O «Ρώσος» μου το έδωσε τελικά στα €1600 χωρίς πολλά παζάρια. Έμπορος και μαυραγορίτης τόσα χρόνια, ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα πότε κάποιος είναι βέβαιος ότι θέλει ένα πιστόλι και πότε απλά «νομίζει» ότι το θέλει.

– Θα πυροβολήσει ή θα σκάσει στα μούτρα μου;
– Με προσβάλλεις φίλε.

Με οδήγησε στο υπόγειο του διπλανού εγκαταλελειμμένου κτιρίου. Παλιά στέγαζε μια βιοτεχνία κλωστοϋφαντουργίας.

Το ξεκλείδωσε. Πίσσα-σκοτάδι. Άναψε έναν διακόπτη. Το κρύο αρρωστιάρικο φως από τις λάμπες φθορίου τρεμόπαιξε κι έπειτα σταθεροποιήθηκε. Ήταν καλυμμένο από πάνω μέχρι κάτω με χοντρά πάνελ ηχομόνωσης.

– Η πρώτη σφαίρα κερασμένη από το κατάστημα, οι άλλες είναι ένα πενηντάρικο η κάθε μια.

Μου θύμισε πως να το χρησιμοποιήσω. Βάλαμε ακουστικά πεδίου βολής και το δοκίμασα, ΜΠΑΜ!

– Εντάξει, δουλεύει, θα το πάρω.

-Καλό σημάδι ρε φίλε! σφύριξε με θαυμασμό κοιτάζοντας τον στόχο.

Ναι, ήμουν. Σαν το ποδήλατο υποθέτω. Δεν ξεχνιέται.

– Πόσες σφαίρες;
– Δύο. Μόνο δύο χρειάζομαι.

Με κοίταξε διστακτικά αλλά ήθελε να πουλήσει κι έτσι μου τα έδωσε χωρίς άλλες ερωτήσεις.

Έβαλα το Μακάροφ μέσα σ’ ένα μικρό σακίδιο πλάτης. Μέσα είχα μόνο μια αλλαξιά ρούχα.

Βγήκα σ’ ένα απ’ τα πολλά στενά του Βαρδάρη. Πόσα χρόνια πριν περπατούσα ανάμεσα τους; Δυο ζωές και βάλε. Και πόσα χέρια να το κράτησαν τούτο το πιστόλι; Να πήρε άραγες ζωές;

Περπάτησα μέχρι τον Σταθμό…

Δεν είχα ξαναπάρει τρένο στην Ελλάδα από τότε που ήμασταν φαντάροι, εγώ και ο Ζήσης. Είκοσι δύο χρόνια κοντά. Εγώ και ο παιδικός μου φίλος που η μοίρα μας έστειλε να υπηρετήσουμε την πατρίδα μαζί! Τι χαρές είχαμε κάνει τότε…

Ήμασταν ήδη στα μισά της θητείας μας. Ατέλειωτες ώρες ταξίδι, Θεσσαλονίκη-Αθήνα, από εκεί για Πειραιά, έπειτα πλοίο για την Σάμο, Καρλόβασι, 649ΤΠ, αλλά είχαμε καλή παρέα ο ένας τον άλλον, ο χρόνος δεν μέτραγε.

Όλη η ζωή μπροστά μας, άπαικτη, άγραφη ακόμα. Διαβάζαμε Έντγκαρ Άλλαν Ποε και Τόμ Ρόμπινς κι ευτυχώς που είχε αρχίσει η έκδοση του Κλικ και μας «ξεβλάχεψε», γιατί αλλιώς θα παίρναμε πεσκέσι ζωντανά κοτόπουλα, δεμένα φτεροπόδαρα, δώρα για τα παιδιά στον θάλαμο πίσω στο στρατόπεδο.

Μαλάκα Κωστόπουλε, σκέφτηκα χαμογελώντας για πρώτη φορά από τότε που άκουσα τα θλιβερά νέα.

