Όταν πια πέρασαν τη Νεμέρτσικα, τράβηξε τα γκέμια και ξεπέζεψε. Ταξίδευαν μέρες, χωρίς να κοιτάζουν πίσω τους μα τώρα επιτέλους, άλογα και άνθρωποι μπορούσαν να ξαποστάσουν. Η Ρουγιά κοιμόταν στην καρότσα, σκεπασμένη με χοντρά ματαράτσια και με τα χέρια σφιγμένα πάνω στην κοιλιά της. Πριν το ξημέρωμα, θα ξεκινούσαν πάλι και το πρώτο φως του ήλιου θα τους έβρισκε στο σπίτι του, στη Σωπική. Ο Κωνσταντής έσκυψε να πιει απ τα νερά του Σούχα που κυλούσε μέσα από τον κάμπο των Σχωριάδων. Για μια στιγμή ανατρίχιασε. Μέσα στο κεφάλι του άκουγε ακόμη τη φωνή της Μπανού να τους καταριέται.

Την ώρα που κατέβαζαν την κάσα, ξέσπασε η μπόρα. Ο αέρας μανιασμένος σήκωνε τα ράσα του παπά-Κώστα και αστραπές έσκιζαν τον ουρανό. Η Αγλαΐα, με μάτια στεγνά μα με την ψυχή να ξεχειλίζει από δάκρυα, αποχαιρετούσε βουβά το μικρό τους αδερφό. Ο μικρός, που γεννήθηκε όταν η Αγλαΐα ήταν 11 χρονών, ήταν ο χαϊδεμένος τους. Δύο χρόνια αργότερα η μάνα είχε φύγει από το χτικιό και ο πατέρας την είχε ακολουθήσει έξι μήνες μετά, πέφτοντας από το μουλάρι. Η Αγλαΐα, η μεγαλύτερη, ανάστησε και τα έξι μικρότερα αδέρφια της και τα είδε να ακολουθούν τη μοίρα τους και να χάνονται από τη ζωή στα 4 σημεία του ορίζοντα.

Δεν έπρεπε να είχε πάρει μαζί της το Στέλιο έτσι ταλαιπωρημένη που ήταν η υγεία του. Μα δεν της πήγαινε η καρδιά να φύγει μόνος του ο Γιώργης. Ούτε ο γιος του, ο Αρίστος, δεν είχε προλάβει να είναι εδώ γιατί, εκεί στην Αγγλία που σπούδαζε, τα αεροπλάνα δεν πέταξαν στην ώρα τους λόγω της ομίχλης. Κι η Νικολίτσα, του μακαρίτη του Μηνά, η άλλη ανιψιά, ήταν στο κρεβάτι μετά την έβδομη εξωσωματική. Αυτή τη φορά είχε καταφέρει να κρατήσει το μωρό και η μέρα που θα το έφερνε στον κόσμο πλησίαζε. Τα δύο ορφανά ανίψια τους, τα μοναδικά παιδιά που γεννήθηκαν από τα εφτά αδέρφια, ήταν η μόνη της χαρά. Ήταν η έβδομη γενιά αλλά το κακό φαινόταν να είχε περάσει πια. Η νύφη της είχε πεθάνει στη γέννα και ο Γιώργης είχε μεγαλώσει μόνος του τον Αριστοτέλη. Και η Νικολίτσα ταλαιπωρήθηκε με τις εξωσωματικές αλλά και τα δυο είχαν βγει νικητές. Γι’ αυτά ήθελε να κρατηθεί στη ζωή λίγο ακόμη. Και για το Στέλιο, το μόνο αδερφό που είχε πια.

Έσπρωξε το καροτσάκι του Στέλιου μέσα από τις λάσπες του νεκροταφείου και πήρε το δρόμο για το σπίτι τους. Στο μυαλό της συχνά ερχόταν η ιστορία που της έλεγε η γιαγιά της λίγο πριν φύγει από τη ζωή, για τον δικό της παππού.

Ο Κωνσταντής, όπως οι περισσότεροι Σχωριάδες του καιρού του, είχε φύγει από το χωριό του για να βρει την τύχη του στην Πόλη. Συνήθως καθόντουσαν 5 – 6 χρόνια και μετά επέστρεφαν στον τόπο τους με τις οικονομίες τους.

