Πριν αρκετά χρόνια, ήρθε μια στιγμή που αφέθηκα να βουλιάξω στα πιο πυκνά σκοτάδια. Ήμουν γύρω στα 25, τα είχα ΟΛΑ και δεν είχα τίποτα.

Λίγο που αρρώστησε και πέθανε η μάνα, λίγο που χώρισα, λίγο που βρέθηκα αντιμέτωπη με συνέπειες μεγάλων μου λαθών, λίγο που με πούλησαν οι “φίλοι” γιατί δεν είχα πια και τόση πλάκα, ήρθε και με τύλιξε ένα βαθύ σκοτάδι. Πλάκωσαν και τρικυμίες αναμνήσεων και πόνου που έκρυβα επιμελώς κάτω από χαλιά του μυαλού και της ψυχής μου, δε θέλει και πολύ. Και μια μέρα απλά μούδιασα και δεν ήθελα άλλο.

Δεν ήθελα άλλο.

Είπα “δεν θέλω άλλο”.

Η αλήθεια είναι πως το “δε θέλω άλλο” μου δεν θα κόστιζε στον κόσμο και τίποτα σπουδαίο. Δεν ήμουν και πολύ σημαντική σ’αυτό το σύμπαν. Ακόμα δεν είμαι, δεν έχει αλλάξει κάτι άλλο πέρα από το ότι πλέον είμαι σημαντική ΣΕ ΜΕΝΑ, τότε αυτό δεν ίσχυε – οπότε, απλά δεν θα έχανε η Βενετιά βελόνι. Τέλος.

Δεν είπα ακριβώς “θ’αυτοκτονήσω”. Δεν ήθελα ακριβώς να πεθάνω. Απλά δεν ήθελα να ζω. Και ξέρω πως σου φαίνεται οξύμωρο, εκτός κι αν το έχεις ζήσει, που το απεύχομαι αλλά αν το έχεις περάσει, ξέρεις ΜΟΝΟ ΕΣΥ τι εννοώ.

Παραιτήθηκα λοιπόν από όλους και από όλα. (Μη φανταστείς πως με έψαξε και κανείς – ήμουν πολύ δημοφιλής μόνο κάτω από προβολείς και μέσα στον πολύ τον κόσμο. Όταν έκανα δυο βήματα πιο πέρα και με κάλυπτε σκιά, μονομιάς γινόμουν αόρατη, γουάου μαγικό;)

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, μέσα Γενάρη ήταν και είπα “δεν θα ξανασηκωθώ από εδώ”. Απλά σταμάτησα να πίνω νερό, να τρώω, να σκέφτομαι, να νιώθω και περίμενα να σταματήσω και να αναπνέω, να τελειώνουμε. Σκεπάστηκα με μια κουβέρτα και έκλεισα τον κόσμο έξω. Σκοτάδι. Μέσα, έξω. Πίσσα.

Καλά θα ήταν να μ’ άφηνες ήσυχη εκεί ρε ανθρωπάκο. Αλλά δεν το έκανες!

Ήρθες και ξάπλωσες στο μαξιλάρι μου. Πόσες μέρες μείναμε εκεί; 2; 3; Αλήθεια δε θυμάμαι. Δεν έφυγες από το μαξιλάρι μου, ούτε για φαΐ, ούτε για νερό, ούτε να πας να κατουρήσεις. Βυθιζόμουν στον λήθαργο και ήσουν εκεί. Στις στιγμιαίες αναλαμπές μου ήσουν εκεί. Όταν φοβόμουν και σε έψαχνα στα τυφλά, ήσουν εκεί. Χανόμουν σε μια άβυσσο κι ήσουν εκεί. Παράξενο πράμα. Ήσουν ΣΥΝΕΧΕΙΑ εκεί.

Σου είχα αφήσει πολύ φαγητό, νερό, δεν με είχες ανάγκη. Μα ήσουν εκεί. Δεν σου είχε μάθει κανείς να γλείφεις δάκρυα, μα το έκανες. Δεν έκανες πίσω όταν αρπάχτηκα από πάνω σου, σε έσφιξα πάνω μου και ούρλιαξα δυνατά, παράξενο πράμα.

Δε ξέρω πόσες μέρες πέρασαν, ανθρωπάκο. Και συ δεν ήξερες να μετράς τον χρόνο.

