Κάποτε υπήρξε μια νεαρή μάγισσα που έμενε μόνη μες το δάσος. Οι άνθρωποι έλεγαν πως ήταν περίεργη, πως διάβαζε όλη μέρα βαριά βιβλία, μάζευε τα ζώα του δάσους κοντά της, δέχονταν κόσμο από μακρινές πολιτείες στο σπίτι της και στο ίδιο τσουκάλι που μαγείρευε για τους καλεσμένους της έφτιαχνε και όλα τα φίλτρα και τα γιατροσόφια της.

Η μάγισσα είχε γεννηθεί μάγισσα και θα πέθαινε μάγισσα. Λίγα πράγματα φοβόταν στη ζωή της και το σκοτάδι, οι δαίμονες και τα ζώα του δάσους δεν ανήκαν σε αυτά τα λίγα. Περισσότερο φόβο έκρυβε μέσα της για τη μοναξιά, τις αρρώστιες και τους πόνους που δεν ήξερε να γιατρέψει, για τους κυνηγούς και τους ανθρώπους που κάποιες φορές ερχόντουσαν κοντά στο σπίτι της ανάβοντας φωτιές και φωνάζοντας κατάρες εναντίον της στους ανέμους. Η μάγισσα δεν θυμόταν να έχει πειράξει κανέναν τους ποτέ κι όμως εκείνοι είχαν διαφορετική άποψη.

Κάποτε υπήρξε ένας λύκος που έμενε μόνος μες το δάσος. Δεν ζούσε πάντα μόνος, κάποτε ήταν ο αρχηγός μιας μεγάλης αγέλης, προστάτευε και καθοδηγούσε ώσπου ήρθε ένας άλλος, νεότερος και πιο δυνατός και του πήρε τη θέση. Έτσι ο λύκος είχε αποχωρήσει από την αγέλη προτιμώντας να παλεύει κάθε μέρα μοναχός του ενάντια στους ανθρώπους με τα όπλα τους και στα άλλα ζώα του δάσους παρά να ακολουθεί την αγέλη με τη ντροπή χαραγμένη στις ουλές του προσώπου και του κορμιού του.

Ο λύκος είχε γεννηθεί λύκος και θα πέθαινε λύκος. Λίγα πράγματα φοβόνταν στη ζωή του και το σκοτάδι, οι δαίμονες και τα ζώα του δάσους δεν ανήκαν σε αυτά. Φόβος φώλιαζε μέσα του για τη μοναξιά, τους κυνηγούς και τους αγρότες που έστηναν ατσάλινες παγίδες εναντίον του, που τον παραμονεύαν τις νύχτες πλάι στα κοτέτσια και τις στάνες τους με όπλα και αιχμηρά ραβδιά αρνούμενοι να σεβαστούν το κύκλο της ζωής. Ο λύκος δεν θυμόταν ποτέ να έχει πειράξει στα αλήθεια έναν άνθρωπο ή να έχει ορμήσει σε ένα από τα μικρά τους αλλά εκείνοι είχαν διαφορετική άποψη.

Ο καιρός κάποτε τα έφερε έτσι που η μάγισσα και ο λύκος συναντήθηκαν. Εκείνη έψαχνε για μανιτάρια και εκείνος ακολουθούσε τη μυρωδιά ενός μικρού ζώου όταν αντιλήφθηκε μια ξένη μυρωδιά να τον πλησιάζει. Σήκωσε το κεφάλι, τα αυτιά έγειραν προς τα πίσω τα τέσσερα πόδια πάτησαν γερά στο χώμα έτοιμα για επίθεση όμως αυτό που αντίκρισε τον έκανε να σαστίσει. Η γυναίκα έμοιαζε με άνθρωπο, πατούσε στα δύο της πόδια και είχε μακριά μαλλιά, δέρμα γυμνό από τρίχωμα και μικρά δόντια αδύνατα να τον βλάψουν, όμως δεν είχε τη μυρωδιά τους. Δεν ήταν μια από αυτούς απλά τους έμοιαζε.

