Όλοι σε φοβούνται. Δεν ξέρω αν αυτό θέλεις, δεν ξέρω αν το ξέρεις μα στο λέω να το ξέρεις. Όλοι σε φοβούνται. Δεν ξέρω αν σε φοβούνται οι ξένοι, δε ξέρω αν σε φοβούνται οι τυχαίοι, μα σε φοβούνται οι δικοί σου. Σε φοβάται η μάνα σου. Ο πατέρας σου σε αγριοκοιτάζει, μα δεν τολμάει να σου μιλήσει την ώρα του θυμού σου. Τα παιδιά μας σε φοβούνται κι ας μην έχεις σηκώσει ποτέ το χέρι σου να τα χτυπήσεις. Σε φοβάμαι και εγώ μα γίνομαι κυματοθραύστης να μην ξεσπάσει η θύελλα σου πάνω στα παιδιά μας που τρέμουν στη γωνιά τους όταν βρίζεις και φωνάζεις. Και μετά ηρεμείς… Κι έχουμε απομείνει εμείς, κεραυνοβολημένοι. Και χρόνια τώρα, φέρουμε τα σημάδια από τις αστραπές σου. Δεν είναι ξύλο. Δεν είναι επιθέσεις πάνω μας. Μα γίνεσαι ένα άγριο πράγμα και μετά μας γελάς και είσαι μια χαρά, μα στα ματιά μας φαντάζεις ακόμα τέρας.

“Είναι καλό παιδί, μα νευρικός – τι να τον κάνεις!” αυτό μου λένε όλοι και με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη σαν να πρόκειται για κάτι μικρό κι ασήμαντο, σχεδόν χαριτωμένο. Το λες και συ ο ίδιος πως στα νεύρα σου επάνω είσαι σαρωτικός και το φέρεις σχεδόν σαν σήμα και παράσημο τιμής. Και τα παιδιά, μεγαλώνοντας σου μοιάζουν κι ας σε φοβούνται κι ας σε τρέμουν. Γίνονται σιγά σιγά εσύ. Κολλάει το tablet τους και τα πιάνει μανία, γίνονται κατακόκκινα και μια φορά ο μικρός στα νεύρα του το πέταξε στον τοίχο. Ο μεγάλος είναι γεμάτος τικ, τα μάτια του ανοιγοκλείνουν συνέχεια νευρικά και όντας άριστος μαθητής, μια φορά να μην πάει καλά σε τεστ, χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Είσαι περήφανος τώρα, μπαμπά;

Ήταν ο πατέρας μου και μένα, έτσι. Αλήθεια μάλλον “παντρευόμαστε” τους πατεράδες μας. Τον θυμάμαι όταν ήμουν παιδί, προσπαθούσε μια μέρα να φτιάξει μία βρύση. Η βρύση έσπασε και του πέταξε με πίεση νερό στο πρόσωπο. Ήταν λίγο αστείο, αν συνέβαινε σε μένα θα γελούσα. Και αν ήταν τα παιδιά μου μπροστά θα γελούσα δυο φορές. Μα ο πατέρας μου έγινε έξαλλος, άρχισε να βρίζει χυδαία, χτύπαγε τη βρύση με όλη του τη δύναμη, έσπασε το νεροχύτη. 10 λεπτά κράτησε το αμόκ του, μετά ήταν μια χαρά. Μα εγώ έκανα να μιλήσω μέρες. Θυμάμαι πως ήθελα μόνο να κοιτάω τον τοίχο, να βλέπω μόνο άσπρο τοίχο. Και κατάπινα με θόρυβο το σάλιο μου συνέχεια. Αυτό θυμάμαι μόνο.