Είκοσι δύο χρόνια πριν επιστρέφαμε από δεκαήμερη άδεια στην Ερωτική Πόλη πίσω στο Νησί κι ένας κατενθουσιασμένος Ζήσης στην θέση 18 του Βαγονιού 3 μου έλεγε:
– Ρε μαλάκα, πάμε! Σε καραγουστάρει σε λέω. Μου το είπε επί λέξη: «Αν θέλεις να δοκιμάσεις παρτούζα εντάξει, αλλά μόνο αν φέρεις εκείνον τον ωραίο τον γαλανομάτη»

Τα έχουμε κανονίσει όλα, έχει ένα ξωκλήσι στα 5 χιλιόμετρα απ’ το χωριό, εκεί συναντιόμαστε, δεν πατάει ψυχή. Είχε καταφέρει να βγάλει μια ντόπια γκόμενα εδώ και δυο μήνες, μια παντρεμένη φαρμακοποιό στην Χώρα, 28-29 ετών, ωραία γυναίκα-δεν λέω. Ο δικός μου δίπλα τρελαμένος κι αξιαγάπητα τρελός από παιδί, πάντοτε έβρισκε τρόπους να με μπλέκει σε απίστευτες ιστορίες, όχι ότι πήγαινα πίσω κι εγώ δηλαδή, αλλά αυτή η ιστορία του ανήκει.

– Εντάξει ρε, μέσα του είπα, αφού έκανα τον δύσκολο και τον μπλαζέ για ένα πεντάλεπτο. Γελάσαμε.

Μερικές μέρες μετά ένας τραγόπαπας μας έπιασε στα πράσα, αν και για να ακριβολογούμε δεν ήταν «στα πράσα» αλλά μέσα στην Ιερά Τράπεζα. Έγινε το έλα να δεις, φωνές, ουρλιαχτά… Εμείς του δώσαμε μια σπρωξιά και ξεφύγαμε τρέχοντας, θα παίρναμε και την άλλη μαζί όμως την είχε αναγνωρίσει έτσι κι αλλιώς και τώρα την είχε πιάσει από το μπράτσο και δεν την άφηνε με τίποτε. Επιστρέψαμε μέσα στο στρατόπεδο, κύριοι κι ούτε γάτα ούτε ζημιά, ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Πήγαμε κατευθείαν στον θάλαμο, στις κουκέτες μας και μας έχουν πιάσει κάτι υστερικά νευρικά γέλια που δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα.

Μας βλέπω τώρα, με τόσα χρόνια απόσταση και θέλω να μας φωνάξω: τρέξτε, φύγετε, κρυφτείτε, αλλά φυσικά είναι ανώφελο. Πόσο ηλίθιοι και αθώοι είναι οι νεαροί μας εαυτοί…

Το τζιπ της στρατονομίας φρενάρισε απότομα έξω από τον θάλαμο μας. Μπήκανε μέσα δυο στρατονόμοι μαζί με τον Λοχαγό μας και πήγαν να μας περάσουν χειροπέδες. Δεν γελούσαμε τώρα. Όχι. Τελικά ο Λοχαγός μας δεν τους άφησε να μας δέσουν και μπήκαμε στο τζιπ ελεύθεροι. Μας πήγαν στον Διοικητή του Τάγματος. Μάγκες, έχετε μπλέξει πολύ άσχημα, μας είπαν. Εγώ με τον Ζήση δεν καταλαβαίνουμε ακόμη γιατί τόση φασαρία κι αναστάτωση.

Το καταλάβαμε λίγα λεπτά αργότερα, όταν ένα θραύσμα γυαλιού από την προστατευτική επιφάνεια του γραφείου του Διοικητή εκτοξεύεται πάνω στο πρόσωπο μου καθώς σπάει κάτω από την οργισμένη γροθιά του.

– Είκοσι μέρες σε αυστηρή απομόνωση μέχρι να δούμε τι θα γίνει με εσάς. Σας κατηγορεί για βιασμό. Έχουν μαζευτεί οι ντόπιοι έξω από τις πύλες και θέλουν να σας σκοτώσουν. Εάν προχωρήσει σε μήνυση τότε την έχετε βάψει άσχημα. Θα σαπίσετε στην φυλακή τσογλάνια, σας το υπογράφω.

Ο Ζήσης έπασχε από κλειστοφοβία. Μια φορά είχε κλειστεί θυμάμαι σε ασανσέρ και χτυπιόταν σαν τρελός μέχρι να μας ανοίξουν. Πήγε να μιλήσει, να του εξηγήσει αλλά ούτε να τον ακούσει δεν ήθελε. Μας πήραν σηκωτούς. Ίσως στο μυαλό του μας προστάτευε με αυτόν τον τρόπο από τους εξαγριωμένους ντόπιους.

