Σαν απόκληρος γυρίζω, στην κακούργα ξενιτιά, περιπλανώμενος δυστυχισμένος μακριά απ ‘της μάνας μου την αγκαλιά!
Ε, τραγούδησες μία, δύο, τρείς μετά σκέφτηκες αν δεν πιάσω δουλειά θα βρεθώ όντως απόκληρος κάτω από κανένα γιοφύρι στο Σηκουάνα μέσα σε κάνα χαρτόκουτο ή και στα στενά της Μονμάρτης σαν άλλος ιμπρεσιονιστής καλλιτέχνης και δεν είμαι και για να κόβω το αυτί μου τώρα στα γεροντάματα. Και να ζωγράφιζα καλά, κομμάτια να γίνει.

Αρχίζεις λοιπόν και στέλνεις τα βιογραφικά σου, και ως εκ θαύματος σε καλούν για συνέντευξη. Αγοράζεις το ντοσιεδάκι σου και τακτοποιείς τα χαρτάκια σου ευλαβικά, τα πτυχιάκια σου, τους κόπους και τους ιδρώτες μιας ζωής (τσουρ, τσουρ, τσουρ ο ιδρώτας που στάζει ηχητικό εφέ) Τα τακτοποιείς με αλφαβητική σειρά, με χρονολογική σειρά, με την σειρά που εμφανίζονται και με την ίδια που εξαφανίζονται όταν τα ψάχνεις και δεν τα βρίσκεις. Ντύνεσαι, παίρνεις μαζί σου την ευχή της μάνας και την συμβουλή των γνωστών κι αγαπημένων Να είσαι ο εαυτός σου!

Έχεις φτάσει στο ραντεβού μισή ώρα πριν κι έχεις μασουλήσει ο,τι έχεις σε νύχι χεριού, παρανυχίδα, πετσάκια κι αν είχες χρόνο θα έφτανες μέχρι αγκώνα. Το αποφεύγεις. Σκέφτεσαι πως έχεις γεράσει πολύ γι όλα αυτά αλλά υπάρχουν και χειρότερα λες, ας ηρεμήσω. Τα λεπτά περνούν και λίγο πριν έρθει η υπέρ ευλογημένη ώρα σκέφτεσαι το λαιμό σου που έχει γίνει τσαρούχι και σου έρχεται η ιδέα να μασήσεις μια τσιχλίτσα. Εκείνη την ώρα, θα βγει ο κουστουμάκιας με την γραβάτα παλαμίδα και θα σου τείνει την παλάμη. Εκείνη την ώρα που θα πνιγείς με την γλύκα της τσίχλας και θα μασάς σαν το κρι κρι, σαν την Μαρία Ιωαννίδου στo «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» που θα χεις την τσίχλα στο πλάι σαν να πρήστηκε το απόστημα και θες επειγόντως οδοντίατρο θα βγει ο ανετούλης να σε καλωσορίσει. Για πότε εκσφενδονίζεις την τσίχλα στο πλησιέστερο καλαθάκι και τον ακολουθείς με ύφος είμαι σίγουρη για τον εαυτό μου και δεν μασάω τίποτα (πια) δεν μπορώ να σου περιγράψω. Φεύγοντας ρίχνεις και μια ματιά στην τσίχλα που έχει κολλήσει στο πλάι του κάδου γιατί ό, τι είναι να πάει στραβά θα πάει… σε διαβεβαιώνω!

Περνάς στην αίθουσα βασανιστηρίων και σου προσφέρει κάθισμα. Εκεί σου έρχονται στο κεφάλι όλες οι αηδίες που έχεις διαβάσει για την γλώσσα του σώματος και προσπαθείς να εφαρμόσεις. Πλάτη ίσια, χέρια χαλαρά μπροστά όχι δεμένα αποπνέει εσωστρέφεια, όχι πολύ χαλαρά αποπνέει παράλυση, όχι συνοφρύωμα αποπνέει ανασφάλεια, όχι μεγάλο χαμόγελο αποπνέει χαζομάρα ή αποπληξία, όχι πολλές κινήσεις έχεις άγχος (μα έχω ), όχι καθόλου κινήσεις θα νομίζουν πως πέθανες και θα σου βάζουν καθρεφτάκι στο στόμα να δουν αν ανασαίνεις. Εκείνη την στιγμή σκέφτεσαι πόσο σε δούλευαν αυτοί που σου είπαν να είσαι ο εαυτός σου, διότι αν ήσουν ο εαυτός σου θα χυνόσουν σαν χαλβάς κατσαρόλας στην καρεκλίτσα και θα ζητούσες και φραπεδάκι.