Γιατί σε παντρεύτηκα; Γιατί; Σε ποια αυτοεκπληρούμενη προφητεία έπρεπε να υπακούσω; Γεννήθηκα να είμαι θύμα ψυχολογικής βίας; Την οποία κληρονομώ και στα παιδιά μου;

Σε ένα από τα πρώτα ραντεβού μας, βγαίνοντας από το σινεμά, βρήκαμε το παράθυρο του αυτοκινήτου σου σπασμένο, είχαν κλέψει το ραδιόφωνο από μέσα. Δε σεβάστηκες πως συνόδευες κοπέλα, έχασες τον έλεγχο σου, έκανες σα τρελός, ούρλιαζες σαν αγρίμι, κλώτσαγες την πόρτα του αυτοκινήτου σου, τη βούλιαξες. Έκανες μεγαλύτερη ζημιά από εκείνη που προκάλεσαν οι κλέφτες. Με πήγες σπίτι εκείνο το βράδυ και όταν μπήκα σπίτι μου σκέφτηκα “θα τον χωρίσω”. Μα σε παντρεύτηκα. Αν χρειάζεσαι εσύ ψυχολογική υποστήριξη μια φορά, εγώ χρειάζομαι δέκα. Και την παίρνω. Για να αντέξω. Εσύ δεν πας, ούτε τολμάω να στο αναφέρω. Δεν θεωρείς πως είναι πρόβλημα πως είσαι νευρικός, κανείς δεν το θεωρεί αυτό σοβαρό ποτέ. Έχει περάσει στις συνειδήσεις όλων πως πρόκειται για απλή ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα όσων είναι έτσι. Νευρικοί άνθρωποι, ευέξαπτοι. “Έλα μωρέ. Καλά παιδιά.”

Σε κάθε ένα ξέσπασμα ενός νευρικού ανθρώπου απελευθερώνεται ενέργεια. Ο νευρικός άνθρωπος βγάζει το δηλητήριο από το σώμα του και είναι καλά μετά. Μα όλο αυτό το αρνητικό φορτίο, όλη αυτή η αρνητική ενέργεια κάπου πάει, δεν εξαϋλώνεται. Στους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά πάει και γαντζώνεται. Στην οικογένεια που το χρεώνεται και το μετουσιώνει σε φόβο. Κι αν χαίρεται κανείς πως οι άλλοι τον σέβονται επειδή φωνάζει, κάνει λάθος. Τον φοβούνται. Και ο φόβος δε κρύβει ποτέ αγάπη μέσα.

Όσο για μένα, σαν ηλεκτρική σκούπα ρουφάω τα ξεσπάσματα σου. Και θυμάμαι τη μάνα μου που και εκείνη καλή ηλεκτρική σκουπίτσα ήταν. Μάζεψε 30 χρόνια όλα τα νεύρα του πατέρα μου και τα μετέτρεψε σε καρκινάκια που γέμισαν σιγά σιγά όλο το κορμί της. Κι όταν σαν σακούλα ηλεκτρικής σκούπας φούσκωσε πια και σταμάτησε άλλο να τραβάει, είπαμε “κρίμα, χάλασε η καημένη, το περιβάλλον φταίει, οι τροφές και οι τοξίνες”. Και τη θάψαμε με δόξα και τιμή. Και ο πατέρας μου έβριζε στο καφενείο μέσα στον κόσμο γιατί αργούσαν οι καφέδες.

Δε φταις εσύ. Εσύ πράγματι είσαι καλό παιδί. Εγώ φταίω. Και η τιμωρία μου είναι που έγινα το μέσον να αναπαραχθείς. Η τιμωρία μου που εκείνη τη μέρα που έσπασες το αμάξι σου, αντί να φύγω μακριά κόλλησα πάνω σου σα μαγνήτης. Κάθε μέρα, κάθε πρωί που ξυπνάω ελπίζω πως θα βρω τη δύναμη να σπάσω την αλυσίδα. Μα σχεδόν κάθε βράδυ βλέπω τη μάνα μου στον ύπνο μου. Να σκουπίζει με την ηλεκτρική.

 

Α.Μ.