Να γυρίσει να κοιτάξει αν τον κυνηγούσε; Όχι, δεν μπορούσε να πάρει αυτό το ρίσκο. ‘Έπρεπε πάση θυσία να φτάσει στο αυτοκίνητο, εκεί ήταν η σωτηρία του, εκεί μόνο θα ήταν ασφαλής. Όλα ήταν έτοιμα, τα εισιτήρια, τα χαρτιά του, θα εξαφανιζόταν, θα έσβηνε τα ίχνη του, θ άλλαζε ζωή, θα γινόταν ένας άλλος, μόνο έτσι θα γλίτωνε. Πώς τον έβαλε στο μάτι αυτός ο σαδιστής παρανοϊκός; Πώς βρέθηκε στο δρόμο του ανάθεμα την τύχη του; Πώς μπαινόβγαινε στο σπίτι του και τον τρομοκρατούσε;

Το στέρνο του ανεβοκατέβαινε καθώς πάλευε για να πάρει ανάσα κι έτρεχε μ ’όσες δυνάμεις του είχαν μείνει για να φτάσει την εξώπορτα. Τον περίμενε κρυμμένος στο μπάνιο του ο αρρωστημένος τύπος αλλά ευτυχώς τον κατάλαβε και πρόλαβε να αμυνθεί σπάζοντας τον καθρέφτη κι με ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί του χαράκωσε το μέτωπο καθώς τον είχε στριμώξει στο πάτωμα. Μια μεγάλη βαθιά ουλή στο μέτωπο, να έχει να θυμάται με ποιόν τα έβαλε ο αλήτης.
Επτά πάρα τέταρτο χτύπησε το ξυπνητήρι. Δεν κοιμόταν. Είχε ξυπνήσει ήδη εδώ και μία ώρα και πάλευε να τον ξαναπάρει ο ύπνος. Παρόλο που έκλεινε καλά τα παράθυρα και την πόρτα του δωματίου, ακόμα και το πρώτο αχνό φως της αυγής του τσίτωνε τα νεύρα. Πάλι δεν είχε κοιμηθεί καλά και σε λίγο θα έπρεπε να σηκωθεί για την δουλειά. Θα μπορούσε να χουζουρέψει έτσι λίγα λεπτά στο κρεβάτι του αλλά ξαφνικά το παλιό του κινητό άρχισε να παίζει ένα τραγούδι των Μπλε. Αυτό ήταν! Ώρα επτά ακριβώς! Ώρα να σηκωθεί.

Πήγε στο μπάνιο κι άρχισε να ξυρίζεται. Από την κουζίνα ακουγόταν ο ευλογημένος ήχος της καφετιέρας, που την είχε ρυθμίσει επίσης στις επτά ακριβώς. Σε ένα τέταρτο είχε πλυθεί, ντυθεί και άδειαζε τον καφέ στην κούπα που τοποθετούσε κάθε βράδυ δίπλα από την καφετιέρα, προσθέτοντας ένα κύβο ζάχαρη και αρκετό γάλα.
Στις επτά κι είκοσι ήταν μέσα στο αμάξι κι άνοιγε το ραδιόφωνο. Ήταν στην ώρα του, δεν υπήρχε πρόβλημα, δεν θα συναντούσε κίνηση. Έδεσε τη ζώνη και ξεκίνησε. Οκτώ παρά είκοσι είχε παρκάρει στο πάρκινγκ της εταιρείας και διέσχιζε τα λίγα μέτρα μέχρι να φτάσει στην είσοδο και να μπει στο γραφείο τoυ. Είχε βγει ένας αρρωστημένος, ασθενικός ήλιος μέσα από πυκνά σύννεφα. Αφαιρέθηκε να τον χαζεύει. Ο υπολογιστής είχε ήδη ανοίξει κι εκείνος είχε αργήσει να πιάσει δουλειά με τις σκέψεις του. Έχασε πολύτιμο χρόνο και δεν θα τελείωνε αυτό που είχε προγραμματίσει για σήμερα. Θύμωσε με τον εαυτό του και έσμιξε τα φρύδια μουτρωμένος.
Δώδεκα παρά τέταρτο κατέβηκε τις σκάλες και πήγε στο εστιατόριο της εταιρείας. Χαιρέτησε αδιάφορα τρεις συναδέλφους, πήρε μια σαλάτα κι ένα μπουκαλάκι μεταλλικό νερό. Κατάπιε χωρίς όρεξη τη σαλάτα κοιτάζοντας έξω από την τζαμαρία. Τι να γινόταν εκείνη η κοπέλα που είχε γνωρίσει εκεί το περσινό καλοκαίρι;
Δώδεκα παρά δέκα ανέβαινε πάλι τις σκάλες για το γραφείο. Δεν ξανασηκώθηκε από την καρέκλα του παρά στις πέντε το απόγευμα που διέσχισε πάλι την ίδια διαδρομή προς το αυτοκίνητο και μετά προς το διαμέρισμά του.

