Σαν άγγιξαν τα γυμνά του πόδια την καυτή άμμο, μονομιάς ένιωσε λεύτερος. Πήρε λίγο από της θάλασσας τη γαλήνη, λίγο από του ήλιου τη ζεστασιά, λίγο από του αγέρα τη δροσιά και μαλάκωσε τη λαβωμένη του ψυχή. Πόσος καιρός μακριά απ’ τη θάλασσά του… Εκείνη που τόσο λάτρευε! Την κοίταζε σα να ‘χε ξεχάσει τα μάγια που του ‘κανε πάντοτε. Και τελικά ναι, όλα μπορούσε να της τα συγχωρέσει.

Η ανάσα του γρήγορη, κοφτή. Έσφιξε τα δόντια κι ύστερα η κραυγή του έσκισε την ησυχία. Γονάτισε κρύβοντας το πρόσωπό του στις παλάμες του. Τότε μόνο άφησε τους λυγμούς που τον έπνιγαν να ξεχυθούν. Σαν το πληγωμένο θεριό, που γυρεύει μέρος να λουφάξει και να γλύψει τις πληγές του. Για λίγο μόνο, γιατί αυτός πήγε κόντρα στη μοίρα του. Άλλος στη θέση του θα ‘θέλε να σκάψει λαγούμι στη γη, να κρυφτεί να μη βλέπει φως, να μην φτάνει στ’ αφτιά του φωνή ανθρώπου. Μα ‘κείνος δεν λιποτάκτησε ποτέ. Στο φως γύρεψε τη λύτρωση, όχι στο σκοτάδι.

Πάλι εκεί. Στη θάλασσα. Πάντα σ’ εκείνη έτρεχε να της φανερώσει τις σκέψεις και τους καημούς του. Κι εκείνη πάντα του ‘δινε παρηγοριά. Ως που κι αυτή τον πρόδωσε μια νύχτα. Και τότε έπαψε να την εμπιστεύεται…

Άδειασε μέσα στα ίδια του τα χέρια το βάρος της ψυχής του, με δυο καταρράκτες δάκρυα. Ώρα πολλή. Ως που στέρεψε. Άδειασε το μέσα του. Προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα. Δεν τα κατάφερε, κόπηκε στη μέση. Προσπάθησε ξανά. Λίγο καλύτερα. Έτσι θα είναι από εδώ και πέρα, σκέφτηκε, όλο και καλύτερα. Με προσπάθεια πολλή και με κόπο, μα όλο και καλύτερα. Τώρα άλλαζαν όλα…

Κι ύστερα άρχισαν να ‘ρχονται εικόνες μπρος στα μάτια του. Μία μία, θαρρείς και καθάρισε απότομα το μυαλό του και τώρα έπρεπε να συλλογιστεί ξανά από την αρχή. Μα είχε πέσει σε πολύ πικρούς λογισμούς. Ό,τι είχε ποθήσει πιότερο στη ζωή του ήρθε αργά. Όλα μάταια. Ολάκερη η ζήση του. Τα παιδικά του χρόνια ψεύτικα, κλεμμένα, άδικα. Τόσος πόνος, τόση απόγνωση. Άδικα.

Είδε τη μάνα του να σβήνει μπρος στα μάτια του. Αυτή που δεν άξιζε να λέγεται μάνα. Μα ήτανε μικρό παιδί και πόνεσε. Έβλεπε τον πατέρα του κάθε μέρα να μπεκροπίνει και να χάνει τον εαυτό του. Αυτόν που δεν άξιζε να λέγεται πατέρας. Τα λίγα χρόνια που έζησε κοντά τους, μόνο εφιάλτες του ‘φέρναν στο νου. Και πόνο. Πολύ πόνο. Κι ύστερα, τι είχε να θυμάται; Μια ζωή κυνηγημένος. Στους δρόμους. Πείνα, βρωμιά και αγωνία. Ξένος παντού. Παρείσακτος. Τίποτα δικό του, όλα δανεικά, κλεμμένα. Μα όλα μπορούσε να τα βαστάξει. Όλα. Εκτός από ένα. Τη μοναξιά. Έμαθε να ‘ναι μόνος. Μα δεν το ‘θελε.

Και τότε αντάμωσε εκείνη. Γεμάτη φως και χαμόγελο. Και τον πήρε στον δικό της κόσμο. Κι ήταν σα να ταίριαξε κάπου για πρώτη φορά. Μα ήταν για λίγο. Τόσο λίγο. Δεν έπρεπε να κολυμπήσει εκείνη τη νύχτα. Αν ήταν κοντά της δεν θα την άφηνε. Μα η θάλασσα τού την πήρε, θαρρείς και ζήλεψε. Θαρρείς και τον ήθελε μόνο δικό της. Και τότε έχασε πάλι το φως. Κι η μοναξιά τον τύλιξε ξανά. Πώς να σταθεί στα πόδια του μετά απ’ αυτό; Αν ήταν άλλος θα είχε ακολουθήσει την δική της μοίρα. Μα ‘κείνος είχε μάθει να ζει με τον πόνο. Τις βάσταξε τις μαχαιριές που τον έκαναν κομμάτια.
Και τώρα ήταν πιο μονάχος από ποτέ. Γιατί τώρα δεν μπορούσε ούτε στην θάλασσα να γυρέψει παρηγοριά. Τον πρόδωσε, τον τσάκισε κι εκείνη. Τίποτα δεν του ‘χε μείνει πια…

Κι ύστερα ήρθε ‘κείνο το τηλεφώνημα. Διαθήκη λέει. Πώς; Εκείνος δεν μπορούσε να ‘ναι στη διαθήκη κανενός. Μα ‘κείνο το γράμμα όλα τα εξηγούσε. Λίγες λέξεις, σαν σφυριές μες στο μυαλό του. Λίγες σφυριές χρειάστηκαν για να γκρεμίσουν ό,τι ήξερε ως τα τώρα. Άδικα έζησε στην κόλαση. Άδικα! Για μιαν απόφαση. Για μιαν υπόληψη. Για μια περιουσία. «Ήσουν νόθος, δεν μπορούσα να σε κρατήσω. Ο πατέρας μου θα μ’ αποκλήρωνε. Σχώρα με.»

Ζύγωσε τη θάλασσα. Στάθηκε αντίκρυ της μόνο δυο λεφτά, σα να ‘κανε ανακωχή μαζί της. Σα να της συγχώρεσε ‘κείνον τον πνιγμό. Δεν την μίσησε ποτέ την αλλοτινή του αγαπημένη. Τώρα το ‘ξερε. Σφούγγιξε τον ιδρώτα του κι ανάσανε βαθιά. Δυο βήματα μονάχα κι ένιωσε την δροσιά της ν’ αγκαλιάζει τα πόδια του. Κι αμέσως έτρεξε αχόρταγα να χαθεί στην αγκαλιά της, να εξαγνιστεί, να λυτρωθεί. Κι ύστερα να ξαναγεννηθεί…