Ο Θρασύβουλος δεν τα πήγαινε και πολύ καλά τελευταία, επαγγελματικά μιλώντας. Οι δουλειές είχαν πέσει αρκετά. Πριν αρκετά χρόνια, όταν ο κόσμος είχε πιο πολλά λεφτά για πέταμα, δεν προλαβαίνανε. Όμως τώρα, το σκέφτεται και το τριπλοσκέφτεται ο άλλος να κάνει μια μήνυση. Μια αγωγή. Μια παράσταση δικαστικού επιμελητή, βρε αδερφέ!
Δικηγόρος ο Θρασύβουλος, αυτό ήθελε να γίνει από μικρός, ονειρευόταν να αγορεύει δια της υπεράσπισης σημαντικών κατηγορουμένων στον Άρειο Πάγο, και το κοινό να κρέμεται από τα χείλη του, καθώς έβαζε τα τελειωτικά καρφιά στα επιχειρήματα του εισαγγελέα και ο πελάτης του αφηνόταν πανηγυρικά ελεύθερος! Δόξα, χρήμα, γκόμενες…όλα εκεί ήταν και τον περίμεναν.

Απλά, υπήρξε ένα μικρούλι, τοσοδά προβληματάκι. Όταν τελείωσε την πρακτική του ο Θρασύβουλος και έκατσε άλλα μερικά χρόνια να του πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας να αποκτήσει εμπειρία σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο, είχε αρχίσει να απλώνεται μπροστά του η κρίση. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ποιους Άρειους Πάγους και ποιο έκθαμβο ακροατήριο να λέμε τώρα – Προσγειώθηκε σε πιο δύσβατα και πεζά μονοπάτια.

Συγκεκριμένα μιλώντας, σε γκομενοδουλειές και διαζύγια. Γι’ αυτά τον είχαν πρώτο-πρώτο, αυξήθηκαν και τα διαζύγια με την κρίση, η φτώχεια φέρνει γκρίνια και μουρμούρα βλέπεις. Το πελατολόγιο που ερχόταν στο στενό γραφείο του Θρασύβουλου ήταν λογιών-λογιών: Ξεπεσμένοι μεγαλοκατασκευαστές πολυκατοικιών, πωλήτριες που τα έφερναν δύσκολα βόλτα και αποφάσισαν «να τον χωρίσουν τον καριόλη που τις κερατώνει Μ ΑΥΤΗΝ», υπάλληλους που αποφάσισαν ότι, τελικά, δε θέλουν να περάσουν τη ζωή τους με αυτή που τους προξένεψε η μάνα τους πριν καιρό. Απ’ όλα είχε ο μπαξές.
Εκείνη τη μοιραία Τρίτη όμως, ο Θρασύβουλος θα την θυμάται για πολύ-πολύ καιρό. Όχι γιατί έμπλεξε σε κάποια μυστήρια υπόθεση που χρειαζόταν τις νομικές του γνώσεις, όχι-όχι, καμία σχέση μ’ αυτό. Θα την θυμάται για πολύ καιρό γιατί… δε μπορούσε να συγκρατήσει τα γέλια του!

Ήρθε η Ευθυμία, η γραμματέας του γραφείου και του χτύπησε διακριτικά την μισάνοιχτη πόρτα:
«Κύριε Λιγουρέζο, μου είπε ο κ. Καρχαριάδης να στείλω σε εσάς μία νέα πελάτισσα, μπορείτε να την δείτε παρακαλώ;»
Ο Θρασύβουλος έκλεισε βιαστικά το Farmville και ίσιωσε το σακάκι του. Επιτέλους, κάτι θα έκανε καλοκαιριάτικα, εκτός από το να καμώνεται πως μεγαλώνει ραπανάκια και να ονειρεύεται τη μέρα της άδειας και τις παραλίες της Αστυπάλαιας. Ο Καρχαριάδης ήταν ο μεγαλομέτοχος του γραφείου «Καρχαριάδης, Πιασοπωπούλης και Δικηγόροι ΕΠΕ» και πολύ σπάνια ασχολούταν ο ίδιος με υποθέσεις, εκτός αν τον πλήρωναν όσο κάνει να πάρεις ένα μέτριο προς καλό αμάξι για να διαβάσει την υπόθεση. You get the point.

