Η Αφροδίτη κοίταξε με λύπηση το είδωλο της στον καθρέφτη. Ποτέ της δεν ήταν όμορφη, αλλά τώρα το χάλι είχε παραγίνει. Τώρα ήταν και άσχημη και γερασμένη. Το δέρμα της άτονο και ζαρωμένο κρεμόταν σε διάφορα σημεία, λες και προσπαθούσε να δραπετεύσει πάνω από το σώμα της. Τα δόντια της στραβά και κιτρινισμένα έμοιαζαν ακόμα πιο απωθητικά έτσι όπως τα στεφάνωναν οι ρυτίδες γύρω από τα χείλια της. Τα μαλλιά της αραιωμένα σε διάφορα σημεία χυνόντουσαν σαν φύκια που τα ξέβρασε η θάλασσα και τα μάτια της, που βουρκωμένα την κοιτούσαν, θύμιζαν δύο σκοτεινές, λασπωμένες λίμνες. Λυπημένη πέρασε την τσάντα της στον ώμο, σκούπισε τα μάτια της, και ξεκίνησε να τον συναντήσει.

Από νωρίς είχε αποδεχτεί πως η ομορφιά δεν πήγαινε πακέτο με το όνομα που είχαν διαλέξει για εκείνη. Είχε καταφέρει ως έφηβη να αποδεχτεί, πως όσο και να στολιζόταν, δεν θα γινόταν ποτέ το θελκτικό θηλυκό που θα ήθελε. Γι’ αυτό και στα είκοσι υπέκυψε στο γλοιώδες φλερτ του Μανώλη. Μια γυναίκα όπως εκείνη δεν είχε περιθώρια να είναι και επιλεκτική. Αγνόησε έτσι την αποστροφή που της προκαλούσε κάθε φορά που την άγγιζε και δέχτηκε να είναι μαζί του. Άλλωστε μόνο ένα πράγμα φοβόταν η Αφροδίτη και αυτό λεγόταν μοναξιά. Στους έξι μήνες τον παντρεύτηκε και στον χρόνο πάνω κυοφορούσε και το παιδί τους. Με έναν περίεργο τρόπο είχε μάθει να είναι ευτυχισμένη μαζί του. Της αρκούσε να τον ακούει να αναπνέει στο κρεβάτι δίπλα της και ας αναγούλιαζε κάθε φορά που τα πόδια της τυχαία ακουμπούσαν τα δικά του.

Και γεννήθηκε η κόρη τους. Ένα πλάσμα ζαρωμένο, αλλά πανέμορφο. Ένα πλάσμα δυόμισι κιλά που εξαντλούσε την Αφροδίτη και που εκνεύριζε τον καλομαθημένο Μανώλη, που ένιωθε να ασφυκτιά μέσα στη νέα καθημερινότητα τους. Ένα μεσημέρι έτσι, αυτός δεν γύρισε σπίτι. Μ’ ένα τηλεφώνημα της δήλωσε πως τελικά δεν ήταν έτοιμος για οικογένεια. Πικραμένη, αγκάλιασε το παιδί της και ορκίστηκε να σταθεί γι αυτό και μάνα και πατέρας. Άλλωστε όσο υπήρχε η μικρή δεν θα ήταν μόνη της ποτέ ξανά. Έβαλε στην άκρη τον πληγωμένο της εγωισμό, καταχώνιασε τις γλυκόπικρες αναμνήσεις της από εκείνον και με θάρρος και πείσμα, άρχισε να παλεύει για την επιβίωση τους.

Στα δεκαοχτώ χρόνια που ακολούθησαν δεν αναζήτησε ούτε μια φορά την αντρική συντροφιά. Δεκαοχτώ χρόνια μεροδούλι μεροφάι, ξέχασε πως εκτός από μάνα είναι και γυναίκα. Είναι εύκολο άλλωστε να αρνηθείς κάτι που ουδέποτε σου προσέφερε ευχαρίστηση. Μόλις όμως η κόρη της έφυγε να σπουδάσει, τότε η μοναξιά, που τόσο σιχαινόταν, ήρθε απειλητική και πάλι σαν εφιάλτης να τη στοιχειώσει και να της υπενθυμίσει ανάγκες που θεωρούσε πως το σώμα της δεν είχε πια.

Και τότε της συνέβη κάτι αδιανοήτο. Ερωτεύτηκε. Για πρώτη φορά στη ζωή της ερωτεύτηκε. Άφησε έτσι τη γυναικεία της ματαιοδοξία να την πλημμυρίσει προκειμένου να κατακτήσει το αντικείμενο του πόθου της. Γυμναστήρια, κρέμες, κομμωτήρια και επιδρομές σε μαγαζιά με ρούχα την έκαναν λίγο πριν τα σαράντα να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να απογοητεύεται και πάλι από την αρχή. Δεν το έβαζε όμως κάτω. Για πρώτη φορά λαχταρούσε να σαγηνεύσει έναν άντρα και θα το κατάφερνε.

