Σε είδα. Να ξέρεις.

Σε μια από αυτές τις αρπαχτές που κάνουν οι τραγουδιστές στην επαρχία το καλοκαίρι. Είχαμε βγει με μια παρέα μετά από πολύ καιρό και μας τράβηξαν στο παρακμιακό σκυλάδικο του νησιού. Δεν μου έκανε εντύπωση. Η δουλειά σου είναι τέτοια που ήταν πολύ φυσικό να είσαι εκεί.

Θυμήθηκα την τελευταία επικοινωνία μας. Είχε πεθάνει ο πατέρας μου και σου έστειλα μήνυμα. Σε ήθελα εκεί, έστω και από μακριά. Σε έψαχνα με το βλέμμα για ώρα, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι δεν θα έρθεις. Πάντα αυτό γινόταν. Επί οκτώ χρόνια σε έψαχνα, είχα τις κεραίες μου τεντωμένες μήπως και σε πετύχω κάπου, μήπως και σε δω να διασκεδάζεις, να συζητάς, να είσαι έστω και από μακριά, μέρος της βραδιάς μου. Ποτέ δεν ήσουν. Τουλάχιστον όχι έτσι όπως θα ήθελα.

Και μετά, απλώς έπαψα να σε ψάχνω. Δεν ήθελες ποτέ να είσαι μέρος της ζωής μου. Τρομακτική. Έτσι χαρακτήριζες τη διαφορά ηλικίας που είχαμε. Επιδερμική. Έτσι αποκαλούσες τη σχέση μας. Damaged. Έτσι αυτοπροσδιοριζόσουν στις συζητήσεις μας. Κι εγώ, με το σύνδρομο του σωτήρα, πάλευα να σε σώσω από τον εαυτό σου. Μόνο που άργησα να καταλάβω ότι δεν έψαχνες για σωτήρες. Δεν ήθελες να σωθείς. Δεν σε ενοχλούσε καν η μισανθρωπία σου. Την απολάμβανες διαστροφικά σχεδόν, την υπερασπιζόσουν.

Γύρισα και κοίταξα τον άντρα μου. Έχουμε την ίδια ακριβώς τρομακτική διαφορά ηλικίας. Δεν θα σας συγκρίνω. Είναι άδικο να συγκρίνουμε ανθρώπους, εξ άλλου. Δεν θα πω με αγαπάει. Κι εσύ, μέσα στην εξίσωση του μυαλού σου μ’ αγάπησες, θεωρητικά. Θα πω μόνο το εξής. Έχει μια καταπληκτική ιδιότητα που ποτέ δεν είχες. Ξέρει να αγαπιέται. Και με κάνει να χαμογελώ.
Σε είδα. Να ξέρεις.
Αλλά μέχρι εκεί.

****

Σε είδα. Να ξέρεις.
Γελούσες με τα αστεία της παρέας σου. Κρατούσες το χέρι του άντρα σου. Δεν έδινες σημασία στον κόσμο. Ήσουν εκεί. Αλλά δεν ήσουν. Απόμακρη και αποστασιοποιημένη όπως πάντα. Αν σε έβλεπε κάποιος, θα έλεγε ότι τίποτα δεν σε απασχολεί και, ταυτόχρονα, ότι σηκώνεις τα βάρη όλου του κόσμου. Τόσο μικρή κι όμως, τόσο σοφή.

Θυμήθηκα εκείνη τη φορά που ήρθες σπίτι μου. Προσπαθούσες να φορέσεις την μπλούζα σου και με ρώτησες αν θα μπορούσα να σε πάω σπίτι σου γιατί ήταν αργά.
«Γιατί να φύγεις, μείνε» είπα μονορούφι.
Εκείνη τη στιγμή περνούσες το ρούχο πάνω από το κεφάλι σου.
«Τι είπες;» με ρώτησες
Σε κοίταξα καλά καλά.
«Όποτε είσαι έτοιμη, φεύγουμε»
Δεν τόλμησα να επαναλάβω την παράκληση. Ούτε καν την κατάλαβες. Ίσως πάλι, να κατάλαβες αλλά να ήθελες να με αποφύγεις. Ή, να ήθελες να το ακούσεις ξανά. Να με κοιτάζεις όταν σου το ζητάω. Και δεν είχα σκοπό να σου δώσω αυτή την ευχαρίστηση.