Γνέφοντας καταφατικά στη γραμματέα, είδε αμέσως να μπαίνει φουριόζα μέσα στο γραφείο μια κυρία με σικ ντύσιμο, μεγάλα γυαλιά ηλίου και μια τεράστια πορτοκαλί τσάντα. Μιλάμε για τσάντα-μαμούθ, όχι αστεία, παίζει να χωρούσε και δεκάχρονο παιδί μέσα με λίγη καλή θέληση.

«Καλημέρα σας. Με σας θα μιλήσω;» ξεκίνησε να λέει η ιδιοκτήτρια της τσάντας, δηλαδή η πελάτισσα. Ο Θρασύβουλος για μερικά δευτερόλεπτα σκεφτόταν γιατί στο κέρατο μπορεί κάποια να θέλει να κουβαλάει αυτό το πράγμα μαζί της, αλλά γρήγορα το ξεπέρασε. Της έδωσε την προσωπική του κάρτα χαμογελώντας.
«Μάλιστα κυρία μου, Θρασύβουλος Λιγουρέζος, θα αναλάβω προσωπικά την υπόθεσή σας και θα φροντίσουμε συνολικά ως γραφείο να πάνε όλα ακριβώς όπως τα θέλ…»
Τον διέκοψε. «Πολύ ωραία, πολύ ωραία. ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΠΑΡΩ ΟΛΑ ΚΥΡΙΕ ΛΙΓΟΥΡΕΖΟ, ΟΥΤΕ ΣΩΒΡΑΚΟ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΥ ΜΕΙΝΕΙ, ΝΑ ΖΗΤΙΑΝΕΥΕΙ ΚΕΡΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΝΟΙΑ ΤΟ ΚΑΘΙΚΙ, Ο ΑΝΕΠΡΟΚΟΠΟΣ, Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ!»
«Μάλιστα, το καταλαβαίνω, ξέρετε, στα διαζύγια υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προχωρήσετε, αλλά εξαρτώνται από την αιτιολογία για το εάν μπορείτε να διεκδικήσετε κάτι ή όχι. Η γρηγορότερη λύση, να γνωρίζετε πως είναι το συναινετικ…»
Ξαφνικά, ήταν σα να της έχυσε καυτό λάδι στο μέτωπο, σηκώθηκε από την καρέκλα και άρχισε να ωρύεται σα μανιασμένη θάλασσα στο μάτι του κυκλώνα στις Φιλιππίνες.
«ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΘΑ ΤΟΥ ΔΩΣΩ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΚΑΛΑ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ, ΑΚΟΥΣ ΕΚΕΙ, ΠΩΣ ΤΟΛΜΗΣΕ, ΠΩΣ… Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑ!!!»

Ο Θρασύβουλος ξεροκατάπιε λίγο, σκεπτόμενος ότι πρέπει να της δώσει λίγο χώρο για να εκφραστεί αλλά ταυτόχρονα να καταλάβει και τι έχει συμβεί.
«Μάλιστα. Θα θέλατε λίγο νεράκι μήπως, κυρία…»
«Ενφιετζόγλου. Μυρσίνη Ενφιετζόγλου, αχ από την σύγχυσή μου ούτε αυτό δεν πρόλαβα να σας πω! Λοιπόν, θέλω να του τα πάρω όλα, όπως πήρε κι αυτός τα δικά μου πράγματα! Πότε θα έρθετε σπίτι να δείτε και σεις τα πειστήρια; Δε θέλω νερό, ευχαριστώ.»
«Για ποια πειστήρια μιλάτε; Σας έκλεψε κάτι ο σύζυγός σας; Πρέπει να μου εξηγήσετε για να καταλάβω…»
«Τι να σας εξηγήσω τώρα, είμαι εκτός εαυτού, μόνο αν δείτε θα καταλάβετε! Έχω από κάτω το αυτοκίνητο με το σοφέρ και περιμένει, θα έρθετε σπίτι μου να μου δώσετε την επαγγελματική σας άποψη; Τον έδιωξα με τις κλωτσιές ΑΥΤΟΝ και άλλαξα ήδη κλειδαριές»
«Μα ξέρετε, δε γίνονται έτσι αυτά τα πράγμ…»
«Επειδή σας ξεσηκώνω από τις δουλειές σας θα σας δώσω και 1.000 € εκτός αμοιβής του γραφείου, μόλις πάμε σπίτι, μετρητά.»

