Ακόμα ένα βράδυ που βαριόταν αφόρητα. Δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα. Όλη τη βδομάδα περίμενε με ανυπομονησία να έρθει το Σάββατο, και τώρα που είχε φθάσει επιτέλους το Σαββατόβραδο, αυτή δεν ήθελε να σηκωθεί από τον καναπέ της. Το τηλέφωνο χτυπούσε ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά συνέχιζε να το αγνοεί επιδεικτικά. Ήξερε χωρίς καν να κοιτάξει την οθόνη, ότι ήταν η κολλητή της, για να κανονίσουν που θα πάνε. Μία από τα ίδια. Θα βαφόταν, θα ντυνόταν και θα πήγαινε στο κλασικό στέκι, όπου θα έπινε το κλασικό ποτό, βλέποντας τις κλασικές γνώριμες φάτσες. Βαριόταν και μόνο που το σκεφτόταν.

Σήκωσε το τηλέφωνο. «Κάπου διάβασα για ένα καινούριο μαγαζί που άνοιξε στο κέντρο, και φτιάχνει εκπληκτικά κοκτέιλς» είπε στην κολλητή της. «Λέω να πάμε εκεί σήμερα, για αλλαγή. Δώσε μου μισή ώρα να ετοιμαστώ, και έρχομαι να σε πάρω»
Η αλήθεια είναι ότι μισή ώρα της ήταν υπεραρκετή για να ετοιμαστεί, αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμη να αφήσει την ασφάλεια του σπιτιού της. Ήταν σίγουρη πως θα μετάνιωνε για την επιλογή της, το μαγαζί προφανώς θα είναι από αυτά τα μοδάτα, που μαζεύονται όλοι οι κουστουμάτοι, και βροντοφωνάζουν πόσα χρήματα έβγαλαν την προηγούμενη βδομάδα, συνοδεία πάντα καλλίπυγων κορασίδων που τους κοιτάνε στα μάτια σαν χάνοι. Το πολύ πολύ να καθόντουσαν για ένα ποτό και να έφευγαν.

Το γεγονός ότι βρήκε να παρκάρει ακριβώς έξω από το μαγαζί, το πήρε ως καλό οιωνό. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Ωραία ατμόσφαιρα, καλή μουσική, όχι πολύ δυνατά, τόσο όσο να ακούγεται μεν, αλλά να μπορείς να μιλήσεις χωρίς να χρειάζεται να φωνάζεις. Κάθισαν στη μπάρα και παρήγγειλαν το ποτό τους. Ουσιαστικά δεν είχαν τίποτα καινούριο να πουν μεταξύ τους. Οι δυο φίλες μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο, για πολλές ώρες. Δοκίμασε διστακτικά το ποτό της. Γενικά δεν έπινε κοκτέιλ, οπότε δεν ήταν σίγουρη αν θα της άρεσε. Ευτυχώς το ποτό, εκτός από όμορφο ήταν και νόστιμο. Έκλεισε τα μάτια της και απόλαυσε τη στιγμή. Ναι, τώρα μπορούσε να χαλαρώσει. Ήταν σε έναν όμορφο χώρο, με καλή παρέα, έπινε ένα υπέροχο ποτό, ακούγοντας μουσική που της άρεσε. Τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη βραδιά της.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσε μια παρουσία δίπλα της. Ένας εμφανίσιμος νεαρός στεκόταν πάνω από τη φίλη της, και την κοίταζε κατευθείαν στα μάτια. Σαν το βλέμμα του να είχε εγκλωβίσει το δικό της, της ήταν αδύνατο να κοιτάξει αλλού. «Μπορώ να δανειστώ τον αναπτήρα σας» είπε. Προσπάθησε να του απαντήσει ότι δεν καπνίζει, αλλά απλά του έδωσε τον αναπτήρα που ήταν ακουμπισμένος πάνω στον πάγκο. Ο νεαρός απομακρύνθηκε, κι εκείνη αυτόματα τον διέγραψε από το μυαλό της. Δεν την ενδιέφερε καθόλου να φλερτάρει, δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Συνέχισε να απολαμβάνει το ποτό της, χωρίς τίποτα να της αποσπά την προσοχή.

