Γυναίκες μαυροφορεμένες, σαν στρατιά αγγέλων που κοινό τόπο είχαν μάλλον την απώλεια, έστεκαν γύρω-γύρω στον γυναικωνίτη της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Κάθε χρόνο ένα τάμα μας έφερνε στην εκκλησία του χωριού τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Από παιδί φοβόμουν τις μαυροφορεμένες γυναίκες για κάποιο απροσδιόριστο λόγο. Με διαπερνούσε μια παγωμάρα κάθε φορά που διασταυρωνόμουν μαζί τους.
Δυο γυναίκες θυμάμαι μόνο που, ενώ πένθος στο σπίτι δεν είχε πέσει, κάθε πρώτη Αυγούστου έβαζαν μαύρα για δεκαπέντε μέρες. Τα έβγαζαν πάντα παραμονή της Παναγίας όταν χτυπούσε η καμπάνα της τελευταίας παράκλησης.

Καλή Παναγιά, μάνα.
Καλή Παναγιά, παιδί μου.

Ήταν αρχές του 2006 όταν ήρθαν τα μαντάτα στο σαλονάκι του μαιευτηρίου. Κάτι δεν πήγαινε όπως έπρεπε. Δύο καρδιές χτυπούσαν μέσα στην κοιλιά μου μα καμία δεν ήταν σίγουρο ότι θα τα καταφέρει μόλις έβλεπαν τον κόσμο.

Τί φοβάσαι; Η Παναγιά θα δώσει και όλα θα πάνε καλά. Εγώ εσένα πως σε έκανα θαρρείς; Τάξε, κόρη μου, στην Παναγία και όλα καλά θα πάνε.
Εσύ φοβάσαι; Εσύ; Έτσι σε μεγάλωσα; Έλα εδώ, γιαβρί μου. Να, πάρε την εικόνα της και με όση πίστη έχεις παρακάλα την. Ξέρει αυτή τι θα κάνει. Μάνα είναι για!

Δεν ξέρω τι με ώθησε. Δεν ξέρω αν ήταν η πίστη μου ή η απόγνωσή μου. Δεν ξέρω αν ήταν αυτή καθαυτή η απόφασή μου να προχωρήσω με την εγκυμοσύνη κι ό,τι ήθελε προκύψει. Εκείνο το βράδυ πήρα την εικόνα που μου έδωσε η γιαγιά μου και την ακούμπησα πάνω στην κοιλιά μου. Δεν θυμάμαι αν παρακάλεσα, αλλά θυμάμαι ότι έταξα. Μαύρα. Κάθε δεκαπενταύγουστο θα φοράω μαύρα και θα πάνε όλα καλά.

12 Αυγούστου 2006 γεννήθηκαν δυο μωρά, ο Πέτρος και η Μαρία. Ξημερώνοντας της Παναγίας ένας πόνος πάνω στην καισαρική τομή μου έσκισε τα σωθικά παρότι ήμουν υπό την επήρεια παυσίπονων. Άνοιξα τα μάτια μου και λίγο μετά χτύπησε το τηλέφωνο.
Μωρό μου, με πήραν από το «Αγία Σοφία». Η Μαρία δεν άντεξε.

16 Αυγούστου 2006 ο Πέτρος ήρθε στο σπίτι μαζί με ένα ιατρικό ιστορικό που προμήνυε ότι θα μπαίναμε σε περιπέτειες. Μπήκαμε στο παιδικό δωμάτιο και τον ακούμπησα στην κούνια. Το χεράκι του έσφιγγε το δάχτυλό μου και με κοίταζε με νυσταγμένο βλέμμα.
Έκατσα δίπλα του κι άρχισα το νανούρισμα.

Παιδί μου, έλα να φας. Άστο να κοιμηθεί.
Μαμά, είσαι σίγουρη πως θα πάνε όλα καλά;
Ναι, κόρη μου, η Παναγιά θα δώσει.

Πέρασε ένας χρόνος με χειρουργεία, νοσηλείες, εξετάσεις, και ήταν όλα καλά. 1η Αυγούστου 2007. Άνοιξα τη ντουλάπα και έβγαλα τα μαύρα. Το απόγευμα πήγαμε στην παράκληση. Τρεις γυναίκες μαυροφορεμένες. Τρεις γυναίκες παράξενες. Μαυροντυμένες αλλά χαμογελαστές. Τρεις γυναίκες ευγνωμονούσες.

Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε. Η γιαγιά έφυγε. Απέμεινα εγώ κι η μάνα μου, δυο γενιές, δυο τάματα. «Να είναι καλά το παιδί μου κι εγώ στη χάρη σου θα φοράω μαύρα.» Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν αποφάσιζα να μην τα ξαναβάλω. Η Παναγία μου, εμένα, είναι συντρέχτρα, παρηγορεί, αγκαλιάζει, προστατεύει. Δεν πιστεύω ότι θα θυμώσει. Μα να, δεν μου πάει η καρδιά να το κάνω. Για Εκείνη, για μένα, για τον Πέτρο, για τη μάνα μου.

14 Αυγούστου 2018, παραμονή της Παναγίας. Στον γυναικωνίτη πάντα η ίδια εικόνα. Μαυροφορεμένες γυναίκες με αυστηρό βλέμμα. Ποτέ δεν μπόρεσα να ανέβω ως εκεί και να μπω ανάμεσά τους. Ο Πέτρος δίπλα μου ολόκληρο παληκαράκι. Τι κι αν γκρίνιασε που τον έκοψα από το παιχνίδι για να πάμε στην εκκλησία. Το ξέρει πια. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα.

Καλή Παναγιά, γιε μου.
Καλή Παναγιά, μαμά. Δεν σκας με τα μαύρα;
Καλή Παναγιά, παιδιά μου. Σους, εσύ! Ακούς εκεί να σκάει; Παράπονο σε κάμανε εσένα;
Καλή Παναγιά, γιαγιά!