Κάποια στιγμή, μου έκανες πατ πατ στην παλάμη. Ρυθμικά. Ένα αόρατο ντραμρολ στο χέρι μου. Προσπαθούσα μέσα στο χάσιμο μου, να καταλάβω, ποιο κομμάτι παίζεις. Και μετά it just hit me. Μου φάνηκε πως έπαιζες την εισαγωγή του we will rock you!

Buddy you’re a boy make a big noise
Playin’ in the street gonna be a big man some day
You got mud on yo’ face
You big disgrace
Kickin’ your can all over the place

ταν ταν ΤΑΝ – ταν ταν ΤΑΝ! Ροζ πατουσάκια στην παλάμη μου, ταν ταν ΤΑΝ – ταν ταν ΤΑΝ! ταν ταν ΤΑΝ – ταν ταν ΤΑΝ!

Και μου φάνηκε αυτό πολύ αστείο, πολύ πολύ αστείο. Και άρχισα να γελάω δυνατά. Και μετά πήγα για κατούρημα γιατί κόντευε να σκάσει η φούσκα μου τόσα 24ωρα στο κρεβάτι και μετά έφαγα 2 φέτες ψωμί του τοστ με μερέντα γιατί πεινούσα πολύ. Και μετά άναψα το φως.

Πέρασαν τα χρόνια, ανθρωπάκο μου. Και συ έζησες μαζί μου σε πολλά σπίτια. Είδες να παίρνει άλλος τη θέση σου δίπλα μου και μετά από λίγο φέραμε κι άλλο ανθρωπάκι σπίτι, το μύρισες και του έκανες ταν ταν ΤΑΝ στο μικροσκοπικό παλαμάκι και ανέχτηκες να σου τραβάει την ουρά και τα μουστάκια. Φήμες λένε πως έκρυβες νύχια μέσα στα μαξιλαράκια στα πόδια σου, εμείς δεν τα είδαμε ποτέ. Το παιδί, δεν τα ένιωσε ποτέ. Παράξενο πράμα.

Πέρασαν τα χρόνια. Και αρρώστησες πολύ. Και γω σου στάθηκα λίγη. Ανάξια σου. Δεν δέχτηκα να σε ξεκουράσω. Σε ήθελα εκεί. Κι ας υπέφερες και πονούσες, δεν σε ανάπαυσα ανθρωπάκο μου, δεν άντεχα. Οι τελευταίες σου μέρες ήταν μαρτυρικές. Ένα κουρασμένο, γέρικο, πονεμένο κουρελάκι ήσουν. Και γω εγωίστρια και σκληρή. Σε κράτησα σφιχτά στο στήθος μου και έκλαιγα, μα δε σε άφηνα να φύγεις. Εσύ ήσουν άνθρωπος και γω ένα ΖΩΟ, ένα σκληρό, ΚΑΚΟ ζώο.

Και τώρα κλαίω ανθρωπάκο μου. Και ξέρεις κάτι; Αν σε είχα, ΟΥΤΕ ΤΩΡΑ ΘΑ ΣΕ ΑΦΗΝΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ, χίλια κιλά ακόμα τύψεις να σηκώσω, δε με νοιάζει δε θα σε άφηνα να φύγεις.

Δεν έχω κρατήσει φωτογραφίες σου, εκείνες που είχα είναι σκόρπιες σε χαλασμένο υπολογιστή. Δε θέλω να λέω ούτε το όνομα σου, δε θέλω να θυμάμαι.

Μου είπαν πως ήσουν γάτα, ανθρωπάκο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια. Μου είπαν πως το πετσί σου ήταν τρίχινο, μάλλον έχουν δίκιο. Μου είπαν πως κακώς δέθηκα τόσο με ένα ζώο και πως πόνεσα τόσο στο χαμό του. Δεν ήταν δα και κάνας άνθρωπος, ε!

Παράξενο πράμα να σου σώζει την ασήμαντη ζωή σου ένα ζώο. Και να μη μπορείς να το ανταποδώσεις.

4 Οκτωβρίου μου είπαν πως είναι η παγκόσμια μέρα ζώων. Άρα, μάλλον σήμερα είναι η μέρα σου.

Ανθρωπάκο μου.

Αν ξανασυναντηθούμε ποτέ, κάνε μου ταν ταν ΤΑΝ στην παλάμη. Να καταλάβω. Πως με συγχώρεσες. Γιατί δεν την αντέχω τόση λύπη.