Η μάγισσα χαμογέλασε απέναντι στο άγριο πλάσμα του δάσους. Πρώτη φορά έβλεπε λύκο από τόσο κοντά, πρώτη φορά μπορούσε να θαυμάσει το τρίχωμα και το δυνατό του σώμα. Αργά και πολύ προσεκτικά γονάτισε μπροστά του. Ο λύκος γεμάτος περιέργεια παρατηρούσε αυτό το πλάσμα που έμοιαζε με άνθρωπο να κατεβαίνει στο ύψος του, στη πραγματικότητα λίγο πιο κάτω από εκείνον και να τον κοιτάζει στα μάτια.

Μάγισσα και λύκος κοιτάχτηκαν. Άνθρωπος και θηρίο βυθίστηκαν ο ένας μέσα στον άλλο και πριν το καταλάβει ο λύκος εκείνη είχε απλώσει το χέρι της να τον αγγίξει. Ο λύκος γρύλισε, η γούνα στη ράχη του ορθώθηκε και τα μάτια του στένεψαν καθώς η μάγισσα τραβούσε το χέρι της μακριά και έπεφτε προς τα πίσω σίγουρη ότι θα της ορμήσει. Εκείνος όμως έκανε αναστροφή και χάθηκε μακριά της.

Όχι πολύ μακριά όμως μιας που αυτό το συγκεκριμένο δίποδο του είχε τραβήξει την περιέργεια. Την ακολουθούσε όλη μέρα στο δάσος, την έβλεπε να μαζεύει με προσοχή βότανα και χορτάρια και μανιτάρια και να μιλά στα ζώα που περνούσαν από το μονοπάτι της, την έβλεπε ανά τακτά διαστήματα να κοιτάζει τριγύρω σαν να περίμενε κάτι ή κάποιον και μόνο όταν την ακολουθούσε ως το σπίτι της κατάλαβε πως εκείνον περίμενε να εμφανιστεί.

Η μάγισσα ήξερε πως ο λύκος ήταν κοντά της όλη την ημέρα. Καταλάβαινε πως για κάποιο λόγο το θηρίο δεν ήταν επιθετικό απλά περίεργο για τη παρουσία της στα λημέρια του όμως καταλάβαινε επίσης πως ο λύκος δεν είχε τραφεί. Έτσι φτάνοντας στο σπίτι της πήρε ένα από τα κουνέλια που είχε γδάρει για τον εαυτό της και το άφησε στην αυλή.

Δεν ξέρω αν αυτό με κάποιο τρόπο σε προσβάλει όμως καταλαβαίνω πως δεν τράφηκες μάλλον σήμερα. Είναι το δώρο μου για εσένα., του φώναξε η μάγισσα πριν αποτραβηχτεί στην ασφάλεια του σπιτιού της και ο λύκος που ήταν κουρασμένος και σίγουρα πεινασμένος πλησίασε το ζώο, μύρισε τη φρεσκάδα του αίματος και το έφαγε.

Κάθε μέρα μετά από αυτό ο λύκος παραμόνευε γύρω από το σπίτι της μάγισσας. Όχι για το φαγητό, αλλά για χάρη της. Πως μπορούσε ένα δίποδο πλάσμα να προστατευτεί σε τούτο τον κόσμο; Στο κόσμο του; Δεν είχε ούτε όπλο ούτε παγίδες, δεν είχε γούνα δυνατά πόδια, φτερά ή μυτερά δόντια και νύχια κι όμως είχε διαλέξει το κόσμο τον δικό του για να ζήσει. Γρήγορα κατάλαβε πως και η μάγισσα έκανε την ίδια μοναχική με εκείνον ζωή. Ακόμα πιο γρήγορα κατάλαβε πως οι άνθρωποι φέρονταν σε εκείνη όπως φέρονταν και σε εκείνον. Δεν τη καταλάβαιναν και ότι δεν μπορούσαν να καταλαβαίνουν ήθελαν να το διώξουν μακριά τους, να το εξαφανίσουν. Τους είδε κάποτε να ανάβουν μια μεγάλη φωτιά κοντά στο σπίτι της και να τη περιμένουν να βγει από τη πόρτα για να της επιτεθούν. Τη στιγμή που η μάγισσα εμφανίστηκε ο λύκος έτρεξε στο πλάι της, γρυλίζοντας στις σκιές των ανθρώπων έτοιμος για μάχη αρνούμενος να φοβηθεί τη φωτιά που μαίνονταν πίσω τους.

