«The problem is that there is only one ‘you’ and I can never find someone like you…»

Ρουθούνισα ελαφρώς και πνίγηκα με το ίδιο μου το σάλιο στην προσπάθειά μου να συγκρατήσω το κλάμα μου. Πάτησε παύση στην ταινία κι ήρθε να με πάρει αγκαλιά.
«Πάλι κλαις, ρε μικρό;»
Τον κοίταξα προσπαθώντας να σταματήσω την κλάψα, αλλά ήμουν ήδη κόκκινη και με μπουκωμένη μύτη. Τι υπέθετε πως θα κάνω, δηλαδή; Αφού είμαι ευαίσθητη, γαμώ το κέρατο μου, το ξέρει, τι με έβαλε να δω τι γαμωταινία!
«Έλα, χαλάρωσε. Θες να σου πω παραμύθια όπως στην 4χρονη ανιψιά μου, πως ο κόσμος είναι καλός, πως κανείς δεν πεθαίνει κι ότι όλοι έχουν ευτυχισμένο τέλος;» είπε χαζογελώντας και ξεφύσηξε. Σηκώθηκα απότομα από την αγκαλιά του και βγήκα στο μπαλκόνι να κάνω ένα τσιγάρο. Κρύα βραδιά, έτρεμα κάπως αλλά είχα ανάγκη αυτές τις τζούρες. Με πλησίασε πάλι γιατί κατάλαβε πως στράβωσα- δεν ήταν και δύσκολο, εδώ που τα λέμε, αφού συνέχισα να μυξοκλαίω με τον καπνό της γόπας μου να φτιάχνει το τέλειο σκηνικό της drama queen.

Πράγματι, νιώθω σαν μωρό παιδί, ώρες-ώρες. Άλλες, πάλι, νιώθω απίστευτα ώριμη και πως μπορώ να διαχειριστώ τα πάντα με απόλυτη μαεστρία. Πείθω τον εαυτό μου πως μαθαίνω να ζω μέσα σ’ έναν πραγματικό κόσμο όπου όλα έχουν συνέπειες, που η εγκληματικότητα όλο και αυξάνεται, που οι κακοί δεν τιμωρούνται πάντα, οι καλοί δεν έχουν πάντα ευτυχισμένη κατάληξη και που, φυσική συνέπεια της ζωής, είναι ο θάνατος. Αρχίδια με πείθω, όμως, απλά παλεύω να γίνω ρεαλίστρια την ίδια στιγμή που μέσα μου το ρομαντικό κι ευαίσθητο κοριτσάκι πασχίζει να βγει από τη φυλακή που του χτίζω.

Ο Μάνος μου έκλεισε τελικά το ραντεβού με την ξαδέρφη του. Δεν ξέρω αν θέλω να τα πάω καλά, δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τον βγάλω ασπροπρόσωπο. Εκείνος ξέρει πόσο εύθραυστη είμαι, γιατί να μου προτείνει να προσέχω ένα παιδάκι τεσσάρων ετών; «Γιατί σε εμπιστεύομαι, ρε βλάκα! Γιατί είσαι ο πιο υπέροχος άνθρωπος που γνωρίζω και θα είσαι το καλύτερο πρότυπο για τη μικρή!» Μου απάντησε χωρίς να κάνω καν την ερώτηση δυνατά. Με είδε που έτρεμα όταν μου ανακοίνωσε την επικείμενη συνάντηση. Με ξέρει τόσο καλά, κάθε σκέψη, κάθε φόβο μου. Ναι, μπορώ να φροντίσω την μικρή, μπορώ να της μάθω να διαβάζει, να γράφει, μπορώ να ζωγραφίζω μαζί της και όλα αυτά. Με την πραγματικότητα, όμως, τι γίνεται; Υποτίθεται πως πρέπει να της δημιουργήσω σωστά πρότυπα αφού θα με έχει σαν μεγάλη αδερφή, θα περνάμε τόσο χρόνο μαζί.

Δαγκώνομαι, τρώω τα νύχια μου και κοιτάζω επίμονα το ρολόι. Έφτασα νωρίτερα και κοντεύω να λιώσω τις σόλες των παπουτσιών μου από το πέρα-δώθε πάνω στο πεζοδρόμιο. «Ηρέμησε», σκέφτομαι, «είναι απλά μια συνέντευξη».

Το ραντεβού πηγαίνει καλά, ενθουσιάζεται η Κάτια μαζί μου που λατρεύω τόσο τα παιδιά και που έχω όλη τη διάθεση να τις μάθω πράγματα. Κι ας είμαι άπειρη, θέλει να μου δώσει την ευκαιρία. Μου ζητάει να μάθω στην μικρή να είναι δυνατή, σκληρή, ίσως και κυνική κάποιες φορές. Της λέω πως δεν μπορώ να της μάθω κάτι που δεν είμαι, όσο κι αν θα ήθελα. Και κάπως έτσι, χάνω τη δουλειά. Χάνω την πρώτη ευκαιρία για πρακτική και χαρτζιλίκι και δε θα με πάρει ποτέ κανείς να προσέχω το παιδί του αφού είμαι μια κλαψιάρα χαζογκόμενα που βλέπει ταινίες και κλαίει επειδή πέθανε στα ψέματα ένας πρωταγωνιστής.