Η κατηγορία ήταν τόσο άδικη, εξωφρενική κι αβάσιμη αλλά θα μπορούσε να είχε καταστρέψει το υπόλοιπο της ζωής μας. Ευτυχώς μάθαμε μετά πως ο τραγόπαπας μας έσωσε όταν κατέθεσε πως το κάθε άλλο παρά αθώα, αμέτοχη και «βιασμένη» ήταν η «κυρία» κι έτσι την γλιτώσαμε τελικά. Η ρετσινιά όμως είχε κολλήσει. Και πάνω απ’ όλα, η ζημιά από την απομόνωση είχε γίνει. Την μίσησα αυτή την θρασύδειλη γυναίκα. Την μίσησα.

Μας πήραν τα κορδόνια από τα άρβυλα και τις ζώνες, δεν μας επιτράπηκε να πλυθούμε ή να ξυριστούμε, χωρίς βιβλία, στυλό, μουσική, τίποτε, μόνος ο καθένας με τους φόβους και τις σκέψεις του, κλεισμένος σ’ ένα «κελί» αυστηρής απομόνωσης.

Είκοσι μέρες και είκοσι νύχτες.

Εμβαδό 6 τετραγωνικά. Δύο μέτρα πλάτος επι τρία μέτρα μήκος. Τοίχοι από τσιμεντόλιθους. Στέγη από κυμματοειδή λαμαρίνα. 40 βαθμούς τα μεσημέρια και 10 βαθμούς τα βράδια κι ένα καθίκι σε μια γωνιά του. Βλέπαμε το φως του ήλιου μόνο μια ώρα την ημέρα, όταν μας επιτρεπόταν να βγούμε σε διαφορετικές ώρες για «άσκηση» και αυτοκαθαρισμό του κελιού μας. Ένας δίσκος με άχαρο φαγητό δυο φορές την ημέρα μέσα από άνοιγμα στην πόρτα.

Άκουγα τις φωνές του. Τα σούρουπα ειδικά πριν σκοτεινιάσει. Γρονθοκοπούσε την πόρτα του, ανέβαινε στο κρεβάτι του και χτυπούσε την λαμαρίνα, φώναζε το όνομα μου, Χρήστοοοοο, πες τους να με βγάλουνε Χρήστοοοο!!!! Στην ημέρα 7 σταμάτησε να φωνάζει. Κλαψούριζε.

Ήμερα 9, ημέρα 11, ημέρα, 15…η ημέρα 19 ήταν η πιο δύσκολη για μένα. Ξημέρωσε η εικοστή.

Εγώ βγήκα ολόκληρος.

Ο Ζήσης όχι.

Δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Είχε αλλάξει. Κάτι είχε σπάσει μέσα του. Δεν τον είδα να ξαναχαμογελά, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ από το στρατόπεδο μέχρι που απολύθηκε, φοβόταν μέχρι παράνοιας. Δεν του ξαναδώθηκε όπλο, ούτε σκοπιά, ούτε θαλαμοφύλακας έγινε.

Τραβήχτηκε και χάθηκε παρέα με κάποιους δαίμονες που ξέθαψε μέσα στα σκοτάδια. Ο φίλος μου δεν βγήκε ποτέ από εκεί, το ήξερα από τότε.

