυάλισες τα παπούτσια;
Κρύβει στα γρήγορα αυτό που κρατούσε κάτω από τις πετσέτες.
– (Σου ετοιμάζω τα καλύτερα ηλίθιε!) Δίπλα στο κρεβάτι στα έχω. Όλα έτοιμα είναι. Θα αργήσεις να γυρίσεις;
– Σιγά που θα σου δώσω και αναφορά μωρή σκύλα. Στα αρχίδια μου σε γράφω!

– (Όχι για πολύ ακόμα…) Εγώ να σου ζητήσω αναφορά; Να ξέρω να σου ετοιμάσω φαΐ ήθελα…
– Σιγά μην φάω τις βλακείες που φτιάχνεις. Ούτε ένα αυγό δεν ξέρεις να βράσεις. Μαύρη η ώρα και η στιγμή που σε παντρεύτηκα! Έχε χάρη που δεν ήθελα να χαλάσω το χατίρι της μάνας μου πριν πεθάνει. Στέρφα! Ακαμάτρα! Μαύρη η ώρα!

Η πόρτα του σπιτιού κλείνει με δύναμη και ένας αναστεναγμός βγαίνει από τα χείλη της Βαγγελίτσας. Βάζει ένα δίσκο στο πικάπ και μπαίνει σφαίρα στο μπάνιο. Μπανιάρεται, ξυρίζει πόδια και μασχάλες, παρφουμάρεται και τραγουδά όξω ποδάρι!
Θα σου φύγω, στο ‘χα πει
θα σου φύγω και γέλαγες εσύ…

Ανάβει τσιγάρο και κάθεται μπροστά στον καθρέφτη. Στερεώνει τα μαλλιά της σε έναν όμορφο κότσο κι αφήνει ένα σγουρό τσουλούφι να πέφτει στο όμορφο πρόσωπό της. Βάζει στα χείλη κοκκινάδι σαν αίμα και ρουζ στα μάγουλα. Στερεώνει τις κάλτσες στο μπούτι με τις δαντελένιες καλτσοδέτες. Το γκρενά φόρεμα έχει ένα ντεκολτέ που θαρρείς θα ανοίξει να πάρουν αέρα τα βυζιά της, κι ένα σκίσιμο στο πλάι ίσα να φαίνεται η καλτσοδέτα. Γόβες στιλέτο, την ταμπακιέρα στην τσάντα της κι έτοιμη. Όχι ακόμα. Πάει στην κουζίνα, σηκώνει τις πετσέτες και βάζει κάτι ακόμα στην τσάντα της. Κλείνει το πικάπ, κατεβαίνει γρήγορα στον δρόμο και χώνεται σε ένα ταξί. Σταματά έξω από ένα νεοκλασικό σπίτι με μεγάλο κήπο. Ανοίγει την πόρτα και κάθεται στο μπροστινό κάθισμα. Ο ταξιτζής την κοιτά με απορία.
– Εδώ δεν μου είπες να σε φέρω κυρά μου;
– (Κεριά και λιβάνια μαλάκα!) Εδώ… Ήρθα μπροστά να σε πληρώσω.
Βάζει το χέρι της στο παντελόνι του κι αρχίζει να του κατεβάζει το φερμουάρ. Του χαμογελά όλο νόημα κι εκείνος ρίχνει το κάθισμα κι αράζει χαλαρός να το απολαύσει. Το χέρι της γλιστρά μέσα από το σώβρακο (προσπερνά την μπόχα που αναδύεται χωρίς να ξεράσει) και με το άλλο χέρι ψάχνει στην τσάντα της. Κάτι γυαλίζει στο λιγοστό φως. Μια αστραπιαία κίνηση. Κραυγές και αίματα. Πολλά αίματα! Η γυαλιστερή λεπίδα ορμά στον λαιμό του.
Βγαίνει από το ταξί κρατώντας κάτι και περπατά σιγοτραγουδώντας. Από έναν κήπο ακούγεται ένα σκυλί που γαβγίζει.
– Έλα! Έλα καλό σκυλί. Πάρε μεζέ.
Του πετάει αυτό που κρατούσε, αυτό που είχε κόψει πιο πριν, αυτό που βρόμαγε σαν σάπιο κρέας, το τσουτσούνι του ταρίφα ντε! Συνεχίζει τραγουδώντας…

