Ο Μάνος άνοιξε ανόρεχτα το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του. Έβγαλε ανόρεχτα το τρίχορδο και το πέρασε στον ώμο από τους ιμάντες της θήκης. Άλλη μία επαναλαμβανόμενη κι ανούσια βραδιά στο κουτούκι του κυρ-Λάζαρου. Άλλο ένα βράδυ που θα φάει τον καπνό στη μάπα με το τουλούμι, που οι φωνές των πελατών θα σκεπάζουν τις νότες του, που θα ακούσει την κάθε παραξενιά του κάθε τελειωμένου. Λες και προσπαθούσε κάποια αόρατη δύναμη με το ζόρι να του το βγάλει ξινό που αποφάσισε να ζήσει από τη μουσική του. Να μην μπει στο λούκι των υπολοίπων με τα ωράρια, τους στόχους, τα νούμερα, την «καριέρα», τα φράγκα… Αυτός ήθελε να βγάζει το μεράκι από μέσα του και να το επικοινωνεί με όποιον ήθελε να το μοιραστεί μαζί του. Κι αν έβγαινε και κάνα φράγκο από αυτό για να μην πεινάσει, ευπρόσδεκτο.

Τα τελευταία δυο χρόνια είχε γίνει κι αυτό μια δουλειά, μηχανικά και άψυχα. Τόσος καιρός ακριβώς είχε περάσει από τότε που τον παράτησε η τότε σχέση του, γιατί «δεν μπορούσε να είναι με άνθρωπο της νύχτας». Δεν ταίριαζε στα πρότυπα του καλού οικογενειάρχη, βλέπεις. Τόσος καιρός πέρασε που «έφυγε» κι ο πατέρας του, πικραμένος αλλά και περήφανος για τον γιο του. Πικραμένος που έκανε μια δουλειά που δεν τον άφηνε να στεριώσει, περήφανος όμως που κάθε φορά που πήγαινε να τον ακούσει ο Μάνος του αφιέρωνε το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο. «Παίξε Μανώλη μου το ‘’Γυρίζω από τη νύχτα’’ του Στελλάρα»! Κι άστραφτε ο Μάνος στο άκουσμα αυτών των λέξεων κι έπαιρνε φωτιά το τρίχορδο και τραγούδαγε μ’ όλη του την ψυχή για τον κυρ-Γιάννη του. Και το χόρευε με μεράκι, βαριά κι ασήκωτα ο γέρος…

Έκατσε στην καρέκλα του κι έπιασε να κουρδίζει. Δίπλα του ο Χρήστος, παιδικός του φίλος, κιθαρίστας και καλή φωνή. Χρόνια παίζαν μαζί στα ρεμπετάδικα. Πιο κυριλέ αυτός, με καλή πρωινή δουλειά, ένα μικρό παιδί, έπαιζε καθαρά για την πλάκα του και για να βοηθάει τον φίλο του που είχε επιλέξει να ζει από αυτό.

– Ρε φίλε, τις προάλλες που είχα πάει στο χαβαλέ κι έπαιξα με μια παρέα στο Θησείο, σηκώθηκε μια τύπισσα και ζήτησε να χορέψει το δικό σου.
– Ποιο δικό μου ρε;
Το «Γυρίζω απ΄ τη νύχτα» ρε φίλε! Αν έχεις Θεό! Πήγα να της πω «που πα ρε κοπελιά, κάτσε κάτω, αυτό δεν είναι για γυναίκες!» Άκου να χορέψει Στελλάρα!
– Και τελικά;
– Ε, τι να έκανα, δεν ήθελα να κάνω ιστορία, το παίξαμε. Και ρε φίλε, δεν έχεις ξαναδεί γυναίκα να χορεύει τέτοια ζεμπεκιά! Στιβαρή, λιτή κι απέριττη! Και με 2 μέτρα πόδι! Άσε σου λέω, μας έφτιαξε βραδιάτικα!

Ο Μάνος χαμογέλασε ανόρεχτα. Άσε μας ρε Χρήστο, σκέφτηκε από μέσα του, τα κάναμε όλα ίσα κι όμοια, το ζεϊμπέκικο είναι για άντρες.

Άρχισαν σιγά σιγά το προγραμματάκι τους, μερικά αργά χασάπικα, να ζεσταθούνε, να συνοδέψουν το φαγητό των πελατών, να φτιαχτούν και λίγο απ’ το κρασάκι και στη συνέχεια άρχισαν τα πιο χορευτικά. Είχε κέφι απόψε, γινόταν ένας ψιλοχαμός, «τελευταία Παρασκευή του μήνα» σκέφτηκε ο Μάνος, μπήκε ο μισθός κι ήρθαν να τον φάνε στο κουτούκι. Μετά άρχισαν ξανά τα λίγο πιο βαριά, να ξεκουραστούν κι αυτοί, παίξαν και καναδυό παραγγελιές κι έκαναν ένα μικρό διάλειμμα. Ο Μάνος είδε ξαφνικά τον Χρήστο να γουρλώνει τα μάτια του.

