Δεκαπενταύγουστος. Κατάνυξη. Παναγία Σουμελά. Τήνος. Φύση.
ΟΧΙ!!

15αύγουστος ίσον πανηγύρι! Και πανηγύρι ίσον τσίκνα από κοντοσoυβλιασουβλακιαμπιφτεκιαλουκανικαμεπρασο (μόνο! Μην ακούσω τίποτα μ@λ@κίες με πορτοκάλι, δαμάσκηνο, φραμπουάζ, έξω απ’αυτό το post τώρα!), φουλ echo/distortion/reverb/sustain από την κονσόλα και τα ηχεία (ναι, ΟΚ , ξέρω δεν είστε της ηχοληψίας, φανταστείτε απλά αυτό το θόρυβο που μοιάζει με παραδοσιακή μουσική, ναι; ) και φυσικά σκηνές απείρου κάλους με κάτι τελειωμένους τυπάδες, ζάντα από τα τσίπουρα να λικνίζονται ( ; ) κάτω από τις κραυγές (γιατί τραγούδι δεν το λες) της νταλκαδιάρας αοιδούς (και αηδούς, εκ του αηδία, τεσπα συνεχίζω).

Μεγάλη μέρα λοιπόν στο εξωτικό χωριό των 5 μόνιμων κατοίκων (μαζί με τα σκυλιά και τις αρκούδες) όπου αποφάσισες με μισή καρδιά είν’η αλήθεια να πας, κάνοντας για πολλοστή φορά το χατίρι των γονικών σου («άντε έλα να κάνουμε Παναγιά όλοι μαζί σαν οικογένεια, εκεί είναι η Αντίπαρος δεν φεύγει, πας και αργότερα, θάρθει κι η θεία σου η Μελπομένη με τον θείο σου τον Αναξίμανδρο να φάμε όλοι μαζί»), λες δε γαμ..θα πάω. Εκεί που αράζεις λοιπόν στον πλάτανο κι ακούς τα πουλάκια να κελαηδούνε και τα προβατάκια να βελάζουν (μαζί με τη σχετική μυρωδιά βέβαια, αλλά ας μη το κάνουμε θέμα και μας πουν φλώρους πρωτευουσιάνους) πέφτει η ιδέα απ’την παλιοπαρέα να πάμε στο διπλανό χωριό όπου παίζει πανηγύρι με αστεράτες φίρμες, τύπου Σούλα Κλαρίνογλου και Τάκης Γαρδούμπας στα φωνητικά και σόλο κλαρίνο ο Μάκης ο Αγλέορας (ώπα, respect, για τον Αγλέορα πάω!)

Δεν αρνείσαι για να μη χαλάσεις και το μπούγιο οπότε φτάνεις με τα κατάλληλα εξαρτήματα, μπουφανάκι γιατί στα 800 μέτρα δεν αστειεύεται, Αύγουστος ξεαύγουστος βαράει κάτι 12 βαθμούς (!!) στις 12 τη νύχτα για ναναι ασορτί, αντικουνουπικά και ωτοασπίδες (γιατί παίζει να μην την παλεύεις από ένα σημείο κι έπειτα) και σκας μύτη στην κλασικού τύπου κυκλική πετρόχτιστη πλατεία με την πλατανάρα στη μέση, στη σειρά τραπέζια μπροστά για τους επίσημους (παπάς, δάσκαλος, ενωμοτάρχης, κοινοτάρχης, δεν αλλάζουν αυτά, direct from the 50s) και τέρμα γωνία η μήκους 8μιση και κάτι χιλιομέτρων ψησταριά με καμιά 10αριά κάθιδρους ταλαίπωρους ψήστες να ποτίζουν με τον τίμιο ιδρώτα τους τα σουβλάκια που θα φας μετά (ίου!). Φυσικά όσο τέρμα άκρη και να είναι η τσίκνα σύντομα ποτίζει βαθύτατα όλο σου το είναι, πράγμα το οποίο αντιλαμβάνεσαι απ’το πόσα σκυλιά και γατιά έρχονται στα πόδια σου και σε μυρίζουν και ξερογλείφονται.

Πάνω που αρχινάς να πεις μια κουβέντα για τις επιδοτήσεις και το αν και κατά πόσο ο δάκος κι η μουχρίτσα κάναν ζημιά στις καλλιέργειες κι αν η ΜΠαοκάρα θα το κουνήσει τελικά το ρημαδοσέντονο του Τσου-Λου στην Τούμπα, φτάνουν στα αυτιά σου οι πρώτοι ήχοι της ορχήστρας.

Ένα, ένα, να, αα..Ναι, ναι, αι, αι, τεστ, εστ ,στ..Τς,τσς,τ..Τουρουρουρου, ρουρου (δοκιμή κλαρίνου), πρραττατρρταρ (δοκιμή τρομπέτας, ναι έχουμε και χάλκινα, Μακεδόνας είσαι αφού!), τιρινινιρρινιρρ (δοκιμή «γιαπωνέζου», αυτή η μάστιγα, τί σκατά δουλειά έχουν τα πλήκτρα σε πανηγύρι ρε μπούστη μου!)