Η πόρτα του σπιτιού ανοίγει και κλείνει σιγά. Ακούγονται τα μεθυσμένα βήματα και τα έπιπλα που σέρνονται καθώς σκοντάφτει πάνω τους. Η Βαγγελίτσα στο κρεβάτι κάνει την κοιμισμένη. Σωριάζεται δίπλα της μουρμουρίζοντας «βγάλε μου τα παπούτσια μωρή» και σε λίγο ακούγεται το ροχαλητό του.
Στην κουζίνα παίζει χαμηλά το τραντζιστοράκι καθώς φτιάχνει καφέ για τον άντρα της. Σε λίγο ακούγεται να σέρνει τις παντόφλες του και κάθεται αμίλητος στην καρέκλα.
– Θέλεις κουλουράκια με τον καφέ σου;
– Σκάσε γαμώ το κέρατό μου να ακούσω τις ειδήσεις και δυνάμωσέ το!

«Άλλος ένας ταξιτζής βρέθηκε νεκρός σήμερα το ξημέρωμα από περαστικούς. Κλήθηκε η αστυνομία και βρήκε τον άτυχο άντρα μέσα σε μια λίμνη αίματος. Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, του είχαν κόψει τα γεννητικά όργανα και τον είχαν μαχαιρώσει στον λαιμό. Οι έρευνες συνεχίζονται ώστε να συλληφθεί ο δράστης το συντομότερο».

– Ποιο συντομότερο και μαλακίες; Θα μας ξεκάνει όλους και μετά μην τον είδατε! Άχρηστοι μπασκίνες! Γαμημένα κοπρόσκυλα!
– (Φοβάσαι καργιόλη! Μόνο σε μένα το παίζεις άντρας!) Μη σκιάζεσαι άντρα μου. Αυτός χτυπάει νύχτα πάντα. Εσύ νύχτα δεν δουλεύεις.
– Τόσα ξέρεις, τόσα λες. Αλλά τι σε νοιάζει εσένα; Εσύ δεν έχεις πουλί να στο κόψουν…
– Δεν με νοιάζει εμένα για το πουλί του άντρα μου;
(αν γελάσεις τώρα, πέθανες ηλίθια!)
– Να το κάνεις τι μωρή στέρφα; Άχρηστη!

Φεύγει από την κουζίνα, πάει στο αποθηκάκι και βγάζει το μπαούλο με τα αναμνηστικά της μάνας του. Τα αδειάζει προσεκτικά στο πάτωμα και σηκώνει με ένα κλειδί τον διπλό πάτο. Κενό. Το κεφάλι του σφίγγεται, πάει να τρελαθεί.
– Βαγγελίτσα, πείραξες το μπαούλο με τα πράγματα της μάνας μου;
– Τι δουλειά έχω εγώ με τα πράγματά σου άντρα μου;
– Μίλα γαμώ το σπίτι σου! Μίλα γιατί θα σε σφάξω!
– Φωτιά να πέσει να με κάψει αν σου λέω ψέματα… Ψάχνεις κάτι και δεν το βρίσκεις;
– Ε; Όχι… Μου φάνηκαν ανακατεμένα. Άσε, ιδέα μου θα ‘ναι.

– Έλα, μη μου σκας. Στεναχωρήθηκες με τις ειδήσεις και τα βλέπεις όλα μαύρα. Έλα να σου φτιάξω ένα ουζάκι με μεζέ. Θα σου κάνω κι εγώ παρέα αν θες.
– Ναι, βάλε.
– Να βάλω κι έναν δίσκο στο πικάπ; Κυριακή σήμερα. Έχω βάλει και ψητό στον φούρνο.
– Τι; Άσε, θα βάλω εγώ, εσύ φτιάξε τα ουζάκια
.

