Η Άννα και ο Μάριος ήρθαν στην παραλία στις έξι το απόγευμα. Όπως σχεδόν κάθε φορά, δηλαδή. Συνήθως, εργάζονταν το πρωί, οπότε τα καλοκαίρια το μπανάκι το απολάμβαναν με τη δύση του ήλιου. Αρκεί που είχαν και αυτό, σκεφτόταν συχνά ο Μάριος.
Φυσικά, η παραλία ήταν γεμάτη κόσμο. Μέσα Ιουλίου, ζέστη στο φουλ. Η αμμουδιά ιδανική για κάθε είδους σπορ –κάθε είδους, όμως… Τα νερά καταγάλανα, χωρίς φύκια και τσούχτρες και οτιδήποτε εκνευριστικό. Αλλά τα πιο σημαντικά: πάντα έβρισκες ξαπλώστρα και οι τιμές των μπαρ ήταν καλές.
Βρήκαν τις ξαπλώστρες τους, άπλωσαν τις πετσέτες και κάθισαν. Έβαλαν ο ένας στον άλλο αντηλιακό και φιλήθηκαν. Τα είχαν δύο χρόνια τώρα και το πράγμα φαινόταν σοβαρό. Σε πολλούς φίλους έλεγαν ότι ο γάμος δεν θα αργούσε να γίνει. Ήταν ερωτευμένοι, έμεναν μαζί, ξεκινούσαν μαζί για τη δουλειά. Και το σεξ άπαιχτο.

Ένας νεαρός σερβιτόρος πλησίασε. «Γεια σας!» είπε.
«Γεια», τον χαιρέτισαν. «Τα ίδια;» ρώτησε ο Μάριος.
«Ναι».
«Ωραία. Δύο φρέντο εσπρέσο μέτρια και δύο μπουκαλάκια νερό».
«Ευχαριστώ», είπε ο νεαρός και έφυγε.

Ο Μάριος έβγαλε από το τσαντάκι του το τάμπλετ και η Άννα το βιβλίο που είχε αρχίσει πρόσφατα. Από όσα είχε μάθει, ήξερε ότι δεν θα της άρεσε η συγκεκριμένη συγγραφέας -πολύ τσόντα, ρε παιδί μου, και στο συγκεκριμένο ειδικά… είχε βάλει έναν τύπο να κάνει σεξ με παιδιά και προσπαθούσε να τον δικαιολογήσει κιόλας-, αλλά οι φίλες της στο Facebook έκραζαν φουλ τη συγγραφέα και η ίδια η Άννα ήθελε να δει για ποιο λόγο. Το μετάνιωνε.
Ήταν το δεύτερο πράγμα που την εκνεύριζε αυτό τον καιρό. Υπήρχε και κάτι άλλο που την ταλάνιζε. Ο Μάριος. Ένας από τους κοινούς τους φίλους, με τον οποίο ο Μάριος δούλευε μαζί, είχε υπονοήσει σε ανύποπτο χρόνο ότι ο σύντροφος της Άννας ξενοπηδούσε –δεν το είπε έτσι, αλλά μίλησε για την «ιδιαίτερη συνεργασία» του Μάριου με δύο κοπέλες από το γραφείο. Για την Άννα και το σόι της, αυτό ήταν ανεπίτρεπτο. Αλλά δεν είχε και αποδείξεις, για να είναι σίγουρη. Θα μπορούσε να ήταν κακοήθεια από την πλευρά του φίλου ή κάτι τέτοιο. Όμως, την Άννα την έτρωγε αυτό τρεις μήνες τώρα.
Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν που θυμόταν τον μπαμπά και τις σοφίες του. Τις πάντα επίκαιρες και πάντα προδομένες σοφίες του.

