Βρίσκομαι στην Βιβλιοθήκη. Κοιτάζω γύρω μου, τα κατάμεστα ράφια της. Τα ξύλα τους που λυγίζουν με τα χρόνια, σαν εξαντλημένοι Άτλαντες κάτω από το ασήκωτο βάρος της συμπαντικής ματαιότητας της ανθρώπινης σκέψης και της καταγραφής της. Εστιάζω στην ανεπαίσθητη κοιλιά που κάνουν στο κέντρο τους. Αυτά τα ράφια μου θυμίζουν κάτι ματαιόδοξους μεσήλικες που πασχίζουν να φυλακίσουν την νιότη τους που δραπετεύει, μέσα σε μια παρασφιγμένη ζώνη που χάνεται με την σειρά της στις παχιές δίπλες της παραφουσκωμένης κοιλίας τους. Σαν ένας ατέρμονος κύκλος φαυλότητας όπου η άκρη της Ακατόρθωτης Ελαφρότητας του Ιδεατού συναντά την Αβάσταχτη Πραγματικότητα του Είναι.

Αυτό είναι και το «θέμα» με τα βιβλία. Είναι ιδέες και σκέψεις που έχουν αποκτήσει φυσική οντότητα. Σε αντίθεση με τις φευγαλέες σκέψεις που τα γέννησαν καταλαμβάνουν χώρο στο παρόν, έχουν ογκομετρικότητα και βάρος. Μπορούν πλέον να τραυματίσουν, ή να σκοτώσουν σαν ύλη, ακόμη χειρότερα μπορούν να παρακινήσουν άλλους να το κάνουν στο όνομα των ιδεών, ιδεατών και ιδεολογιών που πρεσβεύουν. Μπορούν ακόμη και να σημαδέψουν την ίδια σου την ψυχή, να γίνουν μέρος της μ’ έναν συγκλονιστικά απτό τρόπο, σαν κάποια παλιά, γενναία, παιδική ουλή που όταν την ανατρέχεις με το χέρι γίνεται μια γραμμή που σε ταξιδεύει πίσω, στην στιγμή που την προκάλεσε.

Ένα βιβλίο, λοιπόν, δεν είναι κάτι αμελητέο και σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να χωρέσει ή να εκφραστεί με και μέσα σε «Λίγα λόγια». Σκέφτομαι πως το κάθε ένα από αυτά, από το πιο ασήμαντο μέχρι το πιο σπουδαίο, πριν βρει τον δρόμο του σε μένα πέρασε μέσα από τα ίδια στάδια. Από το στάδιο της αρχικής σύλληψης, την κυοφορία του με τα όλο και πιο επίμονα, πνευματικά κλωτσίδια, τις σκέψεις που απαιτούν τον χρόνο σου και κλέβουν τον ύπνο σου, το στανιό με το οποίο παίρνουν το χέρι σου κι αυτοκαταγράφονται με δική τους βούληση σε μια απελπισμένη προσπάθεια να εκφραστούν, να βγουν από τα δεσμά του μυαλού σου, να γεννηθούν.

Η χειρότερη και κρισιμότερη φάση, πριν αποκτήσει σάρκα και οστά, είναι αυτή μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, ύπαρξης κι ανυπαρξίας, σιγουριάς κι αμφιβολίας, η φάση της συγγραφής του.

Ένα βιβλίο, όπως και η έμπνευση του, μπορεί να βρίσκεται παντού. Και μ’ αυτό εννοώ, Απολύτως Παντού! Βλέπεις, ένα βιβλίο δεν μπορεί να δεσμευτεί στην βιβλιοθήκη, ούτε καν απο τους ψυχαναγκαστικότερους βιβλιοθηκάριους που τα ταξινομούν αλφανουμερικά και την διπλοκλειδώνουν κάθε βράδυ.

Έχουν ζωή και βούληση από μόνα τους. Είναι ιδέες, μην ξεχνάς, ακόμη κι αν είναι πλέον ιδέες που (αυτο)εγκλωβιστήκαν μέσα σε υλική υπόσταση.

Κάθε βράδυ, όταν δεν υπάρχουν μάρτυρες, ανακατατάσσονται όπως τους κάνει κέφι.
«Οι Κερασιές Θα Ανθίσουν και Φέτος» μιλά σοβαρά για την αναπόφευκτη κι αέναη εμπεριεχόμενη επαναληπτικότητα των τίτλων τους με το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Τα Σταφύλια της Οργής» βρίσκονται κάπως προβληματισμένα κι άβολα δίπλα σ’ ένα επιστημονικό βιβλίο για την φυλλοξήρα, ο Ζορμπάς σηκώνει έναν περήφανο Κρητικό μεσοδάκτυλο στο Αγών Μου, η Βίβλος και το Κοράνι αλληλοτρώγονται για τα όσα χάθηκαν στην μετάφραση, ο Γλάρος Ιωανάθαν Λίβινγκστον παρηγορεί τον Ζακ Υβ Κουστώ, «Άνθρωποι και Ποντίκια» μαλώνουν για «Την Τέχνη Των Αγώνων στη Βροχή», το «Αόρατο Ρήγμα» παραμένει όπως του αξίζει, αόρατο, αδιάβαστο και μόνο του για τιμωρία κι όλα τα Βιβλία του Χέμινγουεϊ τσακώνονται κατά καιρούς με όλα τα υπόλοιπα για το πως ο δικός τους Συγγραφέας ήταν καλύτερος από όλους των υπολοίπων. Κάθε βράδυ!

Βιβλία. Παντού! Στο πάτωμα, στα χαμηλά τραπέζια του καφέ, στα πάνω – πάνω ράφια, κάτω από σκόνη χρόνων, στην τουαλέτα, στα κομοδίνα, δίπλα, μέσα και κάτω από το κρεβάτι, υπερδιανοητικά παράθυρα πάνω στα πρεβάζια φυσικών παραθύρων, βιβλία-τάκοι, βιβλία που κρατάνε πόρτες ανοικτές, άλλα που τις κρατάνε ερμητικά κλειστές κι άλλα πάλι που τις παραβιάζουν διάπλατα, συμπαθητικά, αντιπαθητικά, άθλια, αγαπημένα, λατρεμένα βιβλία, βιβλία άγκυρες-βιβλία πανιά, βιβλία-βαρίδια, βιβλία-φτερά..

«Τι θέλεις να γίνεις»; το ρώτησα.
«Θα σου πω στο «Τέλος» μου» είπε, πήρε το χέρι μου κι έγραψε την «Αρχή» του…