Αθήνα 2018. Και τώρα τι; Τι κάνουμε τώρα που η μοίρα μας έκλεψε το καλοκαίρι; Που η αναμονή των διακοπών δεν είναι πια τόσο έντονη; Που οι ανάγκες μας παύσαν να είναι μια ανάπαυλα και λίγη καλή παρέα; Για μήνες προσμέναμε τον καυτό ήλιο να χαϊδέψει τα κορμιά μας. Μα τώρα το ζεστό χάδι φέρνει μακάβριους συνειρμούς. Περιμέναμε να ξαπλώσουμε σε μια παραλία ή κάτω από τα δέντρα, μα πλέον το μυαλό δεν μπορεί να συμβαδίσει παραλίες και δάση με τίποτα θετικό. Μια απόδραση που ζητούσαμε μοιάζει πια τόσο λάθος σαν λέξη αφού ταυτίστηκε με πραγματικές προσπάθειες απόδρασης από την κόλαση.

Σε μια μόνο στιγμή, πέρασε ο καιρός που τα κουνούπια ήταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης των καλοκαιρινών ημερών μας. Τώρα κοιτάμε τριγύρω φοβισμένοι, ψάχνοντας σενάρια διαφυγής. Κανένας γονιός δεν θα αφήσει φέτος τα παιδιά με τους παππούδες για να κάνουν κάνα μπάνιο βρε αδερφέ, με την ίδια ευκολία. Καμία γονική καρδιά δεν θα χτυπάει ήσυχα όταν θα παραδίδουν τους βλαστούς τους σε κάποια κατασκήνωση. Κανένας από μας δεν θα χαιρετήσει τους γονείς του με την ίδια ευκολία, χωρίς να τρυπώσει στη σκέψη του η ιδέα ότι ίσως και να είναι ένας μόνιμος αποχωρισμός.

Και οι ενοχές; Η μπυρίτσα το βράδυ με φίλους θα μοιάζει λίγο πιο πικρή. Οι μεζέδες θα θέλουν παραπάνω μάσημα για να κατέβουν στο στομάχι. Αλλά κυρίως το χαμόγελο. Θα υπάρχει. Θα συνοδεύεται με γέλιο. Αλλά δεν θα είναι πια τόσο αυθόρμητο. Η ξενοιασιά θα είναι ελαφρώς προσποιητή, αγκαλιασμένη στην ψυχή μας με γενναίες δόσεις ενοχής που εμείς μπορούμε αλλά άλλοι όχι. Και το γέλιο των παιδιών. Αυτό το γέλιο που τόσο αγαπήθηκε, θα προκαλεί πια ένα μικρό πόνο, εκεί, κάτω από το αριστερό στήθος. Έναν πόνο σαν να θες να ουρλιάξεις, αλλά σαν να μην έχεις ούτε καν αυτό το δικαίωμα, αφού είσαι εκεί. Αφού τα έχεις όλα και τίποτα δεν έχασες βίαια.

Μια στιγμή, σε ένα μέρος από όπου λίγοι δεν έχουμε περάσει, ένα ζοφερό απόγευμα Δευτέρας, έκλεψε για πάντα την ανεμελιά του κόσμου. Στέρησε ζωές και περιουσίες. Αλλά στέρησε και ευτυχία. Στέρησε ξεγνοιασιά. Από όλους. Από κάθε έναν χωριστά. Οι καλημέρες και οι καλησπέρες μας θα είναι για καιρό πιο βουρκωμένες και οι αγκαλιές με όσους αγαπούμε θα κόβουν κάπως την ανάσα από το σφίξιμο. Ο φόβος ξαναφώλιασε μέσα μας. Η αίσθηση πως ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει, πώς σήμερα είσαι εδώ και αύριο σκόνη. Ένα δευτεριάτικο απόγευμα κατέρρευσε ο πύργος της ασφαλείας μας. Κατακάηκε η βεβαιότητα πως τίποτα δεν μπορεί να μας αφήσει αβοήθητους στα χέρια της μοίρας, εδώ, δίπλα στο κέντρο μιας πολιτισμένης πρωτεύουσας του 21ου αιώνα.