Έριξε μια φευγαλέα ματιά προς τον Μάριο. Εκείνος έπαιζε ένα από αυτά τα videogame με τους ηλίθιους χαρακτήρες και τις ακόμα πιο ηλίθιες δοκιμασίες που έπρεπε να περάσει ο παίκτης. Άντρες, σκέφτηκε. Πάντα παιδιά.
Μερικές φορές, πολύ σκανταλιάρικα παιδιά.
«Πώς πάνε τα πράγματα στη δουλειά;» ρώτησε, κοιτώντας το βιβλίο –αλλά χωρίς να το διαβάζει.
«Καλά. Ξέρεις, προσπαθούμε να βγάλουμε άκρη με τη χαρτούρα».
Τα ψέματα είναι σαν το μελάνι της σουπιάς. Είναι αμυντικά. Έτσι έλεγε ο μπαμπάς.
«Μάλιστα».
Ο Μάριος την κοίταξε, χαμογελώντας. Αυτό το χαμόγελο είχε ερωτευτεί η Άννα. Και το γυμνασμένο σώμα, φυσικά. «Έτσι θα το πάμε τώρα; Σαν να είμαστε είκοσι χρόνια παντρεμένοι;»
«Τι εννοείς;»
«Δε ρωτάμε τέτοια πράγματα εμείς, μωρό μου. Σε ρωτάω εγώ για τη δουλειά σου; Όχι. Δε θέλω να μιλάμε για τη δουλειά».
Για κάποιο λόγο, η Άννα είχε την παρόρμηση να κλείσει το βιβλίο των εξακοσίων σελίδων και να κοπανήσει αυτό το εγωπαθές χαμογελαστό πρόσωπο τόσες φορές, που το αίμα να μην ξέρει από πού να βγει. Να σπάσει δόντια, να σπάσει τη μύτη, ει δυνατόν να σπάσει όλο το κρανίο. «Έλα, μωρέ», είπε, «σιγά. Πού και πού, ας λέμε πώς πάει η δουλειά».
«Θυμάσαι τι σου είχα πει στην αρχή της σχέσης μας; Η σχέση χάνει το ενδιαφέρον της όταν ρωτάς για δουλειά».
Α, ναι, σωστά. Πώς το ξέχασα; «Καλά, οκέι».
«Μωρό μου, είσαι καλά; Συμβαίνει κάτι;» Ο Μάριος άφησε το τάμπλετ δίπλα του και γύρισε όλος προς το μέρος της.
Ήθελε να τον ανακρίνει εδώ, αλλά συγκρατήθηκε. «Όχι, μωρέ, απλά μια ερώτηση έκανα».
Ο Μάριος σηκώθηκε και γονάτισε δίπλα της. «Έλα εδώ», είπε και έφερε το στόμα της στο δικό του.
Η Άννα αφέθηκε σε αυτό το φιλί.
«Αν συμβαίνει κάτι», είπε μετά ο Μάριος, «θέλω να μου το πεις, ναι;»
«Ναι».
«Ωραία». Κάθισε πάλι στην ξαπλώστρα του.
Εκείνη τη στιγμή ήρθε και ο σερβιτόρος με τους καφέδες –το ξεχάσαμε αυτό: τα μπαράκια εδώ είχαν και άμεση εξυπηρέτηση.