Μισό μπουκάλι ούζο και δυο δίσκους του Καζαντζίδη μετά, ο Θανάσης ήταν τελείως ντίρλα. Η Βαγγελίτσα έκανε πως πίνει, κι όλο «στην υγειά μας» και «άσπρο πάτο».
– Άντε βρε γυναίκα, φτιάξε δυο μεζεδάκια ακόμη και βγάλε πια αυτή τη ρόμπα! Βάλε ένα φόρεμα της προκοπής, σιάξε λίγο τα μαλλιά σου. Άντε και θα σε χορέψω κι ένα ταγκό.
Εδώ που τα λέμε, αγροίκος και μπρουτάλ αλλά χόρευε απίθανο ταγκό ο μακαρίτης. Πάει κι η Βαγγελίτσα, φοράει το γκρενά φόρεμα, βάζει τις καλτσοδέτες και τα τακούνια, κοκκινάδι στα χείλια κι έρχεται στην σάλα. Ο Θανάσης μισοκοιμισμένος στην πολυθρόνα μουρμούριζε το τραγούδι. Βλέπει την Βαγγελίτσα κι ανοίγει στόμα και μάτια μαζί. Ή είχε πιει πολύ ή η γυναίκα του ήταν γκομενάρα!
– Έλα εδώ μωρή σουπιά που με αναστάτωσες…
– Τι θες Θανάση μου;
– Έλα και θα δου δείξω τι θέλω!
– Θα έρθω αλλά θέλω δυο χάρες πρώτα.
– Ότι θες μάνα μου! Ότι θες!
– Θέλω να μου πεις τι έψαχνες κι αναστατώθηκες τόσο…
– Να μωρέ Βαγγελιώ μου, με όλα αυτά που γίνονται, σκεφτόμουν να φύγουμε από την πόλη. Να πάμε κάπου πιο ήσυχα, πιο μαζεμένα. Είχα λίγες λίρες από την μάνα μου και μαζί με τις οικονομίες μας, θα στήναμε αλλού το σπιτικό μας.
– Με μένα ήθελες να φύγεις άντρα μου;

– Ε; Ναι… Με σένα φυσικά! Τι είναι αυτά που ρωτάς; Ποια είναι η άλλη χάρη;
– Να, έλεγα να κατέβουμε στο ταξί, να κάνω εγώ την πελάτισσα κι εσύ να μου την πέσεις… Ξέρεις μωρέ εσύ απ’ αυτά!
– Φύγαμε!

Παίρνει τα κλειδιά του, παίρνει την τσάντα της και σφαίρα στο ταξί. Πήγαν λίγο πιο πέρα σε μια ερημιά, μην τους δει κανένα μάτι στη γειτονιά και γίνουν ρεζίλι. Του ανοίγει το παντελόνι, «Βαγγελίτσα μου» στενάζει ο Θανάσης. Σκύβει η Βαγγελίτσα και του κολλάει το γυαλιστερό στιλέτο στο πουλί.
– Τι πας να κάνεις μωρή σκύλα;
– Σκάσε και άκου. Αν κουνηθείς χαιρέτα τον τον Γιακουμή! Δεν είσαι παρά ένα σκουπίδι. Το σκατό αυτού του κόσμου. 10 χρόνια με τυραννάς λες και δεν σ’ αγάπησα, δεν σε πόνεσα. Μόνο πίκρες και δάκρυα είδα μαζί σου. Κάθε βράδυ με τις γκόμενες κι εγώ να σπαράζω. Τέλειωσαν αυτά όμως. Δεν έχω άλλα δάκρυα για σένα.

Στην αυλόπορτα το χαρτί από το μνημόσυνο κόντευε να ξεκολλήσει. Οι γειτόνισσες είχαν έρθει να δουν την καημένη την Βαγγελίτσα, κακό που τη βρήκε τη δόλια, να χάσει έτσι άδικα τον άντρα της, το στήριγμά της και με ένα μωρό στην κοιλιά… Η μαυροφορεμένη χήρα στην κουζίνα αμίλητη, μόνο αναστέναζε και χάιδευε τρυφερά την κοιλίτσα της που είχε αρχίσει να φαίνεται. Οι γειτόνισσες έπιναν καφέ και κουτσομπόλευαν να την κάνουν να ξεχαστεί.
– Αχ…
– Τι ‘ναι Βαγγελίτσα μου; Τι ‘ναι κόρη μου; Μήπως πονάς να φωνάξουμε τον γιατρό;
– Όχι κυρά Μαριγώ μου, καλά είμαι. Μα να, κάτι του μύρισε του παιδιού…
– Πες μου εσύ τι και θα στο φτιάξω αμέσως.
– Αμελέτητα κυρά Μαριγώ μου, αμελέτητα!