Οι ενδοιασμοί του Θρασύβουλου έκαναν πέρα και μετατράπηκαν στην καινούργια LED 60’’ τηλεόραση που καιρό τώρα ζαχάρωνε αλλά δε του έβγαιναν τα κουκιά να πάρει. Φυσικά, ό,τι πει η πελάτισσα, έχει πάντα δίκιο άλλωστε!
Έπιασε τον χαρτοφύλακά του και την ακολούθησε. Στο ισόγειο, τους περίμενε μια Mercedes μοντέλο 2017 ή 2018, χρώματος κόκκινου Βουργουνδίας με κρεμ καθίσματα. Και είχε σοφέρ! Ο Θρασύβουλος αναρωτήθηκε πόσα λεφτά να είχε η κυρία, σίγουρα δεν πεινούσε πάντως. Μετά από λίγη ώρα, από το γραφείο στο Χαλάνδρι έφτασαν στην Πολιτεία, σε μια υπερπολυτελή μεζονέτα με κήπο, σιντριβάνι και πισίνα.

Μόλις έφτασαν, φουριόζα η κυρία ανέβηκε τα σκαλιά της μπροστινής εισόδου και του έκανε νεύμα να την ακολουθήσει. Το σπίτι ήταν πολυτελέστατο, με άρτια και μοντέρνα διακόσμηση, το πάτωμα είχε μάρμαρο από ποιος ξέρει που με περίεργα σχέδια υψηλότατης ποιότητας, γενικά το μόνο που έλειπε ήταν ένα σιντριβάνι που να ανέβλυζε χρυσά νομίσματα αρμονικά.

Η κυρία Ενφιετζόγλου έφτασε έξω από την κουζίνα και αναστέναξε. «Ορίστε, εδώ είναι, στο ψυγείο, ελάτε να δείτε κύριε Λιγουρέζο για τι πράγμα μιλάω!»
Πλησίασε ο Θρασύβουλος το ψυγείο, αλλά όπως ερχόταν δεν του έμοιαζε με ψυγείο ακριβώς, τι διάολο, πότε έκαναν τα ψυγεία να μοιάζουν με τεθωρακισμένα; Κάποια νέα μόδα θα είναι, σκέφτηκε, και στάθηκε δίπλα στην πόρτα.
Η κυρία έβαλε το δακτυλικό της αποτύπωμα σε έναν αισθητήρα κάτω από το πόμολο και ξαφνικά η οθόνη που ήταν πάνω από το πόμολο και έγραφε «STAND BY» άναψε και με μεγάλα γαλάζια γράμματα έγραψε «ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥ ΧΡΗΣΤΗ: ΜΥΡΣΙΝΗ, ΕΝΦΙΕΤΖΟΓΛΟΥ. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΥΛΙΚΩΝ: ΣΧΕΔΙΟ Α. ΠΛΑΝΟ ΦΑΓΗΤΟΥ: ΖΗΑ-4529. ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ, ΕΚΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ…»

Το ψυγείο άρχισε να βγάζει πολύ περίεργους θορύβους, σαν κάποιος να κουνούσε ρομποτικά χέρια και να κουνούσε πράγματα. Ο Θρασυβουλος έκανε δυο βήματα πίσω. Ρε, λες να είχε μπλέξει με καμιά τρελή; Δεν είχε πει και σε κανέναν ότι θα ήταν εδώ, θα τον έβρισκαν νεκρό, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι θα πήγαιν…»

