Αχ βρε μωρό μου, πάλι τα ίδια στερημένα λόγια και σήμερα. «Μού λείπεις», «θέλω να σε δω, αλλά…». Σε αυτό το αναθεματισμένο «αλλά» μένουμε πάντα. Κάθε μέρα. Μια οποιαδήποτε μέρα. Και απορώ. Πώς γίνεται μαζί με το «σε θέλω» να υπάρχει και το «αλλά». Αφού αυτά είναι ορκισμένοι εχθροί. Αστερισμοί αντίθετοι στο συνεχές του χρόνου.

Κι αυτός ο χρόνος, αμείλικτος. Άλλοτε μας χαρίζεται και άλλοτε μας πλακώνει, να στύβουμε την ψυχή μας να βγάλει λίγο ακόμα «μαζί» και σήμερα. Κάθε μέρα. Μια οποιαδήποτε μέρα. Οι ψυχές μας όμως δεν εγκαταλείπουν. Μένουν. Γιατί η ψυχή μένει πιο εύκολα εκεί που καθρεφτίζεται. Κι εμείς καθρέφτες γίναμε με τους ενικούς μας. Ενικός επί δύο. Σε δύναμη. Πόση δύναμη να δείξει ο διψασμένος άνθρωπος; Σε πηγή και ανάμα με μεταμόρφωσες, με μια δύναμη πρωτόγνωρη. Χαρακτήρας λέγεται. Να πίνεις και να μην ξεδιψάς, εξαιτίας αυτού του ύπουλου «αλλά». Να πίνεις και να συγχωρείσαι για όσα πόθησες, άνθρωπο σε έφτιαξε ο Θεός σου, όχι άγαλμα.

Σαν μια απόμερη εκκλησιά, δίχως πιστούς, ένα κενό χτίσιμο. Εσύ όμως, καταδέχτηκες λίγο να χαμηλώσεις. Να διαβείς στο σμιλευμένο πάνω στην πέτρα εσωτερικό της. Και αποφάσισες να μη φύγεις δίχως τάμα. Το χαμόγελό μου. Πέτρα με βρήκες. Και με αφήνεις άνθρωπος να γίνομαι κοντά σου. Και φως. Και δάκρυ. Και φιλί. Και να ζητώ τον ερχομό σου σαν αερικό κι ας με ταράξει. Μήπως δεν με τάραξες με την ύπαρξη σου; Και τώρα μόνο αυτή η ταραχή με ηρεμεί. Να είσαι κοντά μου κι ας μη σε φτάνω. Όπως οι προσκυνητές, που όλο ταξιδεύουν κι ας μην ξέρουν αν θα φτάσουν ποτέ, φτάνει που ο Θεός τους τούς βλέπει. Έτσι κι εγώ. Όλο κάπου σε φτάνω και όλο ταξιδεύω. Εύχομαι στο τέλος να συναντήσω την ψυχή μου. Μπορεί και να έχει κρυφτεί ανάμεσα στις λέξεις σου, αλλά είναι δική μου και το ξέρεις.

Σε άφησα να την κρατήσεις, μόνο εσένα εμπιστεύομαι πια. Και με την πρώτη ευκαιρία να μου την παραδώσεις. Πιο συννεφένια τη φαντάζομαι, γιατί τέτοια πνοή μόνο ο αέρας γύρω σου θα μπορούσε να της χαρίσει. Κι όσες φορές κι αν σε σκεφτώ, πρώτα το χαμόγελό σου θα φωτίσει τα σκοτάδια μου. Αυτό το χαμόγελο κόβει σαν μαχαίρι. Με βρήκε με την πανοπλία μου αφημένη στην άκρη, -πολύ το βάρος της- και τώρα δεν γιατρεύομαι από τέτοια χαραγματιά. Ούτε σημάδι εκ γενετής τέτοιο πείσμα. Μα σαν να γεννήθηκα ξανά ήταν, όταν με βρήκες μέσα σε αυτό το χάος. Οι ανθρώπινες πιθανότητες ηττημένες. Κι εκεί αρχίσαμε να οσμιζόμαστε, ότι θα έμενε το «μαζί» εκτοπίζοντας το «αλλά».

Μια μέρα. Μια οποιαδήποτε μέρα. Τότε που η ζωή σου χρωστάει για χρόνια και την πιάνουν οι ενοχικές καλοσύνες της και αρχίζει να ξοφλάει. «Πάρε κι εσύ αυτό γιατί σε πίκρανα». Και απιθώνει στα χέρια σου ένα θησαυρό. Και νιώθεις θησαυρός ο ίδιος. Καθρεφτίστηκες εσύ μέσα μου και ήταν αρκετό. Φεύγεις, έρχεσαι, μένεις, όσο και όπου. Αερικό…

Διψάω, μ’ ακούς; Και απαντάς, «κι εγώ». Παρήγορο σκέφτηκα, όσο κι αν εγωιστικό φαντάζει. Αυτός ο ενικός με πληγώνει και με πεισμώνει. Νιώθω την ανάγκη να τον θρυμματίσω. Να μείνουν μόνο οι ενικοί μας σε δύναμη. Εξάλλου αυτοί είμαστε. Δύο ενικοί ο ένας για τον άλλο.

Ελευθεριάζουσα