Α το σωστό να λέγεται! Εγώ είμαι στρατιωτικός και τα λέω τσεκουράτα! (βλ. ατάκα από «Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα» για τους μη μυημένους). Εγώ φίλε μου στο έχω αποδείξει ότι είμαι άνθρωπος ακριβοδίκαιος κι ειλικρινής! Ναι;

Στα χω πει για τους Γάλλους καλοί, χρυσοί, Άγιοι, ευγενικοί αλλά και τέτοιους κρυόκωλους δεν έχω ματαγνωρίσει (μην το παίρνεις της μετρητοίς, δεν έχω ζήσει και σε πολλά κράτη υποπτεύομαι όμως ότι όλος ο Βορράς την έχει την δυσκοιλιότητά του)
Είμαστε όμως κι εμείς ε; Μέσα στη μόστρα και τη ξερολίαση ρε αδελφέ να το παραδεχτούμε.

Μεταναστεύεις στη Γαλλία και μένεις σε μια πόλη στα Βόρειο Δυτικά. Το λες ε; Δεν το κρύβεις. Και γιατί άλλωστε; Και λες κι όλο το ποίημα. Όταν σε ρωτάνε, όχι στα ξεκούδουνα! Είναι η έκτη πόλη της Γαλλίας σε πληθυσμό κι είναι έτσι κι έτσι κι περνά κι ο Λίγηρας από εκεί -λέει ένα γεια- κι έχει και τον Ατλαντικό φάτσα. Σε ρωτάνε εξηγείς. Εύλογο κι αναμενόμενο.

Μετά από τρία χρόνια που η γλώσσα σου έχει βγάλει αγνό παρθένο μαλλί έρχεται ο φίλος ο πολυταξιδεμένος, ο άνθρωπας – GPS, ο Σεβάχ ο εξερευνησιάρης και σε αρχίζει:

-Εγώ ξέρω από Γαλλία. Την έχω ταξιδέψει άπειρες φορές! Έχω πάει παντού! Τελευταία, πέρασα από Μασσαλία, Κυανή ακτή κι έτσι.

-Μπράβο φίλε. Σ άρεσε;

– Γαμάτα! (μικρή παύση, κενό)
Ναι, ναι ταξιδεύω πολύ! Κοντά δεν είστε;

-Όχι είναι πολύ νότια.

Επιμένει!

-Δηλαδή πόσο νότια;

-Είναι 900 και χιλιόμετρα από την πόλη που μένω.

-Έλα, ρε..Δεν παίζει..Μπαμ μπαμ το είχα κάνει. Λάθος κάνεις.

Σου γυρίζει ο στόμας ελαφρά γιατί η απόσταση είναι 9 ώρες με το αυτοκίνητο, εφτά μέρες με τα πόδια (πάτα το ανθρωπάκι στο γκλούγλο χάρτη να δεις) και το έχεις εξηγήσει πάρα πολλές φορές (και στον ίδιο αυτό φίλο) άλλα είσαι ευγενής και γενικά δίνεις ευκαιρίες στους ανθρώπους.. Εισαι αυτό που λέμε καλό παιδί!
-Μήπως μπερδεύεις την Νις με την Νάντη;

Ναι, αλλά δεν θα το παραδεχτεί!

-Δεν είναι κοντά στη Λυών;

Κι αρχίζει ο διάλογος ο βγαλμένος από το θέατρο του παραλόγου που θα έκανε τον Ιονέσκο να καραφλιάσει πιο πολύ από την καραφλή του τραγουδίστρια και θυμίζει οδηγίες για να σε ξύσει ο άλλος στην πλάτη.

-Όχι στη Λυών, πιο πάνω, ναι πιο αριστερά, όλο ευθεία! εκεί κάτσε σ αύτη τη λωρίδα μην στρίψεις πουθενά. Και τώρα ξύσε, ξύσε δυνατά, δώσε μ όλη σου την δύναμη!

