Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του ξενοδοχείου και παρατηρούσε τις νιφάδες του χιονιού. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα και η Θεσσαλονίκη είχε ντυθεί στα λευκά. Η λευκή Αριστοτέλους πάντα τη μάγευε. Το χιόνι δίπλα στη θάλασσα. Πόσο εντύπωση της είχε κάνει όταν το αντίκρισε πρώτη φορά πριν δέκα χρόνια στη Λεωφόρο Νίκης. Όμως, το χιόνι της θύμιζε και τον πρώην άντρα της.

Η Αμαλία πάγωσε με τη σκέψη του. Βρισκόταν ξανά στην πόλη που αγάπησε, στην πόλη που ξεκίνησαν όλα. Δέκα χρόνια μετά. Για να παρουσιάσει το καινούργιο της βιβλίο «Βιασμός Ψυχής». Μία κατάθεση όλων όσων βίωσε δίπλα σε έναν δυνάστη. Κι όσο κι αν πίστευε ότι αυτό θα τη λύτρωνε, να βγάλει τον πόνο από μέσα της, δυστυχώς η σκέψη του ακόμα τη βασάνιζε. Το μόνο ελπιδοφόρο ήταν τα μηνύματα αναγνωστριών που της εκμυστηρεύονταν ότι από το βιβλίο της πήραν κουράγιο και δύναμη να γλιτώσουν από τον δικό τους δυνάστη.

«Ένα χειμωνιάτικο πρωί, έφυγα απ΄ το σπίτι σαν τρελή» τραγουδούσε η Βιτάλη στο ράδιο και η Αμαλία θυμήθηκε το χειμωνιάτικο πρωινό που γνώρισε στην Καμάρα τον Κυριάκο. Κρύσταλλο το χιόνι στην Καμάρα, πεσμένη μπροστά του αυτή και το γέλιο του να της χτυπά τα νεύρα. Το χέρι που της έτεινε για να τη σηκώσει το έδιωξε με αγριότητα και με πείσμα σηκώθηκε μόνη της.
«Είσαι καλά; Θες να πάμε στο Γεννηματάς;», τη ρώτησε.
«Μια χαρά είμαι», απάντησε απότομα και έφυγε για την καφετέρια όπου σύχναζε όταν ήθελε να ασχοληθεί με την μεταπτυχιακή της εργασία.
Εμβρόντητη έμεινε όταν τον είδε να τραβάει μία καρέκλα και να κάθεται δίπλα της.
«Δε νομίζω να σε κάλεσα».
«Δεν χρειάζεται. Θέλω να σε γνωρίσω και πήρα το θάρρος μόνος μου. Ό,τι θέλω το διεκδικώ».
Και την διεκδίκησε. Και την κέρδισε. Και μετά από 5 χρόνια σχέσης ήρθε ο γάμος.

25 η Αμαλία, 30 ο Κυριάκος. Ο γάμος τους είχε όλα τα φόντα, που λένε, να είναι ένας ευτυχισμένος γάμος. Μετακόμισαν στη γενέτειρα πόλη του Κυριάκου. Αυτός δούλευε στο μαγαζί με είδη κήπου, το οποίο είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, και αυτή ετοιμαζόταν για το διδακτορικό της στην Αρχαιολογία. Και μετά; Θα αφοσιωνόταν στην έρευνα και τις ανασκαφές. Όλα καλά, όλα τακτοποιημένα. Τον πρώτο χρόνο. Γιατί μετά άρχισαν τα παρατράγουδα. Ο Κυριάκος άρχισε να την ειρωνεύεται, να την χλευάζει και να τη μειώνει.
«Ναι, εσένα περιμένει ο Μέγας Αλέξανδρος να ανακαλύψεις τον τάφο του», «Λες να βρεις και τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά;», «Μάθε να κάνεις κάνα φαγητό της προκοπής και άσε τις έρευνες και τις μαλακίες», «Τι κάνει η γυναίκα μου; Σπουδές πολυτελείας, για να περνάει την ώρα της» και άλλα πολλά έλεγε ο Κυριάκος και τη μείωνε μπροστά σε γνωστούς και φίλους. Και κάπως έτσι πήγε περίπατο το διδακτορικό όταν ένα βράδυ ο Κυριάκος της είπε ορθά κοφτά ότι δεν θα πληρώνει για όνειρα και μεταξωτές κορδέλες. Και έμεινε η Αμαλία να βλέπει τα όνειρά της να φεύγουν μακριά.

Τρία χρόνια άντεξε. Τρία χρόνια βρισιές, ταπεινώσεις, μετρημένο χαρτζιλίκι, τρία χρόνια να αποφασίζει αν θα πάρει μία δεύτερη μπλούζα, ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Καμία φιλενάδα στο σπίτι γιατί της ξεσήκωναν τα μυαλά, γονείς ένα τηλέφωνο την εβδομάδα και αυτό υπό την παρουσία του να ελέγχει τι θα τους πει. Όχι, ποτέ δεν τη χτύπησε. Ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω της. Όμως, η ψυχολογική βία σκοτώνει όπως και η σωματική.