Μην έχοντας καμία προϋπηρεσία στο φλερτ, για μήνες πάλευε να τον προσεγγίσει. Και όσο εκείνος έδειχνε αδιάφορος, τόσο εκείνη πείσμωνε. Αυτή τη φορά τη μοναξιά της θα τη νικούσε με κάτι που θα την έκανε να ανατριχιάζει, και όχι να αηδιάζει. Στιγμή δεν δείλιασε όταν εκείνος, σχεδόν μεθυσμένος, την παρέσυρε σ’ ένα ξενοδοχείο. Χωρίς ενοχή και συστολή του είχε δοθεί. Τόσα χρόνια ανομβρία και συνταράχτηκε το είναι της. Το δικό του άγγιγμα ήταν τόσο διαφορετικό από εκείνο του Μανώλη…

Γλυκόπικρο όμως ήταν και αυτό το κεφάλαιο στη ζωή της. Ένα πήδημα στη χάση και στη φέξη αυτό που είχαν. Ένα πήδημα που συνήθως ερχόταν, αφού εκείνος είχε καταναλώσει μπόλικο αλκοόλ. Καμία διάθεση δεν έδειχνε για τρυφερότητα και συντροφικότητα. Καμία όρεξη να μοιραστούν κάτι περισσότερο από λίγα αναστενάγματα πάνω σ’ ένα “δανεικό” σεντόνι. Ακόμα όμως και αυτό το λίγο της αρκούσε. Μια γυναίκα σαν εκείνη άλλωστε δεν μπορούσε να ζητάει περισσότερα. ‘Ώσπου χάθηκε και αυτός. Αραίωσε τις συναντήσεις τους και στο τέλος χάθηκε, λέγοντας της, πως του ήταν αδύνατο να συνεχίσει να νταλαβερίζεται με μια τόσο άσχημη γυναίκα, που ντρεπόταν να την κυκλοφορήσει στον κύκλο του.

Μήνες πήρε στην Αφροδίτη να ορθοποδήσει μετά από αυτό το στραπάτσο. Στην πρώτη άτακτη φυγή είχε πληγωθεί ο εγωισμός της, στη δεύτερη όμως η καρδιά της. Ματαιωμένη αποφάσισε να κάνει επιτέλους ανακωχή τόσο με την ασχήμια της, όσο και με τη μοναξιά. Άλλωστε έβλεπε πως αυτά τα δύο ήταν οι μόνες σταθερές της όλα αυτά τα χρόνια. Λούφαξε έτσι οριστικά και απελευθερωμένη άρχισε να ατενίζει προς τη Δύση.

Πάνω όμως που ο ήλιος της ζωής της έπαιρνε να χαθεί από τον ορίζοντα, ένα αστέρι φάνηκε να λάμπει στο λυκόφως. Ένα αστέρι που ξεδιάντροπα ερχόταν να φωτίσει και πάλι τις μέρες της. Ένα αστέρι που την έκανε στα πενήντα πέντε να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να κλαίει από φόβο. Ο Αποσπερίτης της την τρόμαζε. Την τρόμαζε με την επιμονή του. Την τρόμαζε με την ανιδιοτελή αγάπη του. Την τρόμαζε με την αταίριαστη στην ηλικία του ορμή. Σαν ψέμα έμοιαζε. Σαν παραμύθι που και αυτό θα έσκαγε σαν φούσκα, πριν λαλήσει ο πετεινός.

Αποφασισμένη να του ξεκαθαρίσει πως δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι μεταξύ τους πήγε εκείνο το απόγευμα να τον βρει. “Έχω δύο εγγόνια. Έχω οστεοπόρωση και λίγη ακράτεια. Πλέον είμαι και άσχημη και μεγάλη. Αν το καλοσκεφτείς δεν έχω υπάρξει ποτέ ουσιαστικά με άλλον άντρα. Πάντα κάτι έλειπε. Δεν μπορώ να δοκιμάσω πάλι. Θα τριτώσει, το ξέρω. Συγχώρα με, δεν μπορώ”, του είπε με ειλικρίνεια και σηκώθηκε να φύγει, όταν εκείνος της έπιασε τρυφερά το χέρι και το φίλησε. Και ύστερα της χαμογέλασε με έναν τρόπο, που άντρας ποτέ δεν της είχε χαμογελάσει στο παρελθόν. Και ξεχύθηκε τόσο φως μέσα από εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε με βροχή. Μια φωτεινή βροχή που καθάριζε τις λασπωμένες λίμνες των ματιών της, που έκανε τα φύκια στο κεφάλι της να μοιάζουν με ολάνθιστα κλαδιά, που πότιζε το άνυδρο γερασμένο δέρμα της κάνοντας το να αγνοεί την αδυσώπητη βαρύτητα.
“Αχ βρε Αποσπερίτη μου…” ψέλλισε μέσα σε λυγμούς παραδομένη ενώ του έσφιγγε το χέρι μπερδεμένη.
“Το ξέρεις πως ο Αποσπερίτης και ο Αυγερινός είναι το ίδιο άστρο; Βασικά δεν είναι καν άστρο. Είναι πλανήτης. Είναι η Αφροδίτη. Λυκόφως, λυκαυγές, Αποσπερίτης, Αυγερινός, Αφροδίτη. Η δική μου Αφροδίτη. Εσύ…” της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του γλυκά.

* Αποσπερίτης = λαϊκή ονομασία του πλανήτη Αφροδίτη, που εμφανίζεται πρώτος όταν αρχίζει να νυχτώνει και είναι ουσιαστικά το ίδιο “άστρο” με τον Αυγερινό, που εμφανίζεται όταν αρχίζει να ξημερώνει.