Πετάχτηκε από τον ύπνο του σαν ελατήριο. Παντού σκοτάδι γύρω του. Αισθάνθηκε κάτι σαν επίδεσμο να του κλείνει τα μάτια. Έκανε μια κίνηση με το χέρι του, αλλά τότε κατάλαβε ότι ήταν δεμένο. Το ίδιο κι όταν προσπάθησε να σηκωθεί. Δεμένα και τα πόδια. Μα τί στο καλό. Πού βρισκόταν; Γιατί ήταν δεμένος;

Αφουγκράστηκε γύρω του. Απόλυτη σιγή. Μυρωδιά από κλεισούρα και μούχλα συγχρόνως. Προσπάθησε να μαζέψει το μυαλό του και να σκεφτεί. Μετά τη δουλειά είχε πάει στο γειτονικό μπαράκι με τους συνεργάτες του για να γιορτάσουν το κλείσιμο μιας πολύ καλής συμφωνίας. Ήπιε λίγο παραπάνω, αλλά δεν είχε μεθύσει. Αν και δε συνήθιζε να ανακατεύει τα ποτά, είχε δεχτεί το κέρασμα από μια πολύ εντυπωσιακή θαμώνα του μπαρ που τον ζαχάρωνε από απέναντι. Του είχε κάνει μάλιστα εντύπωση γιατί συνοδευόταν. «Αντράκι η κυρία» είχε σκεφτεί, ενώ οι συνεργάτες του τον πείραζαν. Από κει κι έπειτα δεν θυμόταν τίποτα.

Το τρίξιμο της πόρτας που άνοιξε τον ξύπνησε από τις σκέψεις του. Άκουσε βήματα να προχωρούν προς αυτόν.
Ποιοι είστε; Τί θέλετε; Γιατί βρίσκομαι εδώ;

Καμία απάντηση. Αισθάνθηκε δυο σιωπηλές παρουσίες δίπλα του και άλλη μία απέναντι του. Ήταν σίγουρος ότι απέναντι του καθόταν ο υπεύθυνος για την κατάστασή του και δίπλα του οι «βοηθοί» του.
Γεια σου Πάνο.
– Ποιος είσαι; Τί θες από μένα;
–  Θα καταλάβεις σύντομα.

Ακολούθησαν δευτερόλεπτα απόλυτης σιγής. Ο Πάνος ιδροκοπούσε, νόμιζε η καρδιά του θα έβγαινε από το στόμα. Άκουσε τον αναπτήρα που άναψε το τσιγάρο του άγνωστου δεσμοφύλακά του και μετά την κοφτή μπάσα φωνή του:
–  Τανάλια.
Ο Πάνος αισθάνθηκε να του παίρνουν βίαια το χέρι έξω απ’ τα σκοινιά που ήταν δεμένος και να το ακουμπούν σε μια σκληρή μεταλλική επιφάνεια (τραπέζι?), ενώ συγχρόνως άκουγε καθόλου ευχάριστους ήχους να έρχονται απ’ το πλάι του, σαν κάποιος να έψαχνε σε μια θήκη εργαλείων. Σε μια στιγμή αισθάνθηκε μια μέγκενη να του σφίγγει το δάχτυλο.
–  «Για όνομα του Θεού, τί πας να κ..»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση κι ένας φριχτός πόνος διαπέρασε όλο του το χέρι. Ούρλιαξε δυνατά, αλλά η ηχώ της φωνής του του έδωσε να καταλάβει ότι ήταν απολύτως μόνος του. Μόνος με τους βασανιστές του.
– Μην πιάνεις τ’ όνομα Του στο στόμα σου. Δεν πρόκειται να σ’ ακούσει. Ούτε Αυτός ούτε κανείς.
Αισθάνθηκε να τον πλησιάζει. Ένιωσε την ανάσα του στο αυτί του.
– Άλλωστε εδώ μέσα, Θεός είμαι Εγώ.

Τον κατάλαβε να επιστρέφει στην καρέκλα του και να τραβάει μια βαθιά τζούρα απ’ το τσιγάρο του. Προσπάθησε να κρατήσει συγκεντρωμένο το μυαλό του αλλά ο πόνος ανέβαινε απ’ τα δάχτυλά του μέσα στο κεφάλι του. Πριν συνέλθει, άκουσε ξανά την ίδια κοφτή φωνή.
– Καλέμι.
Αυτή τη φορά δεν πρόλαβε καν να ουρλιάξει. Προφανώς οι «βοηθοί» ήταν ήδη εξοικειωμένοι με το όλο σκηνικό και ένιωσε σχεδόν μαζί με το παράγγελμα να του καρφώνουν τον αριστερό καρπό. Αισθάνθηκε πως λιποθυμούσε.
– Τί, από τώρα? Κάτσε, έχουμε δρόμο ακόμα. Στο μπαρ έδειχνες πιο ανθεκτικός, όπως κατέβαζες τα σφηνάκια.