Θα ξεχάσουμε λένε όλοι. Μάλιστα θυμώνουν, γιατί δεν πρέπει να ξεχαστούν όσα συνέβησαν. Μα εγώ λέω «μακάρι να ξεχνάγαμε». Αλλά δεν ξεχνάμε ποτέ. Μπορεί σε 2-5-10 χρόνια να μας διαφεύγει ο ακριβής αριθμός των νεκρών, ή πόσα σπίτια τυλίχτηκαν στην πυρά, πόσα στρέμματα οξυγόνου, πόσα ανήμπορα ζωάκια, αλλά η ψυχή μας θα θυμάται πάντα. Θα θυμάται τον πανικό. Την αγωνία -έστω και μέσα από μια τηλεόραση. Τα σενάρια που παίχτηκαν μέσα στα κεφάλια μας, του τι θα κάναμε αν ω μη γέννετω, είχαμε πάει εκείνη τη Δευτέρα εκεί. Τα εφιαλτικά όνειρα που μας ξύπνησαν κάθιδρους και τρέξαμε στα κρεβάτια των αγαπημένων να δούμε αν όντως ούρλιαζαν, έχουν καταγραφεί στο θυμικό μας. Πότε δεν θα ξεχάσουμε γιατί τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο και ας φαίνεται σάμπως όλα να συνεχίσουν σαν πρώτα.
Όπως έχει συμβεί και με όλα τα τραγικά που έχουν σημαδέψει το συλλογικό μας αίσθημα, τα συναισθήματα και ο τρόμος θα είναι πάντα εδώ. Ίδια με όσα νιώσαμε μετά το ΣΑΜΙΝΑ. Που κανένα ταξίδι με πλοίο, ποτέ ξανά, δεν έλαβε χώρα απαλλαγμένο από ένα υποβόσκων και αδιόρατο άγχος. Ίδια με τον σεισμό του 99. Που κάνει τα βήματα λίγο πιο διστακτικά κάθε που μπαίνουμε μέσα σε πελώρια κτίρια, και νιώθουμε ένα πετάρισμα γιατί το υποσυνείδητο μας θυμήθηκε τη Ρικομέξ.

Πότε τα καλοκαίρια στο χωριό δεν θα είναι απολύτως ανέμελα και το ψήσιμο στην αυλή ποτέ δεν θα φέρνει μόνο χαρά, μετά την Ηλεία του 2007. Πότε τίποτα, ποτέ ξανά. Ομοίως τώρα. Τα καλοκαίρια μας μεταλλάχθηκαν. Τα μπάνια του λαού δεν θα γίνονται πλέον με όλο μας το είναι. Γιατί ένα μικρό τοσοδούλικο κομματάκι της ψυχής μας, θα ουρλιάζει για όσα γίναν και για όσα μπορεί να ξαναγίνουν. Η δύναμη την πληροφόρησης έφερε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, κοντά μας την συμφορά. Την ζήσαμε όλοι σα να συνέβαινε σε εμάς τους ίδιους. Σε πραγματικό χρόνο. Οι ανάσες μας κόπηκαν όχι όταν ακούσαμε τα αποτελέσματα όσων γίναν όπως σε παλιότερες πολύνεκρες καταστροφές, αλλά σε κάθε βήμα της ζωντανής παρακολούθησης των γεγονότων. Βιώσαμε τον πόνο, την οδύνη, την αγωνία, την ματαιότητα, όλοι. Γιατί πια είναι χειροπιαστή η απόδειξη πως μπροστά στο κακό, είμαστε όλοι ανήμποροι. Και δεν γίνονται διακρίσεις. Δεν σε προσπερνάει η σκοτεινιά αν είσαι έξυπνος, νέος, ψηλός, Έλληνας, πλούσιος. Σε λούζει χωρίς ερωτήσεις. Σου παίρνει την πολύτιμη ξενοιασιά σου για τα καλά. Έτσι γίνεσαι δούλος του φόβου για πάντα. Από όπου και αν είσαι και ότι και αν έχεις καταφέρει στη ζωή σου. Είναι μια απώλεια γενική και ολική. Είμαστε πια μια πόλη, μια χώρα, μια παρέα ανθρώπων, χωρίς ανεμελιά. Ένα έθνος με μια ελαφριά, ανεπαίσθητη αναπηρία. Αυτό, μαζί με τόσα άλλα, χάσαμε στη φωτιά. RIP.