«Ελινάκι, ξεκόλλα. Είναι μια γαμημένη ταινία μόνο. Δεν πέθανε στ’ αλήθεια, ρε! Δεν ήταν άρρωστη, σου λέω. Υποδυόταν έναν ρόλο, γαμώτο. Σταμάτα να κλαις!» Μου φωνάζει ο Μάνος και με ξαναπαίρνει αγκαλιά. «Η Κάτια σε συμπάθησε πολύ και σε ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί την κόρη της σε κάποια που δεν μπορεί να διδάξει σ’ ένα παιδί πώς να είναι δυνατό. Δε σε κάνει αξιόπιστη αυτό, καταλαβαίνεις;»

Σκουπίζω τα μάτια μου κι αποτραβιέμαι. Με θυμώνει που δεν καταλαβαίνουν. Ακόμα κι ο Μάνος, που με ξέρει καλύτερα κι από την παλάμη του χεριού του, ακόμα κι αυτός νομίζει πως είμαι αναξιόπιστη επειδή είμαι ευαίσθητη.

«Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Να πάει να γαμηθεί κι η Κάτια και όλοι όσοι θέλουν ν’ αναθρέφω τα παιδιά τους με αυτόν τον τρόπο.» Σηκώθηκα απότομα από το κρεβάτι κι άρχισα να κουνάω τα χέρια μου άτσαλα από τα νεύρα μου. «Δεν πρόκειται να διδάξω ένα παιδί να είναι κυνικό. Δε θα μεγαλώσω έναν άνθρωπο που θα κλείνεται στον εαυτό του και δε θα εξωτερικεύει τα συναισθήματά του. Δε θα γίνω το σκαλοπατάκι για κανέναν που θέλει να μάθει να πατάει επί πτωμάτων για να μην πληγωθεί ο ίδιος. Ας πληγωθεί. Έτσι είναι η ρημάδα η ζωή, γεμάτη πληγές. Βαθιές. Κάποιες επουλώνονται και κάποιες αφήνουν για πάντα το σημάδι πάνω σου. Ρεαλίστρια δε θέλετε να είμαι; Αυτή είναι η πραγματικότητα, λοιπόν. Άσε τον εαυτό σου να πονέσει, να θρηνήσει, να χάσει, να πέσει, να πληγωθεί. Το να χτίσω ένα καβούκι γύρω από έναν άνθρωπο για να τον προστατέψω, είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσα να του κάνω!»

Ο Μάνος έχει παγώσει και με κοιτάζει που προσπαθώ να συγκεντρώσω τις συγκεχυμένες λέξεις στο κεφάλι μου για να βγάλουν ένα νόημα. Φωνάζω και γυρίζω στο δωμάτιο σαν την άδικη κατάρα και κλαίω και χτυπιέμαι και θυμώνω κι είμαι έτοιμη να εκραγώ.

«Κοριτσάκι μου, έλα εδώ, σε παρακαλ-»
«Άσε με, Μάνο. Άσε με να τα πω!»

Έκανε ένα νεύμα που με ώθησε να συνεχίσω. Όχι πως θα δεχόμουν το αντίθετο, βέβαια.

«Ξέρεις, Μάνο, οι ταινίες δείχνουν πραγματικά γεγονότα, κάποιες φορές. Κι αυτή η κοπέλα που πέθανε στη ταινία που είδαμε προχθες- ανάθεμά σε που μ’ έβαλες να τη δω- μπορεί να μην πέθανε στην πραγματικότητα επειδή είναι μια ηθοποιός που έπαιξε πολύ καλά το ρόλο της. Όμως υπάρχουν γυναίκες σαν εκείνη, στην πραγματική ζωή. Και μια μέρα ξυπνάνε να πάνε στη δουλειά και μαθαίνουν πως πάσχουν από μια βαριά ασθένεια και μια μέρα ξαφνικά πεθαίνουν, χωρίς να έχουν ζήσει τη ζωή τους. Αφήνοντας πίσω όνειρα και στόχους, ανθρώπους, συναισθήματα μετέωρα. Καταλαβαίνεις, γαμώτο;»

Ξεσπάω σε λυγμούς κι οι λέξεις μου πνίγονται στα δάκρυα μου, δεν μπορώ ν’ ανασάνω, νομίζω παθαίνω κρίση πανικού- δεν ξέρω κι όλας πώς είναι, δε μου έχει συμβεί ποτέ. Αλλά μπούκωσα, δεν μπορώ άλλο. Τρέμω και νιώθω πως θα λιποθυμήσω.