Δεν είχε ιδέα πόση ώρα είχε περάσει. Η φίλη της είχε πιάσει κουβέντα με την διπλανή παρέα. Αποσπασματικά άκουγε ότι μιλούσαν για τις διακοπές τους. Δεν συμμετείχε καθόλου στην συζήτηση. Σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Ήθελε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. Την ώρα που κατέβαινε τις σκάλες, άκουσε μια φωνή.
«Είσαι πολύ όμορφη»
Γύρισε και είδε τον νεαρό με τον αναπτήρα.
«Κι εσύ πολύ μικρός» του απάντησε, και συνέχισε να κατεβαίνει.
Την πλησίασε ακόμα πιο πολύ. «Δεν είμαι μικρός» της είπε. «Και σε κοιτάω τόση ώρα, χωρίς εσύ να μου ρίξεις ούτε μία ματιά. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω για να σε πλησιάσω. Αφού δεν λειτούργησε η προσέγγιση με τον αναπτήρα, παρακαλώ από μέσα μου εδώ και ώρα να σηκωθείς να πας τουαλέτα. Ήθελα να σου μιλήσω, χωρίς να μας δει όλο το μαγαζί. Εγώ τώρα θα φύγω, πάρε αυτό το χαρτάκι με το τηλέφωνό μου, και αν θες να μου τηλεφωνήσεις, θα χαρώ πολύ.»

Έμεινε ακίνητη να τον κοιτάει να φεύγει. Έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της, πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε στη θέση της. Κανείς δεν φάνηκε να είχε παρατηρήσει την παρατεταμένη απουσία της. Το χαρτάκι με το τηλέφωνο του ήταν μες στην παλάμη της. Δεν ήξερε καν το όνομά του. Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα το έσκιζε, και δεν θα τον ξανασκεφτόταν ποτέ ξανά, αλλά για κάποιο λόγο δεν το έκανε. Συνέχισε να πίνει το ποτό της, χαμένη στην σκέψη της. Η φίλη της χρειάστηκε να της μιλήσει δύο τρεις φορές, μέχρι να καταφέρει να της τραβήξει την προσοχή. Εκείνη θα έφευγε με την καινούρια παρέα που γνώρισε για να πάνε να συνεχίσουν αλλού. Φυσικά και δεν είχε όρεξη να τους ακολουθήσει.
Γύρισε στο σπίτι της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Έκλεισε τα μάτια της. Προσπάθησε μάταια να κοιμηθεί. Ξανασηκώθηκε. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να παραδοθεί στον Μορφέα. Πήρε το κινητό της, και απλά του έστειλε μια καλημέρα. Η απάντηση ήρθε αμέσως, σαν να περίμενε το μήνυμά της. Κανόνισαν να πάνε για μπάνιο. Της φάνηκε αρκετά ασφαλές να βρεθεί μαζί του σε έναν ανοιχτό χώρο.

Όταν έφτασαν στην παραλία, ήταν ουσιαστικά μόνοι τους. Τόσο πρωί μόνο οι γλάροι και οι ψαράδες πήγαιναν στην θάλασσα. Περπάτησαν μέχρι τον διπλανό κόλπο, που ήταν πιο απομονωμένος και άρχισαν να μιλάνε. Κανείς τους δεν είχε όρεξη να βουτήξει. Μιλούσαν για τα πάντα. Πολύ ώρα. Μέχρι που βρέθηκαν να φιλιούνται. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουν άλλο. Τώρα μιλούσαν τα σώματά τους.

Τον γύρισε ανάσκελα, και κάθισε πάνω του. Ναι, τελικά δεν ήταν μικρός.

Δεν την ένοιαζε αν θα τους έβλεπαν, δεν την ένοιαζε τίποτα. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως τον ήθελε μέσα της. Ήθελε να νιώσει ξανά ζωντανή, γυναίκα. Το σεξ μεταξύ τους ήταν δυνατό, έντονο, σχεδόν βίαιο. Τα κορμιά τους γέμισαν σημάδια. Και όταν τελείωσαν, ένιωθε ξανά δυνατή. Σηκώθηκε και ντύθηκε. Αυτός την κοιτούσε.
«Δεν μου είπες τελικά το όνομά σου…»
Του απάντησε καθώς απομακρυνόταν. Ο αέρας πήρε τη φωνή της μακριά, και ποτέ δεν έφθασε στα αυτιά του.