Το τρένο, όπως όλα τα τρένα σε κάθε τους ταξίδι, ακολουθούσε την ίδια απαρέγκλιτη γραμμική διαδρομή, δίχως να κοντοστέκεται, να διστάζει, ν’ αναρωτιέται και να ρωτά περαστικούς σε σταυροδρόμια. Σαν κι αυτό, ήξερα τι πήγαινα να κάνω κι απ’ την στιγμή που το πήρα απόφαση ο χρόνος ήταν και πάλι φίλος μου. Κι έτσι άρχισα να σκέφτομαι και να φιλοσοφώ. Το ταξίδι με το τρένο είναι γεμάτο οξύμωρα σχήματα. Δεν είναι σχεδόν ποτέ «καθαρό», είναι όμως σχεδόν πάντα «καθαρτήριο». Είναι αργό και συνάμα γρήγορο, ένας συρμός που δεν είναι του «συρμού». Στα βαγόνια του αιωρούνται αόρατα ρινίσματα μιας αρχαίας σκουριάς κι απ’ τα ανοιχτά του παράθυρα μπαίνει ο φρέσκος αέρας ενός άγνωστου μέλλοντος προς το οποίο κατευθύνεται, κι εγώ μαζί του, ασταμάτητο. Οι αμαξοστοιχίες είναι παράδοξα και βαθιά διαποτισμένες με την μελαγχολία όσων δεν τις επιβιβάστηκαν, όσων έμειναν πίσω, στις αποβάθρες, να κουνάνε μαντίλια και χέρια για αντίο. Εκεί, το παράπονο των ανθρώπων που βλέπουν τα «τρένα των άλλων να περνούν» ανακατεύεται με τον πόνο, τον ενθουσιασμό και τη χαρά εκείνων που τα επιβαίνουν, ανάμεσα στις αποσκευές κρύβω το παγωμένο μίσος μου.

Όπως και τότε έτσι και τώρα, είναι γεμάτα με όνειρα, ψυχές κι εμπορεύματα, με νέους φοιτητές και φαντάρους που ξεκινούν τώρα στο ταξίδι της ζωής τους και παππούδες που πλησιάζουν στο τέλος του δικού τους, αλλά εγώ ζητώ λογαριασμό για όσους φύγανε νωρίς και άδικα. Έχει φτωχούς επαρχιώτες κι ευκατάστατους «πρωτευουσιάνους» για επιβάτες στα βαγόνια του. Τα βαγόνια του είναι ένας ισοπεδωτικά συμπιεσμένος κοινωνικός μικρόκοσμος που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους «ταξικής επιμιξίας». Εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας συλλογικής συνειδητοποίησης πως ανεξαρτήτως της «θέσης» που αναγράφεται στο εισιτήριο σου κι από την οποία βιώνεις την εμπειρία του ταξιδιού ο «τελικός προορισμός» είναι ένας, κοινός κι αναπόφευκτος. Ένα περιπετειώδες Έπος, γραμμένο στο ίδιο, μονότονα επαναλαμβανόμενο τέμπο των σιδερένιων τροχών που χτυπούν τις παράλληλες τραβέρσες. Είναι αυτή η αμεταβλητότητα της πορείας του, καθορισμένη απ’ τις ατσάλινες ράγες που αιχμαλωτίζουν την φυγόκεντρη τάση του, που το καθιστούν μια τετριμμένη «λογοτεχνική αναλογία» για την περιγραφή του κάθε τι μοιραίου κι αναπόφευκτου που ενώνει μία «αφετηρία» μ’ ένα «τέρμα».

Μια Αφετηρία. Με ένα Τέρμα!

Τον Ζήση τον βρήκε νεκρό στο μπάνιο του σπιτιού τους η σύντροφος του πριν μια βδομάδα . Ετών 42. Λίγες ώρες πριν τον βρει, είχε γεμίσει τη μπανιέρα με καυτό νερό κι αφού πρώτα ήπιε ένα μπουκάλι τζιν, έδεσε σφιχτά ένα κορδόνι από κάποια άρβυλα γύρω απ’ τον λαιμό του και χάραξε είκοσι βαθιές γραμμές στις φλέβες του δεξιού χεριού του με μια λεπίδα.

Ήρθα από μακριά αμέσως μόλις το έμαθα. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ τώρα, αριθμός θέσης 17, Βαγόνι 3.

Δίπλα του, όπως και τότε αλλά χωρίς αυτόν.

Την κηδεία δεν την πρόλαβα. Αλλά δεν ήρθα γι’ αυτό έτσι κι αλλιώς.

Ήρθα για τις λεπτομέρειες με τις οποίες έγραψε τον επίλογο του. Ήρθα για να σκοτώσω τον Διάολο που κρύβεται μέσα σ’ αυτές. Κι έχω ένα Μακάροφ με δυο σφαίρες, ένα στόχο κι ένα πλάνο.

Ξέρω που πηγαίνω και κάθε ήχος της τραβέρσας με φέρνει πιο κοντά…