Κυρίες και κύριοι, ύριοι, ύριοι, καλως ήρθατε και φέτος, έτος, τος, ος, σας ευχόμαστε να περάσετε όμορφα, ορφα, φα και να διασκεδάσετε, άσετε, ετε, τε. Σε λίγο θα γίνει και η κλήρωση των λαχνών, αχνών, ων όπου θα μοιραστούν πλουσιοπάροχα, δώρα, ώρα, ρα (βλ. 10 τενεκέδες φέτα απ’το τυροκομείο του Ζήκου, 8 τενεκέδες λάδι απ’τον συνεταιρισμό, 2 ζεύγη επίχρυσων βελόνων για πλέξιμο σεμέν κλπ.κλπ.)

Αφού παινέψουμε τα εκλεκτά ψητά χοιρινά/μοσχάρια/κοτόπουλα/αρνιά/καμήλες/ελέφαντες/ιαγουάρους και έχουμε ήδη κάνει κεφάλι με τη μπόμπα ΜΠΑΟΚ-Ρετσίνα-Μαλαματίνα αρχίζει η βάναυση προσβολή των ακουστικών πόρων με τα τοπικά δημοτικολαϊκά άσματα (καθότι έχεις κάνει και κάποια χρόνια ωδεία στα μικράτα σου κι έχεις αυτό το βίτσιο εκεί που οι άλλοι μερακλώνουν εσύ να ακούς τον μπασίστα που παίζει φάλτσα). Να σημειώσουμε παρεπιπτόντως ότι κάθε σοβαρό εναλλακτικό underground λαϊκό/δημοτικό άσμα (a.k.a. σκυλάδικο/πανηγυριώτικο) που σέβεται τον εαυτό έχει καταλήξεις σε -α, π.χ. «σ’αγαπάει όπως εγώα, σ’αγκαλιάζει όπως εγώα» ή «ζαφειρέενια μοοααα» κλπ.κλπ.

Στο dt λοιπόν αδειάζουν τα τραπέζια και γεμίζει η ας την πούμε πίστα-πλατεία με μοντέλα Armani και Hugo Boss και χτένισμα Ποσειδώνιο/Αστέρια/Frangelico – γιατί είπαμε, χωριό ξεχωριό δεν είμαστε τίποτα δευτεράντζες να βγούμε με την γκλίτσα και τα τσαρούχια – και γίνεται ο σχετικός χαμούλης. Εσύ είσαι σε φάση « αυτοκτονώ με ακαριαία κατάποση όλου του κοντοσουβλίου ΜΕ τη σούβλα» αλλά σηκώνεσαι κι εσύ να ρίξεις μια γυροβολιά να σε καμαρώσει η μάνα σου και να επιδείξει τον λεβέντη της στις θείτσες, όπου φυσικά ο λεβέντης ήδη αναπολεί το camping στην Αντίπαρο με τις κιθάρες γύρω απ’τη φωτιά και γενικώς τη φάση flower-power in Aegean sea.

Το κορυφαίο φυσικά έπεται μετά από κάποιες ώρες όπου οι σερβιτόροι, συνήθως μέλη του τοπικού μορφωτικού/πολιτιστικού/εξωραϊστικού συλλόγου μαζεύουν τα αποφάγια και προσγειώνουν με μαεστρία πάνω στα τραπέζια τον υπέρτατο πρωταγωνιστή της βραδιάς : το ΤΣΙΒΑΣ! Το Chivas ρε φίλε! Στο κωλοχώρι! Δε χρειάζεται να είσαι χημικός για να αντιληφθείς τις συνέπειες του συνδυασμού ρετσίνας-τσίπουρου-Τσίβας οι οποίες καθίστανται προφανείς με το που γυρνάει ο ρελές της ορχήστρας στο εναλλακτικό underground λαϊκό (a.k.a. σκυλάδικο, το’παμε) κι αρχίζουν οι σπονδές στον Καρρά στον Αντύπα και στην Catherine Stanis. «Αναστατώνομαια, αναστατώνομαια, μαζί σου μάτια μοα, απογειώνομαια» κι απογειώνονται τραπέζια καρέκλες πιάτα ποτήρια κοψίδια μπουκάλια και γίνομαι χάλια από πάνω ως κάτω οπότε εκεί πλέον σημαίνει η τελετή λήξης για μένα, τα μαζεύω πάραυτα, τους φιλώ όλους σταυρωτά στα γρήγορα, μπαίνω στο αμαξάκι, οδηγώ μέχρι το κοντινότερο αεροδρόμιο, τελευταία πτήση για Ελ.Βενιζέλος, προσγειώνομαι, Πειραιάς, καραβάκι και Αντίπαρο με το ιστορικό ρεκόρ των 10 ωρών πόρτα-πόρτα (ή μάλλον πλατεία – σκηνή)!

Διότι το συμπέρασμα αγαπητέ αναγνώστη είναι ότι χωριό και 15αυγουστος ΔΕΝ σημαίνει φύλλα που θροΐζουν, ποταμάκια που κυλάνε, προβατάκια που βελάζουν και λοιπά. Σημαίνει ΜΠανηγύρι, την ΜΠαναγία μου μέσα. ΜΠαοκάρα ρε, εν κατακλείδι (είπαμε, Βορειοελλλλαδίτης είσαι, αφού!)
Άντε και του χρόνου με υγεία!