Πέντε και μισή έφτασε στο σπίτι και πήρε τον σάκο της πισίνας. Ξαναέφυγε αμέσως και κατευθύνθηκε προς το γυμναστήριο μερικά τετράγωνα πιο μακριά από το σπίτι του. ‘Έμεινε λιγότερο σήμερα γιατί ήταν Πέμπτη, Πέμπτη τηλεφωνούσε πάντα στο παιδί του να δει τι κάνει. Η συνομιλία κράτησε ένα τέταρτο ακριβώς. Κοινότυπη και χωρίς ενδιαφέρον συνομιλία, η ίδια κάθε εβδομάδα.

Έβαλε ένα πόντς και μερικά φιστίκια σ ένα μπολ κι έψαξε στον υπολογιστή του για ένα εξάρτημα του αυτοκινήτου που είχε χαλάσει, το βρήκε και το παράγγειλε. Στις οχτώ και τέταρτο άρχιζε να κόβει μια σαλάτα και να τηγανίζει ένα κομμάτι σολομό. Έβαλε το χρονόμετρο για να μην ξεχαστεί κι μετά ακριβώς από δέκα λεπτά το δείπνο ήταν έτοιμο. Στο μεταξύ, είχε ετοιμάσει τον καφέ της επόμενης μέρας.

Στις εννέα έβαλε την ταινία που είχε διαλέξει κι έφαγε μπροστά στην τηλεόραση. Στις έντεκα και τέταρτο, ήταν στο κρεβάτι του διαβάζοντας το βιβλίο του μέχρι τις δώδεκα παρά δέκα που έσβησε το φως. Ήταν σίγουρος πως πάλι δεν θα τον πιάσει ο ύπνος παρά μόνο πολύ αργά κι έτσι για άλλη μια φορά δεν θα τον χόρταινε αλλά τι σημασία είχε; Ήταν αδιανόητο να αργεί κι είχε προπονήσει τον εαυτό του να μην παραπονιέται ποτέ.

Την επόμενη μέρα στις επτά ακριβώς που σηκώθηκε από το κρεβάτι, το φως ήταν πιο δυνατό και η κίνηση στους δρόμους ανυπόφορη. Ευτυχώς, άφηνε πάντα το περιθώριο για το απρόβλεπτο κι έτσι για ακόμα μια φορά ήταν στην ώρα του. ‘Έτσι νόμιζε! Έφτασε στο γραφείο δύο ώρες μετά. Οι συνάδελφοί του του έκαναν πλάκα γιατί ήταν κάτι πρωτοφανές! Ήταν έξαλλος και κυρίως δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Κι αν κάτι είχε απορυθμιστεί με το ξυπνητήρι ή την καφετιέρα λόγω κάποιας διακοπής ρεύματος, το παλιό κινητό γιατί δεν χτύπησε με τον ήχο του παλιού τραγουδιού των Μπλε;

Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην δουλειά για να μπορέσει να την ολοκληρώσει αλλά δεν μπορούσε να βρει μια λογική εξήγηση. Ίδρωνε πολύ κι είχε ένα βάρος στο στήθος.

Γυρίζοντας στο σπίτι, τσέκαρε όλα τα ρολόγια ηλεκτρονικά και συμβατικά. Δεν είχε κέφι για την πισίνα και προτίμησε να κάνει τρέξιμο στο δασάκι δίπλα στο σπίτι. Η υπόλοιπη μέρα κύλησε κανονικά και χωρίς εκπλήξεις.

Το επόμενο πρωινό το αλλόκοτο σενάριο συνεχίστηκε, όπως συνεχίστηκε και κάθε μέρα από τότε. Κάποιος του έκανε πλάκα, και άσκημη πλάκα μάλιστα. Κάποιος άλλαζε την ώρα στα ρολόγια και δεν έφτανε ποτέ πια και σε καμιά υποχρέωση στην ώρα του. Μα και στο ρολόι του αυτοκινήτου; Τι σκέψεις παρανοϊκές έκανε; Ποιος να μπαίνει σπίτι του; Και γιατί; Η κοπέλα που καθάριζε μια φορά την εβδομάδα; Η πρώην γυναίκα του; Το κεφάλι του γυρνούσε και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Τα πάντα είχαν απορυθμιστεί και στην δουλειά αδυνατούσε πια να βρίσκει δικαιολογίες. Κι αν τον απέλυαν; Μα θα τον απέλυαν οπωσδήποτε. Ήταν συνέχεια εκτός εαυτού και χαμένος στις σκέψεις του.