Ο θόρυβος σταμάτησε. Η κυρία Ενφιετζόγλου άνοιξε το ψυγείο, και ουρλιάζοντας σχεδόν αναφώνησε «ΙΔΟΥ! ΟΡΙΣΤΕ! ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΡΑΦΙ ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΑΧΡΕΙΟΣ, ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ, ΑΥΤΟΣ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΧΑΡΙΣΑ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ!»
Πλήσίασε ο Θρασύβουλος, κοντά, και είδε κάτι που δεν είχε ξαναδεί και μάλλον δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ στη ζωή του. Το ψυγείο…Όχι, δε μπορεί να έβλεπε καλά. Ανοιγόκλεισε λίγο τα μάτια του. Κι όμως ρε φίλε, καλά έβλεπε! Απίστευτο!!!
Το ψυγείο είχε λέιζερ προστασίας σε κάθε ράφι. Όχι ένα. Είκοσι και βάλε. Τα μισά ράφια ήταν χρωματισμένα γαλάζια και τα μισά ροζ. Όταν άνοιξε το ψυγείο η κυρία Ενφιετζόγλου, τα ροζ ράφια ήταν ελεύθερα προς χρήση, τα γαλάζια όμως, ήταν γεμάτα laser, πράσινες ακτίνες που κάλυπταν όλο το ράφι σε ένα πλέγμα και ήταν αδύνατο να βάλεις το χέρι σου στο ράφι χωρίς να τις κόψεις στη μέση.

Το δεύτερο ροζ ράφι είχε κάτι που έμοιαζε με μεγάλη αυγοθήκη, με 4 θέσεις, αλλά ήταν άδεια, τελείως άδεια.
Ο Θρασύβουλος ξερόβηξε. «Συγγνώμη…με όλο το θάρρος κυρία Ενφιετζόγλου, τι είναι αυτό, τι είναι αυτά τα laser στο ψυγείο σας και τι θα έπρεπε να βλέπω στο ράφι που μου δείχνετε;»

«Α, ναι, έχετε δίκιο, δεν σας εξήγησα. Τα laser είναι αμυντικό σύστημα. Αν πάει ο οποιοσδήποτε να πάρει κάτι από ράφι που δεν του ανήκει, του καίει στιγμιαία το χέρι και στέλνει ειδοποίηση στον ιδιοκτήτη του ραφιού με SMS, Viber, και email. Στο δεύτερο ράφι, είχα τα Dekopon, 4 κομμάτια 150 EUR τα παίρνω, αυθημερόν έρχονται από την Osaka στην Ιαπωνία!»

«Τα…ποια; Τι είναι τα Dekopon, φάρμακα κάποιου είδους;»
Ξέσπασε σε γέλια η κυρία. «Χαχαχαχα, τι φάρμακα καλέ, DE-KO-PON. Δεν τα ξέρετε; Είναι διασταύρωση μανταρινιού και πορτοκαλιού, από την Ιαπωνία, τα πιο νόστιμα και εκλεκτά εσπεριδοειδή στον κόσμο! Τα είχα εκεί, που λέτε, είχαν έρθει μόλις από το Βενιζέλος, και πετάχτηκα μέχρι το κομμωτήριο. Μετά από 3 ώρες που γύρισα, ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ, είχε χρησιμοποιήσει τον κωδικό έκτακτης ανάγκης και ΤΑ ΕΦΑΓΕ ΟΛΑ!»