Φύγε, του είπε εκείνη με τη κάπνα να λερώνει το πρόσωπο της. Το έχουν κάνει ξανά, φύγε εσύ να σωθείς.

Και ο λύκος γέλασε. Γέλασε δίχως να φεύγει από το πλευρό της κοιτάζοντας αυτό το δίποδο που ήθελε να σώσει τη δική του ζωή. Εσύ να φύγεις. Σε εμένα έχουν κάνει χειρότερα, έχω τις ουλές να το αποδείξω έχω τη πείρα της αγέλης. Εσύ τι έχεις;

Η μάγισσα κοίταξε τριγύρω της. Αυτό το βράδυ δεν ήταν σα τα άλλα. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν ανάψει τόσο μεγάλη φωτιά, ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί δεν είχαν έρθει για εκείνη.

– Είναι το σπίτι μου εδώ δεν μπορώ να το αφήσω.

– Το σπίτι σου είναι το δάσος, σε έχω δει ανάμεσα στα δέντρα και τα ζώα, δεν έχεις ανάγκη από τίποτε άλλο.

– Δεν βλέπω να φτάσω ως το δάσος, θα σκοτωθώ μες το σκοτάδι αν αρχίσουν να με κυνηγούν.

– Κανένας δεν θα σε κυνηγήσει, τη διαβεβαίωσε ο λύκος και χωρίς δεύτερη σκέψη όρμησε μπροστά με νύχια και δόντια ανοίγοντας δρόμο για τη μάγισσα που τον ακολουθούσε.

Το ξημέρωμα οι δυο τους στάθηκαν εκεί που κάποτε στέκονταν το σπίτι της. Τώρα δεν ήταν τίποτε παραπάνω από στάχτες στο έδαφος και η μάγισσα τρομαγμένη και αβέβαιη για πρώτη φορά άρχισε να κλαίει. Κι όμως, είχε κάτι θυμωμένο το κλάμα της, ένα κρυμμένο ουρλιαχτό που αρνούνταν να υποταχθεί και έκανε το λύκο να ουρλιάξει δυνατά ενώνοντας τη φωνή του με τη δική της. Άνθρωπος και θηρίο ενώθηκαν εκείνο το ξημέρωμα μέσα από το κοινό τους κλάμα που έκανε τους ανθρώπους να πεταχτούν απότομα από τα κρεβάτια τους, φοβισμένοι. Το κοινό τους ουρλιαχτό, σημάδι μιας νέας αγέλης που ξεκινούσε το κοινό της δρόμο, απόδειξη πως ακόμα και τα ανόμοια μπορούν να συνυπάρξουν.

Δεν θα φοβηθείς τίποτα πια, της υποσχέθηκε ο λύκος. Θα κοιμάσαι κοντά μου, θα σε κρατώ ζεστή και ασφαλή, θα ξεσκίσω όποιον τολμήσει να σε πειράξει.

Δεν θα είσαι ποτέ ξανά μόνος. Του υποσχέθηκε η μάγισσα. Θα ζήσω μαζί σου στο δάσος, θα τρέχω δίπλα σου περήφανη και θα γιατρεύω τις πληγές σου.

Λύκος και μάγισσα είχαν συναντηθεί τελικά. Ο λύκος είχε γεννηθεί λύκος και λύκος θα πέθαινε. Η μάγισσα είχε γεννηθεί μάγισσα και μάγισσα θα πέθαινε όμως όχι μόνοι τους πια. Ποτέ ξανά μόνοι.