Τον ήξερε λοιπόν, ήταν πια προφανές. Από πού όμως; Και γιατί όλο αυτό το σκηνικό; Τί του είχε κάνει;

– Σε παρακαλώ, θα κάνω ό,τι μου πεις! Θα σου δώσω όσα λεφτά μου ζητήσεις, μόνο άφησε με να φύγω, σε παρακαλώ!

Αυτή τη φορά την σιωπή έσπασε το τρανταχτό γέλιο του βασανιστή του.
– Αλήθεια τώρα; Πιστεύεις ότι τα λεφτά είναι το θέμα; Ε λοιπόν σου έχω νέα.
Τον ένιωσε και πάλι να πλησιάζει και να σκύβει στο αυτί του. Ένιωσε τον θυμό του, καθώς του ψιθύριζε βαριανασαίνοντας.
Δεν έχουν να κάνουν όλα με τα λεφτά. Υπάρχει και κάτι που λέγεται «ανάληψη ευθύνης». Ευθύνη, Πάνο. Το να πληρώνεις το κόστος των πράξεων και των αποφάσεών σου. Να αντιλαμβάνεσαι ότι κάθε τί που λέμε ή κάνουμε σ’αυτή τη ζωή έχει κόστος! Αλλά βέβαια εσύ δεν έχεις μάθει έτσι. Κάνεις ό,τι θες με το αζημίωτο. Λες ό,τι θες με το αζημίωτο. «Ας το διαχειριστούν οι άλλοι», έτσι δε λες; Ε λοιπόν αυτό τελειώνει σήμερα, Πάνο.

Τον άκουσε να περπατάει και να ξανακάθεται στην καρέκλα του. Άλλη μια βαθιά τζούρα απ’ το τσιγάρο και ξανά η ίδια, φρικτή, κοφτή, μπάσα φωνή, σαν καταδικαστική απόφαση.
– Πριόνι.

Αυτή τη φορά δεν άντεξε. Ούρλιαζε, έκλαιγε, χτυπιότανε, παρακάλαγε. Ήταν φανερό ότι ο δεσμώτης του είχε προαποφασίσει την αργή και βασανιστική εκτέλεσή του. Όσο κι αν προσπαθούσε να σκεφτεί, δεν μπορούσε να βρει κανέναν λόγο για όλη αυτή την παράνοια. Ποιον είχε πειράξει; Ποιον είχε βλάψει; Ποιον είχε προσβάλει; Τις σκέψεις του διέκοψε απότομα ο μεταλλικός ήχος της πριονοκορδέλας. Αισθάνθηκε το άγγιγμα της ψηλά στο πόδι του. Και σε λίγο, αυτό έπεφτε βαριά στο πάτωμα. Ήταν πλέον σχεδόν αναίσθητος. Όχι τόσο όμως ώστε να μην ακούσει τις τελευταίες λέξεις του βασανιστή του.
– Και τώρα Πάνο απόλαυσε τις υπόλοιπες ώρες της άχρηστης ζωής σου. Αξιοποίησε τον λίγο χρόνο που σου απομένει για να σκεφτείς, να καταλάβεις και να συγχωρέσεις τον εαυτό σου. Κι ας ελπίσουμε ότι θα σε συγχωρέσει κι ο Θεός. Αν υπάρχει βέβαια, κι αν ασχολείται με ταπεινά σκουλήκια σαν εσένα. Και μην ανησυχείς, δεν θα λείψεις σε κανέναν.
Ο Πάνος μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και με τις λίγες του ανάσες ψέλλισε:
– Σε παρακαλώ. Τουλάχιστον πες μου τον λόγο. Δεν καταλαβαίνω. ΔΕΝ ΞΕΡΩ!
Ο δεσμοφύλακας πλησίασε με αργά και βαριά βήματα. Τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά και πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα, στρίβοντας το παπούτσι από πάνω του. Έσκυψε και πάλι στο αυτί του Πάνου.
Δεν πειράζει, Πάνο, αγόρι μου. Εσύ δεν χρειάζεται να ξέρεις. ΞΕΡΩ ΕΓΩ!

Το τελευταίο που άκουσε ήταν τα βήματα των τριών βασανιστών του προς την έξοδο και τον ήχο της πόρτας που έκλεινε…