Τί έπαθες ρε μαλάκα, φάντασμα είδες;
– Κάτι χειρότερο! Την ψηλή!
– Ποια ψηλή ρε?
– Ρε την ψηλή απ’ το Θησείο σου λέω, να τη έρχεται εδώ!

Ο Μάνος κοίταξε εκεί που κοιτούσε ο φίλος του. Την είδε. Ψηλή, μαλλί δεμένο ψηλά σε κότσο και με βαθύ βλέμμα. Ο Μάνος αισθάνθηκε τους παλμούς του να ανεβαίνουν, αλλά προσπάθησε να μείνει ήρεμος.

– Καλώς το κορίτσι. Τί μπορούμε να κάνουμε για σένα;
– Θέλω να παίξεις το «Γυρίζω απ’ τη νύχτα», εδώ για μένα, να το χορέψω.

Ο Μάνος θόλωσε. Πιο πολύ τον ενόχλησε ο τσαμπουκάς της και το ύφος της. Ε όχι, δε θα χορέψει το αγαπημένο του πατέρα του μια γκόμενα, όσο όμορφη κι αν ήταν.

– Κοπελιά δεν γίνεται. Αυτό το τραγούδι δεν είναι για όλους.
– Ναι, αλλά είναι για μένα!

Τον κοίταξε τόσο βαθιά στα μάτια του όταν έλεγε αυτό το «για μένα» που ο Μάνος ταράχτηκε. Ούτε που θυμόταν από πότε είχε να νιώσει τέτοιο σκίρτημα.
– Όλα εντάξει κοπελιά, θα το παίξουμε, επενέβη ο Χρήστος.

Ο Μάνος ξεκίνησε την εισαγωγή. Δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι θα αντίκριζε κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί μια γυναίκα να χορέψει ΑΥΤΟ το τραγούδι έτσι. Σαν να μην πάταγε στη Γη. Αέρινη. Και συγχρόνως αισθησιακή.
– Σύνελθε μαλάκα, του άλλαξες τα φώτα, ό,τι να’ ναι παίζεις!
Η φωνή του Χρήστου τον συνέφερε. Έβγαλε όλο το υπόλοιπο πρόγραμμα μηχανικά, παρατηρώντας τις κινήσεις της. Όταν την είδε να βγαίνει από το μαγαζί, έτρεξε πίσω της. Αυτή τον περίμενε.

– Πώς το έκανες αυτό;; Πώς;!! Ούρλιαξε. Εκείνη έσβησε το τσιγάρο της και τον πλησίασε.
– Άσε με να σου δείξω.
Πριν το καταλάβει, ο Μάνος βρισκόταν ανάσκελα πάνω στο χορτάρι, γυμνός, με αυτήν από πάνω του να ανακαλύπτει σπιθαμή προς σπιθαμή το κορμί του με τα χέρια και τα χείλη της. Βρισκόταν σε έκσταση. Οι σφυγμοί του είχαν χτυπήσει κόκκινο. Την τράβηξε με δύναμη από τα μαλλιά και την ξάπλωσε ανάσκελα, κοιτώντας τη κατάματα.
– Το ζεϊμπέκικο είναι μόνο για άντρες!
– Απόδειξέ το!
Μπήκε με δύναμη μέσα της. Αισθάνθηκε τα μακριά της πόδια σφιχτά τυλιγμένα γύρω του να τον σπρώχνουν ακόμα πιο μέσα της όσο τα χέρια της του χαράκωναν την πλάτη. Δεν ήξερε πια πού βρισκόταν. Το μόνο που αισθάνθηκε ήταν μια έκρηξη στο μυαλό του κι ένα σκοτείνιασμα στα μάτια του, τη στιγμή της κοινής τους κορύφωσης. Το επόμενο που ένιωσε ήταν το κεφάλι της ξαπλωμένο στον ώμο του, τα χέρια της να του χαϊδεύουν το στήθος και την ήρεμη πια ανάσα της στο λαιμό του…

Ο Χρήστος είχε ξεκινήσει να μαζεύει τα όργανα, όταν είδα τον Μάνο να ξαναμπαίνει στο μαγαζί. Είδα τη φλόγα στα μάτια του και κατάλαβε! Έβαλε τα γέλια!
– Κουφαλίτσααααα! Τί έκανες ρε; Την χόρεψες ζεϊμπέκικο;
Ο Μάνος χαμογέλασε αμήχανα, αλλά και πονηρά.
– Ας πούμε ότι…το ζεϊμπέκικο δεν είναι απαραίτητα μόνο για άντρες.
– Χαχαχαχαχα, γεια σου ρε Μάνο με τα ωραία σου! Πάμε να το ρίξουμε άλλη μια φορά. Για πάρτη της!
– Τώρα;!!
– Τώρα ρε, εδώ, φύγαμε!
Έκατσαν και το έπαιξαν άλλη μια φορά. Μόνοι τους στο άδειο μαγαζί. Για αυτήν…