«Μου είναι αδιανόητο να δεχτώ την απώλεια, τι να κάνω; Ναι, η κατάληξη της ζωής είναι ο θάνατος, ναι πρέπει κάποια στιγμή να το δεχτώ αλλά ΔΕ ΘΕΛΩ, πώς να το πω αλλιώς;
Δε βοηθάει πουθενά η άρνηση, το ξέρω, αλλά δεν έχω άλλον τρόπο να το διαχειριστώ. Αν αυτό σε κουράζει, σήκω και φύγε κι άσε με να κάτσω στη γωνιά μου σαν παιδάκι που το έβαλαν τιμωρία και να κλαψουρίζω αγκαλιά με το αρκουδάκι μου. Αυτή είμαι και δε θα προσπαθήσω να γίνω κάτι άλλο. Αρνούμαι να συμβιβαστώ με τη γαμημένη πραγματικότητα κι αυτό μου δημιουργεί προβλήματα αλλά άσε με να ονειρεύομαι και ν’ ακροβατώ μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας και να επιλέγω εγώ πότε θέλω να πάω από τη μία πλευρά και πότε από την άλλη!»

Με κοιτάζει αποσβολωμένος, δεν νομίζω να μ’ έχει ξαναδεί ποτέ έτσι. «Αν ήξερα πως θα σου κάνει τόσο κακό αυτή η γαμημένη ταινία, δε θα την έβαζα ποτέ. Ήθελα μόνο να…» Προσπαθεί να πλησιάσει να με πάρει αγκαλιά αλλά το βλέμμα μου τον παγώνει. «Ξέχνα το, τίποτα δεν ήθελα. Να είσαι καλά θέλω, με όποιον τρόπο σε βολεύει εσένα. Αλλά, σε παρακαλώ, προσπάθησε να ωριμάσεις λίγο σε αυτό το κομμάτι. Είσαι τόσο έξυπνη, τόσο υπέροχη. Είναι κρίμα να μην μπορείς να διαχειριστείς τα συναισθήματά σου και να χάνεις δουλειές για αυτό το λόγο.»

Μου γυρίζει το μάτι ακόμα περισσότερο. Σκέφτομαι, πώς μπορεί να είσαι τόσο άνιωθος ώρες-ώρες, ρε Μάνο…
Ανασυγκροτούμαι και συνεχίζω.

«Δε σκοπεύω να ζήσω τη ζωή μου σ’ ένα καλούπι που δε μου ταιριάζει απλά για να ταιριάζω στα δεδομένα που θέλουν οι άλλοι. Κι αν επέλεξα αυτή τη δουλειά, είναι γιατί λατρεύω τα παιδιά, την αθωότητα και την ευθύτητά τους. Κι αν, για παράδειγμα, έρθει κάποιο παιδάκι κλαμένο να μου πει ότι πέθανε το κατοικίδιο του, θα κλάψω μαζί του. Δε θα του πω πως δε συνέβη τίποτα. Γιατί συνέβη. Θα στεναχωρηθώ, όχι για συμπαράσταση, αλλά γιατί πραγματικά θα με λυπήσει το γεγονός. Δε θα του πω πως από εδώ και πέρα όλα θα είναι καλά ούτε πως αν πάρει καινούργιο σκυλάκι όλα θα είναι το ίδιο. Γιατί δε θα είναι. Θέλεις να είμαι ρεαλίστρια. Αυτό είμαι λοιπόν. Γιατί, όπως είπαν και στην ταινία, καθένας είναι μοναδικός και δεν μπορεί ν’ αντικατασταθεί. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής κι εμείς πρέπει ν’ αποδεχτούμε την απώλεια, να την κάνουμε συνήθειά μας, έτσι δεν είναι;»

«Όχι, εγώ δεν είπ-»
«Άστο.»

Ξάπλωσα στον καναπέ μου αγκαλιά με το αγαπημένο μου λούτρινο, τράβηξα δυο τζούρες από ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο κι αφέθηκα στις σκέψεις μου. Ο Μάνος έστεκε να με κοιτάζει λες και περίμενε πότε θα μου περάσει η «κρίση».

Όμως, δεν είναι κρίση. Είναι η δική μου πραγματικότητα. Δε σκοπεύω να αλλάξω τον τρόπο που σκέφτομαι ή που αντιμετωπίζω κάποιες καταστάσεις. Κι ας μοιάζουν παιδικές. Κι ας είναι, ίσως, ανώριμες.
Έτσι είμαι εγώ.
Κλαψιάρα.
Ευαίσθητη.
Εύθραυστη.
Αιώνιο παιδί.

Ένα παιδί, ετών 25.