Καθισμένος στο παγκάκι στο πάρκο της γειτονιάς του απολάμβανε το δροσερό αεράκι. Πόσα πρωινά και απογεύματα τον είχε βρει στην ίδια θέση; Ένας χρόνος και κάτι είχε περάσει από την μέρα που έχασε την αγαπημένη του σύζυγο. Η ζωή του πλέον ήταν άδεια γιατί εκείνη απλά ήταν όλη του η ζωή. Παιδιά ήταν σχεδόν όταν ερωτεύτηκαν στο χωριό και παρόλο την φτώχεια και τις κακουχίες της ζωής ένωσαν τις ζωές τους με την συγκατάθεση των γονιών τους. Το πρώτο τους σπιτικό ήταν ένας παλιός στάβλος που με μεράκι και θέληση το κάνανε να μοιάζει με σπίτι. Η αγάπη και η όρεξη για δουλειά δεν τους έλειπε και όλα κυλούσαν όμορφα. Τα χρόνια περνούσαν όμως και ένα παιδί που λαχταρούσαν δεν ήρθε ποτέ. Αυτός ήταν και ο λόγος που έφυγαν από το χωριό και μετακόμισαν στην Αθήνα. Δεν άντεχαν τα λόγια και τα κουτσομπολιά πίσω από την πλάτη τους. Στείρα και άκαρπη φώναζαν το Λενιώ του και αυτό τον πονούσε. Ένα δωμάτιο νοίκιασαν στην αρχή και δούλεψαν σκληρά και οι δύο τους μέχρι να καταφέρουν να αγοράσουν ένα δικό τους διαμέρισμα. Το θέμα του παιδιού πονούσε και τους δύο αλλά έπαψαν να το συζητούν και αγαπήθηκαν ακόμη περισσότερο. Είχαν ο ένας τον άλλον ήταν ευτυχισμένοι και αυτό τους παρηγορούσε.

Τίποτα δεν τους έλειπε και είχαν φτιάξει την ζωή τους στα μέτρα τους. Με τους εξόδους τους στα ταβερνάκια, το σινεμά τους και κάπου κάπου και κανένα ταξιδάκι. Θα ήθελαν και ένα αυτοκίνητο αλλά κανείς από τους δύο δεν ήξερε γράμματα. Τα χωράφια θέλανε χέρια και δουλειά και δεν υπήρχε χρόνος για σχολείο. Ακόμη και με αυτό είχαν συμβιβαστείτε αν και ήθελαν να δουν και καμιά ξένη ταινία στο κινηματογράφο. Όλα αυτά μέχρι να αρρωστήσει η Λενιώ. Και το πάλεψαν πολύ αλλά δεν τα κατάφερε και έτσι ο Μιχάλης έμεινε μόνος σε ένα σπίτι που τα πάντα είχαν την εικόνα της και το άρωμα της. Έτσι ξεκίνησε τις βόλτες στο πάρκο που του έγιναν καθημερινή συνήθεια χειμώνα καλοκαίρι. Συνταξιούχος πλέον χωρίς ιδιαίτερους φίλους και χωρίς άλλες ασχολίες. Καφενείο δεν πήγαινε οι περισσότεροι έπαιζαν χαρτιά ή διάβαζαν εφημερίδα και αυτός τίποτα από τα δύο δεν ήξερε να κάνει.

Τις τελευταίες ημέρες στο πάρκο συναντούσε μια γυναίκα κοντά στην ηλικία του όπως το υπολόγιζε. Ήταν μια ώριμη κυρία που καθόταν στο παγκάκι και διάβαζε ήσυχα το βιβλίο της. Κάθε φορά οι εκφράσεις της άλλαζαν ποτέ χαμογελούσε, ποτέ ένιωθε αγωνία, κάποιες φορές θα ορκιζόταν ότι την έβλεπε να κλαίει κιόλας. Ο κύριος Μιχάλης την παρακολουθούσε διακριτικά και ένιωθε ένα αίσθημα ζήλιας που το βιβλίο της της δημιουργούσε τόσα συναισθήματα. Κάποιες φορές πέρναγε από το μυαλό του να την ρωτήσει τι γράφει το βιβλίο της αλλά το μετάνιωνε αμέσως. Είχε μάθει το εξώφυλλο απ έξω ήξερε κάθε λεπτομέρεια του, τόσο καλά που μια μέρα το αναγνώρισε στην βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Μπήκε μέσα διστακτικά χωρίς να ξέρει τι ακριβώς ήθελε. Η υπάλληλος μια ευγενική δεσποινίδα τον πλησίασε και τον ρώτησε τι θα ήθελε. «Θέλω να μου πείτε τον τίτλο του βιβλίου που έχετε στην βιτρίνα, αυτό με το τριαντάφυλλο και το ηλιοβασίλεμα»
«Πολύ καλή επιλογή, είναι το νέο βιβλίο της συγγραφέως Κουτσοδήμου Το Ηλιοβασίλεμα της Νιότης» του αποκρίθηκε η κοπέλα.
«Τι υπόθεση έχει παρακαλώ; Θα μπορούσατε να μου διαβάσετε την υπόθεση γιατί δεν έχω μαζί τα γυαλιά μου;»
Η υπάλληλος του διάβασε την υπόθεση αλλά επειδή το είχε διαβάσει του είπε και λίγα πράγματα παραπάνω. Αφορούσε ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι που οι συγκυρίες τους χώρισαν αρκετές φορές μέχρι να καταφέρουν να βρεθούν ξανά στην δύση της ηλικίας τους. Τον παρότρυνε να το πάρει γιατί είδε στα μάτια του ότι το ήθελε. Η άρνηση του τον παραξένεψε και τότε κατάλαβε τον πραγματικό λόγο της άρνησης του. «Θα θέλατε τις μέρες που δεν εργάζομαι να σας βοηθήσω να το διαβάσουμε μαζί;» Ο κύριος Μιχάλης δεν πίστευε στα αυτιά του, η θέληση του να μάθει ήταν μεγαλύτερη από το να αρνηθεί από ντροπή, οπότε δέχτηκε με χαρά.