Συνήθως, έμεναν στην παραλία μέχρι να βραδιάσει. Έμπαιναν και έβγαιναν στη θάλασσα πολλές φορές. Στο νερό, αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, κολλούσαν τα σώματά τους και γούσταραν. Ο Μάριος ενίοτε άρπαζε ξαφνικά την Άννα, τη σήκωνε στον αέρα και την πετούσε στο νερό. Έπειτα, ξανά φιλιά και αγκαλιές.
Έγιναν και αυτά σήμερα, και η Άννα ήταν όπως κάθε φορά, χαρούμενη και γελαστή και παθιασμένη. Όπως έπρεπε.
Καθώς έπεφτε το σούρουπο, ο κόσμος άρχισε να αραιώνει. Ο Μάριος είπε στην Άννα να φύγουν κι αυτοί, μιας και εργάζονταν την επόμενη μέρα.
Αλλά η Άννα ήξερε πως δεν ήταν αυτός ο πραγματικός λόγος. Όχι, ο Μάριος ήθελε πήδημα. Η θάλασσα τον καύλωνε. Όπως και την Άννα.
Εκείνη είχε καλύτερη ιδέα. Του χαμογέλασε όλο νόημα και του είπε: «Εγώ λέω να μείνουμε».
Να το πάλι το εγωπαθές χαμόγελο. «Οκέι».
Τελικά, έμειναν οι δυο τους –ήταν και κάποιοι άλλοι, αλλά μακριά. Η δουλειά μπορούσε να γίνει.
Σηκώθηκαν και προχώρησαν προς το νερό, που φωτιζόταν ελάχιστα από τα μπαράκια. Κρατούνταν χέρι με χέρι. Όταν έφτασαν σε σημείο που να είναι και σχετικά μακριά και να πατάνε και οι δύο, αρπάχτηκαν. Τα χέρια τους άγγιζαν το άλλο κορμί βίαια. Η Άννα γρήγορα συνειδητοποίησε ότι κάτω από το μαγιό του ο Μάριος ήταν έτοιμος.
Ποτέ μην δεχτείς να ατιμαστείς, έλεγε ο μπαμπάς.
Ο Μάριος έκανε να της κατεβάσει το σλιπ, όμως τον σταμάτησε. «Άσε εμένα», είπε.
Εκείνος δεν ενοχλήθηκε. Ίσα-ίσα, του άρεσε. «Οκέι», ψέλλισε.
Χαμογελώντας του, η Άννα έσκυψε μέσα στο σκοτεινό νερό.
Κι αν ατιμαστώ, μπαμπά;
Τα μάτια της σκλήρυναν και οι κόρες χάθηκαν σε δύο πράσινες και κίτρινες οθόνες.
Τότε πόνεσε. Πόνεσε όποιον σε ατίμασε.

Η Άννα άφησε το δέρμα της να γίνει φολιδωτό και τα δόντια της κοφτερά, σαν να ήταν πιράνχα. Κατέβασε το μαγιό του Μάριου.
«Έλα, μωρό μου», τον άκουσε να παρακαλάει έξω από το νερό.
Η Άννα χαμογέλασε. Άρπαξε τα πόδια του Μάριου και τα τράβηξε, ρίχνοντάς τον στη θάλασσα. Έπειτα, κρατώντας τον γερά, άνοιξε τα σαγόνια της και δάγκωσε. Τον ευνούχισε μέσα σε ένα πέπλο αίματος και διαστροφής.
Ο Μάριος ούρλιαξε, αλλά μόνο εκείνη μπορούσε να τον ακούσει. Κολύμπησε και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με αυτόν. Δεν την έβλεπε κι αυτό ήταν κάτι που της την έσπαγε. Ωστόσο, έπρεπε να τελειώνει.
Τα επόμενα φιλιά που του έδωσε έκαναν την αρχική της παρόρμηση με το βιβλίο πραγματικότητα, αλλά σε πολύ πιο ιδανικό βαθμό.

Όταν βγήκε από τη θάλασσα, ήταν και πάλι μια κοινή τριαντάρα, με βαμμένο ξανθό μαλλί και καλλίγραμμο σώμα. Σκουπίστηκε, πήρε τα πράγματα από τις ξαπλώστρες και έφυγε. Θα ξεφορτωνόταν τα του Μάριου σύντομα. Επίσης, σύντομα θα έφευγε για κάποια άλλη χώρα, αναζητώντας τον τέλειο σύζυγο, αυτόν που θα παντρευόταν και θα της έδινε ένα λόγο για να μην ξαναγίνει ποτέ γοργόνα. Να ξεχάσει και τον μπαμπά, που τον σκότωσε κι αυτόν, καθώς ήταν ο πρώτος που την ατίμασε. Από τη μια, της έλεγε σοφίες, και από την άλλη «έπαιζε» μαζί της. Ώσπου βαρέθηκε να υπομένει τις ανωμαλίες του.
Το πρωί ένα παιδικό ουρλιαχτό συγκλόνισε την παραλία. Ένα σακατεμένο αντρικό πτώμα έπλεε στο νερό. Ήταν γεμάτο δαγκωματιές και είχε διαλυμένο κρανίο.