Δεν πείθεται..την άλλη φορά θα σου πει τα ίδια!

Μετά τον ταξιδιάρη, τον «έχω πάει παντού, έχω δει τα πάντα», τον «τι να μας πεις κι εσύ από τη ζωή σου» έρχεται η «δεν σ ακούω πάρε το μηδέν»

-Καλώς την Παριζιάνα!
( με ελαφρά υποψία ειρωνείας)

-Χα χα γελάς (δεν είσαι και καμιά μουντρούχα) άλλα ευγενικά διορθώνεις (ξανά)

-Δεν μένω στο Παρίσι.

Α, ναι ναι όλοι θυμήθηκαν τώρα, ναι, ναι κούνημα κεφαλιού. Σε μισή ωρίτσα με το ρολόι ε;

-ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΕΝΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ;

Παίρνεις αμπάριζα και δίνεις πόνο:

-Την Παναγία των Παρισίων την ξέρεις; Α, πολύ ωραία έχεις πάει, τέλεια. Απέναντι ακριβώς. Φάτσα! Το θυμάσαι το βιτρό το πολύχρωμο στα αριστερά με τα χοντρά αγγελάκια; Απ έξω είναι το παραθύρι μου! Κάθε πρωί βγαίνω και κάνω κούκου στον Κουασιμόδο και την Εσμεράλδα!

-Μα απέναντι είναι το ποτάμι..

-Πίσω από το ποτάμι που τρέχει (δεν είχε ένα τραγούδι τέτοιο;) έχει κάτι χημικές τουαλέτες ναι; Ωραία, μπες ξελάφρωσε, τράβα καζανάκι κι όταν βγεις θα δεις μπροστά σου το τριώροφο νεοκλασικό μου.

-Άντε ρε με κοροϊδεύεις.

-Ε τι σε κάνω;

Μην ανησυχείς, δεν μασάει την επομένη θα σε ρωτήσει για τις τρομοκρατικές ενέργειες στο Παρίσι και πόσο ανησύχησε μήπως σε πήραν τα σκάγια στα 350 χιλιόμετρα από κει.

Στο καπάκι μετά από μερικά βασανιστικά 20λεπτα που εξηγείς στου κωφού την πόρτα, έρχεται η άλλη συνήθης ερώτηση που επίσης έχει απαντηθεί πολλάκις;

-Ρε συ μένει και η φίλη μας η Αφροξυλάνθη Φουφουτάκου στη Γαλλία. Δεν ντρέπεστε να μην πιείτε ένα καφέ μαζί, να μην πάρετε μια κούπα σαμπάνια, να μην φάτε ένα Φουά γκρα…Τόσα χρόνια φιλία… Ντροπή σας!

-Ξέρεις, μένει στα σύνορα με το Λουξεμβούργο. Είμαστε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά.
-Α! Έλα ρε συ Γαλλία είστε και οι δυο δεν είστε;

Ότι είναι η Γαλλία δηλαδή πέντε βήματα η μια πόλη από την άλλη. Εδώ Ελλάδα είμαστε, ο ένας μένει Πειραιά κι άλλος Παπάγου και κανονίζουμε ένα μήνα πριν να συναντηθούμε!

-Είναι ΟΧΤΩ ώρες ταξίδι κολλητή! Τα τρένα είναι βαγόνι και 50 ευρώ. ΠΩΣ ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ;

Δεν την νοιάζει, δεν σ ακούει, έχει περάσει ήδη στην επόμενη ερώτηση.

-Ε λοιπόν δεν καταλαβαίνω γιατί γκρινιάζεις. Μένεις στην πιο όμορφη πρωτεύουσα της Ευρώπης κι έχεις και παράπονο.

Δεν μιλάς πια. Απομακρύνεσαι ήρεμα κι αρχίζεις να κάνεις τον κόκορα σαν τον Γιώργο Κωνσταντίνου στο «Ξύπνα Βασίλη»!