Σε κοιτάζει με νόημα και σου θέτει την ερώτηση – παγίδα που θα πρέπει να σε ισοπεδώσει, να σε λιώσει, να σε εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης ενώ παράλληλα κάνει κι ανάταση φρυδιού σαν την Σκάρλετ ο Χάρα στο Όσα παίρνει ο χάρος, ε ο άνεμος συγνώμη
-Σας πειράζει η συνέντευξη να γίνει στα αγγλικά; Πόσο μάγκας είμαι, Θεέ μου σκέφτεται, την τάπωσα την συνεντευξιαζόμενη.
-Όχι, δεν έχω πρόβλημα απαντάς άλλωστε για θέση καθηγήτριας αγγλικών έστειλες.
-Γιατί επιθυμείτε να εργαστείτε κοντά μας; έρχεται η πρώτη ρουκέτα.
-Κύριε Φουφουτίδη, ή μάλλον Φουφουτέν (επειδή είσαι Γαλλία) δεν με ενδιαφέρει καθόλου να εργαστώ κοντά σας, δίπλα σας ή και χίλια μύρια κύματα μακριά σας. Να εργαστώ θέλω απλά όπως όλος ο κόσμος! Όχι, όμως φίλε και φίλη δεν είναι αυτή η σωστή απάντηση που πρέπει να δώσεις. Πρέπει να πεις πόσο αξιόπιστο και ξακουστό και ξεχωριστό και ανυπέρβλητο είναι το σχολείο του και πόσο πάντα ονειρευόσουν να διδάξεις εκεί για να καταξιωθείς σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα, σαν προσωπικότητα, σαν επαγγελματίας και σαν ύπαρξη στο σύμπαν γενικά! Το είναι σου εξεγείρεται διότι καθόλου δεν το χεις το σπρώξε γλύψε αλλά τι να κάνεις; Για τη φουκαριάρα τη μάνα σου και το ανιψάκι σου κάνεις την καρδιά σου πέτρα!
-Και πώς θα διδάξετε ΕΣΕΙΣ τους Γάλλους και τις Γαλλίδες μαθητές και μαθήτριες αγγλικά; η δεύτερη ερώτηση που και πάλι κάνει ερώτηση παγίδα και συνοδεύεται από μια σος «φύγε από το οπτικό μου πεδίο, παρακατιανή γιατί μου χαλάς την αισθητική μου»
Εκεί έχει αρχίσει το μάτι να κάνει κάτι περίεργα τινάγματα, ο ώμος να τσινάει σαν του συγχωρεμένου του Μητσοτάκη και το ποδαράκι να κουνιέται νευρικά σαν τα πρώτα στάδια του Πάρκινσον, κούφια η ώρα που το ακούει.
Γιατί ρε παλικάρι να μην διδάξω αγγλικά δηλαδή; Copyright την έχεις την γλώσσα και με κοιτάς με ύφος: Ήξερες και στη στάνη του μπάρμπα σου στην Άνω Κουτσούβλιανη τα εγγλέζικα;
-Θα τους διδάξω με ευσυνειδησία και μεγάλη αίσθηση ευθύνης που με διακρίνει ανέκαθεν, απαντάς με θάρρος. Κι ενώ αρχίζεις να εξηγείς την μεθοδολογία που σκέφτεσαι να ακολουθήσεις σε διακόπτει πάλι με την ταχύτητα του φωτός:
-Ναι, αλλά θα μιλάτε αγγλικά στην τάξη; Πόσο αγγλικά θα μιλάτε; Θα διδάξετε και την κουλτούρα των αγγλόφωνων κρατών; Του Ηνωμένου Βασιλείου; Μόνο; Και γιατί όχι και της Νέας Ζηλανδίας; της Αυστραλίας; Του Καναδά;
-Και το χ πώς το προφέρετε; Δεν πιστεύω πολύ έντονο όπως στα ελληνικά;

Ααα, απαλά πόσο απαλά; (σαν την καρδιά ενός μαρουλιού;)
Σ αυτό το σημείο σου έρχεται μια πελώρια λαχτάρα να του κάνεις επίδειξη πως η γλώσσα που κατέχεις άριστα, δεν είναι τα αγγλικά, ούτε τα γαλλικά, ούτε καν η μητρική σου γλώσσα τα ελληνικά, αλλά τα πειραιώτικα και μαζί ονειρεύεσαι να τον ταΐσεις την γραβάτα – μαλαπέρδα για να πάψει όχι να μιλάει αλλά να πυροβολεί γιατί αυτό δεν είναι συνέντευξη αλλά καλάσνικοφ και δεν έχεις προλάβει να σταυρώσεις συλλαβή.
Αντί αυτού κι επειδή είσαι μια κιουρία απαντάς με ψυχραιμία στις ερωτήσεις του και του σφίγγεις το χέρι, σκεπτόμενη ποιο έπιπλο θα ήταν πιο αποτελεσματικό να του φέρεις στην ξερή του κεφάλα και φεύγεις τινάζοντας το μαλλί με αυτοπεποίθηση (ψεύτικη αλλά προσποιείσαι καλά!)

Τι λες; Δεν είναι όλοι οι Γάλλοι έτσι; Ασφαλώς όχι, όπως άλλωστε ούτε όλοι οι Έλληνες δεν χορεύουν συρτάκι νυχθημερόν, ούτε τρώνε ντολμαδάκια και πίνουν ούζο αντί για καφέ στο πρωινό, αλλά αυτός ήταν έτσι και σας βεβαιώνω.
Θα τον γνωρίσετε αν τον δείτε, έχει ένα στυλό Mont Blanc καρφωμένο στην παλάμη, ενθύμιο από την συνέντευξή μας! Χα!