Βόλτα στα μαγαζιά; Τι είναι αυτό; Ούτε στο φούρνο μόνη της δεν επιτρεπόταν να πάει. «Έχω προσέξει πώς σε κοιτάει ο φούρναρης. Και που ξέρω ότι δεν πηδιέσαι με τον τάδε; Τι ήθελε ο άλλος και σε σταμάτησε στο δρόμο; Γιατί άργησες να έρθεις από το περίπτερο;». Και σε κάθε «παραστράτημά» της, ερχόταν η τιμωρία. Κλειδωμένη στο μπάνιο, να κοιτάζει τη «μούρη» της στον καθρέφτη, όπως της έλεγε, και να σκέφτεται τι μαλακία έχει κάνει και να ζητήσει συγνώμη. Και την άφηνε με τις ώρες κλειδωμένη εκεί μέσα, χωρίς φαγητό, χωρίς νερό. Χωρίς τίποτα.

Μέχρι που ένα χειμωνιάτικο πρωί δεν άντεξε. Λιπόθυμη τη βρήκε στο μπάνιο και τη μετέφερε στο νοσοκομείο. Υπερκόπωση διαπίστωσαν οι γιατροί. Υπέρ – ταπείνωση σκέφτηκε η Αμαλία. Αυτό το περιστατικό ήταν το καμπανάκι που χτύπησε στο μυαλό της και όταν επέστρεψε σπίτι, μάζεψε τα πράγματά της και εξαφανίστηκε. Την κυνήγησε, την βρήκε, την απείλησε. Τίποτα, ωστόσο, δεν τη λύγισε. Αναγεννημένη από τις στάχτες της πήρε τον έλεγχο της ζωής της. Και όλα αυτά τα αποτύπωσε στο χαρτί. Όλα αυτά τα τοποθέτησε στο βιβλίο της «Βιασμός Ψυχής»

Η αίθουσα εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου ήταν γεμάτη. Όλοι ήθελαν να γνωρίσουν και να ακούσουν την πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, να τη συγχαρούν και να συνομιλήσουν μαζί της. Η παρουσίαση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Η Αμαλία συνομίλησε με τους αναγνώστες, απάντησε στις ερωτήσεις τους και υπέγραψε τα βιβλία.
«Θα ήθελα και εγώ μία προσωπική αφιέρωση. Εξάλλου, μου χρωστάτε την επιτυχία σας», άκουσε μία ανδρική φωνή και κοκάλωσε. Ο Κυριάκος βρισκόταν εκεί μπροστά της.
«Ευχαρίστως», του απάντησε και με τρεμάμενα χέρια πήρε το βιβλίο και υπέγραψε.

Θα σε περιμένω στο δωμάτιο νούμερο 45, στο Ηλέκτρα Palace, στις 12 ακριβώς, του είχε γράψει μέσα στο βιβλίο και ο Κυριάκος έσκασε ένα χαμόγελο φιλαρέσκειας.

Δώδεκα ακριβώς ο Κυριάκος της χτύπαγε την πόρτα.
«Σε περίμενα», του είπε και του έκανε χώρο να περάσει.
«Μου έλειψες», της απάντησε και την άρπαξε στην αγκαλιά του, γεμίζοντάς την βίαια φιλιά.
«Θέλω πίσω να γυρίσω και συγνώμη να ζητήσω, αλλά ντρέπομαι να σου το πω. Πώς χωρίς εσένα είμαι μισή, δεν πετιέται έτσι μια ζωή. Θέλω πίσω να γυρίσω και συγνώμη να ζητήσω», του τραγουδούσε, την στιγμή που τον παρέσυρε στο κρεβάτι. Ένα ποτήρι σαμπάνια, φράουλες με σαντιγί και ο Κυριάκος με κλειστά μάτια απολάμβανε τις περιποιήσεις της και τα χάδια της.

Με τρόμο έφτυσε τη φράουλα, μόλις τη γεύτηκε.
«Τι κάνεις; Είσαι τρελή; Ξέρεις ότι έχω αλλεργία στις φράουλες», της ούρλιαξε και ο λαιμός του άρχισε αμέσως να πρήζεται.
«Φέ … φέ … φέρε μου την ένεση… από το σακάκι», της έλεγε με κόπο.

Και καθόταν η Αμαλία χαμογελαστή και τον παρακολουθούσε να ασφυκτιά. Μετά από μισή ώρα τηλεφώνησε στη ρεσεψιόν.
«Βοήθεια, βοήθεια. Ο σύντροφός μου έπαθε αλλεργικό σοκ! Καλέστε σας παρακαλώ ένα ασθενοφόρο. Γρήγορα. Σας παρακαλώ. Πεθαίνει».

Δυστυχώς, όταν έφτασε το ασθενοφόρο ήταν πλέον αργά. Θάνατος από αλλεργικό σοκ. Και το φορείο με το άψυχο σώμα του Κυριάκου περνά μπροστά από την «συντετριμμένη» Αμαλία. Περνά και εξαφανίζεται.

Και μένει εκεί να τραγουδά … «Ένα χειμωνιάτικο πρωί έφυγα απ’ το σπίτι σαν τρελή, ο αέρας μου τρυπούσε το κορμί και μου ζητούσε μία απόφαση ηρωική»…

«Και την πήρα την απόφαση την ηρωική, αγάπη μου.Σε σκότωσα και ελευθερώθηκα», είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της.