Πότε έγινε το “εμείς” “εγώ” και “εσύ” και ενδιάμεσα ένας τοίχος;

Πότε σταμάτησε να χτυπάει η καρδιά μου με λαχτάρα και πόθο όταν έβλεπα το όνομα σου στο κινητό μου και μετατράπηκε σε “τι θέλει αυτός πάλι, να με ταράξει θέλει;”

Πότε έγινε το “πότε θα σε ξαναδώ” σε “μακάρι να μη σε ξαναδώ ποτέ μου”;

Που ήμασταν όταν πέθανε η αγάπη μας;

Γιατί με αγάπησες. Το ξέρω. Λίγο, πολύ, λάθος, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως με αγάπησες. Και σ’αγάπησα και γω πολύ, άσχετα που δεν το παραδέχομαι πια ποτέ και σε κανέναν. Μπορεί να μην είσαι πια ο ίδιος άνδρας που ερωτεύτηκα, μπορεί να μην ήσουν και ποτέ, μπορεί να είχες προσποιηθεί πολύ καλά πως ήσουν κάποιος άλλος, καλύτερος άνθρωπος από αυτόν που ανακάλυψα στη πορεία. Δεν έχει σημασία. Κάποια στιγμή, ότι κι αν ήσουν, εγώ σε αγάπησα πολύ.

Και δε ξέρω γιατί τα θυμάμαι τώρα όλα αυτά. Ίσως φταίει και αυτό το παλιοτραγούδι που έτυχε να ακούσω μετά από χρόνια στο ραδιόφωνο στο αμάξι.

στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω 

Μα, δεν ήταν τεράστια τα θέλω τα δικά μου. Λίγα ήταν και μικρά. Να νιώσω ασφαλής, μόνο αυτό ζητούσα. Και απέτυχες οικτρά να μου το προσφέρεις. Και γω; Εγώ σε τι απέτυχα; Τι δεν έγινα, που λαχταρούσες; Να παραμείνω ξέγνοιαστη και ανάλαφρη για πάντα; Να κοκαλώσει ο χρόνος αναλλοίωτος στο πρόσωπο μου, στο σώμα μου, στις φιλοδοξίες και τις πεποιθήσεις μου; Δεν γίνεται καλέ μου, δεν είμαι άγαλμα και οι μέρες που περνούν αφήνουν πάνω μου πατημασιές, έπρεπε να με αγαπάς και για αυτές, όχι να μου θυμώνεις.

Και πέρασε καιρός και δε μου λείπεις καθόλου πια, ξεκάθαρα είμαι καλύτερα χωρίς εσένα, δε σκάλωσα στην φυγή σου, πήγα παρακάτω.

Μα είναι αυτό το
Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο
που μου σκίζει την καρδιά. Γιατί νόμιζα πως άξιζε. Κι ας ήταν δύσκολο. Πολύ. Το ίδιο νόμιζες και συ, το ξέρω. Και δεν ξέρω πια αλήθεια, τι ισχύει. Δεν άξιζε, ή δεν προσπαθήσαμε αρκετά;

Δεν αντέξαμε μαζί και χαθήκαμε μακριά, σε άλλους παραδείσους και κολάσεις. Άραγε με σκέφτεσαι ποτέ; Σκέφτεσαι ποτέ το μέλλον που δε ζήσαμε; Τις Μονεμβασιές που δεν περπατήσαμε, το κρασί που δεν ήπιαμε, τα γέλια που δε κάναμε, τα συγνώμη που δεν είπαμε;

Είμαι κολλημένη στην κίνηση, το τραγούδι παίζει και το μυαλό σερφάρει. Είχα πολύ καιρό να σε σκεφτώ, τι στην ευχή μου συμβαίνει τώρα. Και σίγουρα δε σε θέλω πίσω, ούτε καν. Μα θα ήθελα να βρεθούμε μια φορά ρε συ. Να κάνεις ένα τσιγάρο δίπλα μου. Να πιω δίπλα σου μια γουλιά καφέ. Και ας μην πούμε πολλές κουβέντες. Ας μην πούμε και τίποτα αν δεν θες, δεν έχει σημασία. Μα έτσι, για 5 λεπτά, να κοροϊδέψουμε το παρόν που δεν ζούμε, το παρελθόν που θα θέλαμε να ξεχάσουμε και το κοινό μέλλον που δεν θα έρθει ποτέ. Για 5 λεπτά να γίνουμε παρένθεση. Και σ’ αυτήν μας την παρένθεση να υπάρξουμε δίπλα δίπλα.

Τελειώνει το κομμάτι, ανάβει το φανάρι, σε ξεχνώ. Κι αν η αγάπη μας ήταν παιδί, κάπου σ’ έναν κήπο θα παίζει σήμερα και θα τρέχει και θα χαμογελά. Μα εμείς δεν μιλάμε πια γι’ αυτήν. Και γω γκαζώνω και φεύγω από την ανάμνηση της και δεν ξέρω αν φεύγω τώρα για το λίγο σου ή για το αν αυτό που ένιωσα ήταν πολύ. Πολύ για μένα.