Μια από εκείνες τις εφιαλτικές μέρες γύρισε στο σπίτι σαν υπνωτισμένος. Όλα έμοιαζαν σαν να είχαν ξεπηδήσει από κακό όνειρο κι εκείνος δεν ήταν σε θέση πια να ελέγχει τίποτα. Άνοιξε αφηρημένος το ψυγείο να πάρει νερό και πάγωσε εκεί στην ίδια θέση. Στην πόρτα του ψυγείου σχηματισμένο με τα γράμματα – μαγνητάκια του γιου του η φράση: «ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΧΡΟΝΟ! ΑΡΓΕΙΣ» Τον κατέλαβε ένας φοβερός πανικός, όλες οι εξηγήσεις που προσπαθούσε να δώσει έπεφταν στο κενό. Κάποιος παίζει με το μυαλό του; Κάποιος θέλει να του κάνει κακό; Πώς μπαίνει στο σπίτι του;

Πήρε άδεια από την δουλειά, έτσι κι αλλιώς δεν ήταν σε θέση να εργαστεί. Προφασίστηκε ασθένεια αλλά δεν ήταν ψέμα. Δεν ήταν καθόλου καλά! Μια από τις επόμενες μέρες βρήκε ένα σημείωμα σαν αυτό που στέλνουν στις απαγωγές με γράμματα κομμένα από περιοδικά κι εφημερίδες, στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Άλλο ακατανόητο μήνυμα «ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ ΝΑ ΧΑΡΕΙΣ ΤΟ ΓΙΟ ΣΟΥ;» Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει, αυτό ήταν καθαρή απειλή, δεν μπορεί να το ερμήνευε λάθος κι όμως το παιδί ήταν μια χαρά, η πρώην γυναίκα του το επιβεβαίωσε, όλα ήταν φυσιολογικά, τίποτα δεν είχε αλλάξει στην ζωή τους.

Κάθε μέρα κι ένα καινούργιο σημείωμα, μια στο γραμματοκιβώτιο, μια στον καθρέφτη του μπάνιου όταν έβγαινε από το ντους, ένας συνεχής εφιάλτης, μια απειλή που ήταν συνέχεια παρούσα, δεν ηρεμούσε πουθενά, δεν εμπιστευόταν κανένα, η ψυχική του υγεία είχε κλονιστεί σε άσχημο βαθμό! Πάντα σχεδόν το ίδιο μήνυμα «ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ»

Μέχρι που τόλμησε να μπει και στο διαμέρισμά του το κάθαρμα. Δεν κοιμόταν πλέον πολύ κι έτσι τον άκουσε που είχε χωθεί στο μπάνιο. Τον περίμενε εκεί μπροστά στον καθρέφτη για να τον απειλήσει πάλι με τον χρόνο που έτρεχε, που κυλούσε μέσα από τα χέρια του, για την ζωή του που χανόταν. Όμως αυτή την φορά ήταν προετοιμασμένος και δεν τον αιφνιδίασε. Έσπασε τον καθρέφτη κι όρμησε πάνω του με λύσσα, χαράζοντας του το μέτωπο. Κέρδισε χρόνο κι έφτασε στο αυτοκίνητο, ξεκινώντας τώρα μια άλλη καινούργια ζωή μακριά από κινδύνους κι απειλές. Θα πήγαινε να βρει το παιδί με όλες τις προφυλάξεις και θα περνούσε χρόνο μαζί του. Ο σχιζοφρενής άγνωστος ήταν παρελθόν για κείνον.

Το αίμα που έτρεχε στα μάτια του τον εμπόδιζε να οδηγήσει και θόλωνε την όραση του. Σταμάτησε στο πλάι κι έβγαλε ένα μπουκάλι νερό να ρίξει στο κεφάλι του για να καθαρίσει τα τραύματα του και να συνέλθει. Στον καθρέφτη του αυτοκινήτου είδε καθαρά μια βαθιά μακριά ουλή κατά μήκος του μετώπου του.