Ο Θρασύβουλος ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του και μια ακατανίκητη επιθυμία να κλάσει στα γέλια, αλλά χμμμμφΑΡΓΚ δεν ήταν σωστό… Μετέτρεψε το γέλιο σε ένα ξερόβηχα για να μη σκάσει.
«Συγγνώμη, για αυτό το πράγμα θέλετε να πάρετε διαζύγιο; Ξέρετε, οι αιτίες συνήθως είναι πιο σύνθετες, απιστία, εγκατάλειψη συζυγικής στέγης, διαφωνίες για τα παιδιά, ασυμφωνία χαρακτήρων και τέτοια.»
«ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ! Ασυμφωνία χαρακτήρων! Παιδιά, δεν έχουμε, μόνο σκυλιά και γατιά έχουμε, αλλά δε μπορώ να ζήσω άλλο με αυτόν τον άνθρωπο! Τα είχαμε πει, τα συμφωνήσαμε. Όλα είναι καλά μεταξύ μας, μέλι-γάλα, τέσσερα χρόνια ευτυχισμένοι μαζί και παντρεμένοι, αλλά ΔΕΝ ΘΑ ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΦΑΓΗΤΑ ΜΟΥ και εγώ ΔΕΝ ΘΑ ΤΡΩΩ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ, ΓΚΕΓΚΕ?! Γι’ αυτό πήραμε αυτό το ψυγείο, ειδική παραγγελία από την Κορέα το κάναμε, για να μην υπάρχει καμία διαφωνία για το ποιος τρώει τι. Τα Dekopon ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΔΙΚΑ ΜΟΥ, ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ; Αυτός έχει καρπούζι Densuke αν θέλει να φάει φρούτο!» είπε δείχνοντας στο τρίτο ράφι, που ήταν γαλάζιο και είχε laser μπροστά.

Ο Θρασύβουλος είδε ένα μαύρο καρπούζι που δεν είχε ξαναδεί ούτε κατά διάνοια και συμπέρανε πως θα ήταν κι αυτό κάποια ειδική ποικιλία από την Ιαπωνία, τη Βανουάτου, το Πράσινο Ακρωτήρι ή και το Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, άμα λάχει. Προφανώς δεν τους ένοιαζε ο τόπος προέλευσης εδώ μέσα. Λεφτά υπήρχαν.

Έβγαλε ένα σημειωματάριο και ξεκίνησε να σημειώνει.
«Μάλιστα, καταλαβαίνω, έχετε απόλυτο δίκιο, θα του πάρουμε τα σώβρακα, όπως επιθυμείτε κυρία Ενφιετζόγλου, είναι αποτρόπαια συμπεριφορά αυτή και εξόχως κατακριτέα», έλεγε καθώς σημείωνε στο σημειωματάριο, όχι λεπτομέρειες για την υπόθεση, αλλά όλα τα μοντέλα home cinema που ήθελε να κοιτάξει να παραγγείλει με τα λεφτά που θα χρέωναν την πελάτισσα, καθώς 40% των χρεώσεων ανθρωποωρών πήγαιναν σ’ αυτόν.
Και η κυρία Ενφιετζόγλου, θα πλήρωνε πολλές ώρες. Πάρα πολλές ώρες. Χώρια που θα έπρεπε να ταξιδέψουν στην Ιαπωνία για να έχουν και από εκεί μαρτυρίες για την αξία των φρούτων, δε γίνεται αλλιώς άλλωστε, σιγά μην ήξεραν οι δικαστές το Dekopon και το Densuke!

Ο Θρασύβουλος πήρε το φακελάκι του και γύρισε στο γραφείο. Μετά από δύο-τρία χρόνια, όταν τελεσιδίκησε η διαδικασία, ο δικαστής δικαίωσε την κα. Ενφιετζόγλου και υποχρέωσε τον κο. Ενφιετζόγλου εκτός από διατροφή να καταβάλλει και 12 μανταρίνια Dekopon το μήνα στην κα. Ενφιετζόγλου.

Ο Θρασύβουλος, εκείνη τη μέρα που πήρε και την πληρωμή με bonus επειδή κέρδισαν, είχε πάει στην Bang & Olufsen και είχε αγοράσει τα καλύτερα ηλεκτρονικά, αναγνώριζαν μέχρι και τη μυρωδιά της κολόνιας του και άναβαν αυτόματα. Επίσης είχε αναδιακοσμήσει όλο το σπίτι του και είχε πάρει καινούργιο αμάξι. Επιτέλους, είχε έρθει η δικαίωσή του για το ότι έγινε δικηγόρος. Έστω και από μια σαλεμένη με υπερβολική αγάπη στα μανταρίνια! Χαμογέλασε και πήρε τηλέφωνο το Λιτσάκι, να έρθει σπίτι να δουν καμιά ταινία…