Σχεδίαζα αυτή τη δουλειά για εβδομάδες. Ήθελα να έρθω. Δεν πίστευα ότι θα σε δω. Δεν είναι του γούστου σου αυτές οι διασκεδάσεις. Και να που έπεσα έξω. Ήσουν εκεί. Συμπτωματικά. Και με είδες. Ή, μάλλον, το βλέμμα σου πέρασε από πάνω μου αδιάφορα. Μία φορά. Μου το είπες με τη συμπεριφορά σου. Δεν μου άξιζε άλλη ματιά. Και πρέπει να παραδεχτώ ότι έτσι είναι.

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται κατεστραμμένοι. Μαθαίνουν να πορεύονται με ό,τι μισό διαθέτουν. Και προσπαθούν, σε αυτή τους την πορεία, να μην πάρουν άλλους στον λαιμό τους. Αυτή ήταν και η δική μου πρόθεση εξ αρχής. Να περάσω. Και να φύγω χωρίς απώλειες. Για σένα. Αλλά δεν τα κατάφερα. Πώς να συνεχίσω να ανέχομαι την φύση μου, όταν έχω γνωρίσει εσένα; Και, από την άλλη πλευρά, πώς να αρνηθώ αυτό που όλη τη ζωή μου έχω υπάρξει;

Έπρεπε να είχα φύγει νωρίτερα. Έπρεπε να σε είχα αφήσει να συνεχίσεις. Να μην σε κρατήσω μαζί μου σε κλεφτά φιλιά και κρυφές συναντήσεις. Να μην δικαιολογώ τον εαυτό μου κάθε φορά που έλεγα τέλος μόνο και μόνο για να ξαναγυρίσω πιο παθιασμένος, πιο τρελαμένος, πιο απελπισμένος από πριν. Ή, έπρεπε να είχα βουτήξει στον μεγαλύτερό μου φόβο με τα μάτια ανοιχτά και την καρδιά μου γενναία. Έπρεπε να σε είχα αγαπήσει όπως σου άξιζε και όχι όπως μπορούσα.

Ίσως τώρα να κρατούσες το δικό μου χέρι. Ίσως τώρα να αγαπούσες εμένα έτσι. Ίσως και να με αγάπησες έτσι αλλά, ήμουν πολύ απασχολημένος με τον εαυτό μου για να το δω και βαυκαλιζόμουν με την ιδέα ότι θα σου περάσει, ότι είσαι μικρή και θα γνωρίσεις πολλούς άντρες πρόθυμους να σε λατρέψουν. Ίσως δεν έπρεπε να σε διώξω τόσο βίαια. Με τόση απανθρωπιά. Ίσως έπρεπε, για μια φορά στη ζωή μου, να διεκδικήσω αυτό που η καρδιά μου απαιτούσε αλλά το μυαλό μου απόδιωχνε από φόβο. Ίσως έπρεπε να μη φοβάμαι.

Έτσι όπως τον κοίταζες, κατάλαβα. Όχι ίσως. Τον αγαπάς. Κι εκείνος σου κρατάει το χέρι που εγώ αρνήθηκα να κρατήσω. Και κοίταζα τα χέρια και δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από αυτή την τρυφερότητα την αβίαστη, την αφοπλιστική. Όχι ίσως. Πράγματι, σ’ εκείνο το σκυλάδικο της σειράς, εκείνο το βράδυ που σε είδα μετά από πέντε χρόνια, η καρδιά μου έχασε έναν και μοναδικό χτύπο. Αλλά ήταν αρκετός.

Σε είδα. Να ξέρεις.
Αλλά θα φροντίσω να μη σε ξαναδώ.

 

 

Ι.Τ.