Οι μέρες του κυρίου Μιχάλη απέκτησαν ενδιαφέρον. Η Άννα η υπάλληλος του βιβλιοπωλείου καθημερινά στα κενά της τον βοηθούσε να μάθει να διαβάζει. Τα πήγαινε πολύ καλά και τον παρότρυνε να γραφτεί στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας από Σεπτέμβρη. Οι δύο τους έκαναν πολύ καλή παρέα και η Άννα είδε στον κύριο Μιχάλη τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ. Σχεδόν όλο το καλοκαίρι το πέρασαν μαζί. Του μίλησε για τον Μάρκο που αγαπάει και που όταν θα το επιτρέψουν τα οικονομικά τους θα παντρευτούν. Αυτός της μίλησε για την Λενιώ του και όλα αυτά που έζησαν.

Ο Σεπτέμβριος ήρθε και ο κύριος Μιχάλης με την Άννα να του κρατάει το χέρι, παραβρέθηκαν μαζί στον αγιασμό του σχολείου. Ένιωθαν και οι δύο πολύ περήφανοι για ότι είχαν καταφέρει. Όταν την επόμενη μέρα ο κύριος Μιχάλης μπήκε στην τάξη συνάντησε αρκετούς ανθρώπους άλλους μικρότερους, άλλους ξένους, αλλά όλους έτοιμους να μάθουν. Κάθισε στο θρανίο του και του φάνηκε τόσο αστείο να βρίσκεται εκεί στην ηλικία του. Μια γυναικεία φωνή τον διέκοψε από τις σκέψεις του και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να κάτσει δίπλα του. Ήταν η γυναίκα από το πάρκο αυτή που διάβαζε εκείνο το βιβλίο. Εκείνη η γυναίκα από την οποία ξεκίνησαν όλα. «Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο να κάτσουμε μαζί είμαστε λίγο πολύ οι μόνοι στην ίδια περίπου ηλικία» του είπε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο που δεν άφηνε περιθώρια να αρνηθεί.

Οι δύο τους έγιναν αχώριστοι και τους ένωσαν παρά πολλά. Ο χαμός των συντρόφων τους, η μοναξιά τους και η αγάπη τους πλέον για τα βιβλία και το διάβασμα. Μετακόμισαν στο σπίτι της Αλεξάνδρας που ήταν κοντά στο πάρκο και έκαναν συχνά παρέα με την Άννα και τον Μάρκο. Η πρόταση τους να γίνουν κουμπάροι στον γάμο τους τους έδωσε μεγάλη χαρά αλλά αρνήθηκαν ευγενικά. Ήταν προτιμότερο οι κουμπάροι τους να ήταν κάποιοι πιο κοντά στην ηλικία τους. Στο γάμο ο κύριος Μιχάλης έλαμπε στο πλάι της Αλεξάνδρας και καμάρωναν για τους νεόνυμφους σαν να ήταν δικά τους παιδιά. Μπορεί να μην έγιναν κουμπάροι τους αλλά το δώρο που διάλεξαν ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να σκεφτούν. Το κλειδί και οι τίτλοι ιδιοκτησίας του διαμερίσματος του κυρίου Μιχάλη ήταν σε ένα φάκελο στην τσάντα της Αλεξάνδρας. Η φιλία αυτή κράτησε αρκετά χρόνια και το πρώτο παιδί της Άννας και του Μάρκου πήρε το όνομα του κυρίου Μιχάλη. Εκείνος καμάρωνε για τον εγγονό του και του διάβαζε παραμύθια μέχρι τα βαθιά γεράματα του.