Ο Κωνσταντής είχε βρει δουλειά στη βιοτεχνία του Μπορά. Ώρες ατέλειωτες σκληρής δουλειάς μέσα στα νερά που ξέπλεναν τα νήματα και τις νύχτες κακός ύπνος στο κρύο κατώι. Πολλές φορές ξυπνούσε από τις φωνές του Μπορά Και της μάνας του, της Μπανού που ξυλοφόρτωναν τη μικρή Ρουγιά. Η καρδιά του σκιζότανε από τα κλάματα της όμορφης νύφης μα ήξερε ότι ο αφέντης του δεν έπαιρνε από λόγια. Ένα βράδυ που ο Μπορά και η Μπανού έλειπαν σε επίσκεψη για το Κουρμπάν Μπαϊράμι, τόλμησε να πλησιάσει τη Ρουγιά για να την παρηγορήσει.

Λίγους μήνες αργότερα, η Μπανού πρόσεξε το φούσκωμα στην κοιλιά της νύφης της μα δεν πρόλαβε να τους σταματήσει. Είχαν ετοιμάσει προσεκτικά το φευγιό τους και μόνο οι κατάρες της τους έφτασαν καθώς το έσκαγαν μέσα στη νύχτα από το Κουζγουντζούκι.

Εφτά γενιές
, της ψιθύριζε η γιαγιά της, σα να θελε να την προειδοποιήσει. Εφτά γενιές βαστάει η κατάρα. Μα η θεία της η Αγαθή, που είχε γίνει δασκάλα στα Γιάννενα και ήταν γραμματιζούμενη, της έλεγε να μην τα πιστεύει αυτά. Όταν μερικά χρόνια αργότερα οι Γερμανοί στρατιώτες μπήκαν στο σχολείο και βρήκαν την Αγαθή να κρύβεται κάτω από την έδρα με δύο μαθητές της που δεν είχαν προλάβει να το σκάσουν, της γάζωσαν τα πόδια με τα karabiner. Η θεία Αγαθή ήταν η τελευταία της πέμπτης γενιάς. Η Αγλαΐα, που δεν προλάβαινε να βγάλει τα μαύρα, θυμόταν συχνά την προγιαγιά της.

Έβαλε το Στέλιο να ξαπλώσει και τον σκέπασε. Τα γαλάζια μάτια του που κάποτε έλαμπαν, είχαν αδειάσει δέκα χρόνια πριν που έχασε τη γυναίκα του και το εγκεφαλικό που τον βρήκε τον άφησε χωρίς μιλιά, χωρίς χέρια και πόδια. Η Αγλαΐα έβαλε μια μπουκιά ψωμί στο στόμα της. Είχε χρόνια που δεν πεινούσε ούτε έτρωγε τίποτα με χαρά. Μα έπρεπε να κρατηθεί λίγο ακόμη στη ζωή για τους ζωντανούς. Δική της ζωή δεν είχε ποτέ, ούτε θέλησε να έχει. Γιατί να προσθέσει άλλον ένα καταραμένο;

Τη ξύπνησε αξημέρωτα το τηλέφωνο. Η καρδιά της έχασε μερικούς χτύπους όταν άκουσε τα μαντάτα. Το αεροπλάνο που έφερνε τον Αρίστο στον τάφο του πατέρα του είχε πέσει. Η Μπανού δεν είχε χορτάσει εκδίκηση.

Αυτή τη φορά στην κηδεία την πήγε ο Γιάννης, ο άντρας της Νικολίτσας. Ο Στέλιος είχε φύγει μερικές μέρες νωρίτερα από πνευμονικό. «θέλεις να σου φέρω κάτι;» τη ρώτησε πριν φύγει για να γυρίσει στη γυναίκα του και το παιδί τους που μόλις πριν λίγες μέρες είχε γεννηθεί, παρόλο που ήξερε πως η Αγλαΐα δεν έδειχνε ποτέ να λαχταράει κάτι όπως οι άλλοι άνθρωποι. Αυτή τη φορά όμως, επέτρεψε μια μικρή χαρά στον εαυτό της. «Ενα καρπούζι φέρε μου, σε παρακαλώ» του είπε. Κι ο Γιάννης που την αγαπούσε γιατί αυτή είχε αναστήσει τη γυναίκα του, έτρεξε να την ευχαριστήσει.

Όταν το επόμενο πρωί η γειτόνισσα φώναξε την Αγλαΐα και δεν πήρε απάντηση, άνοιξε την πόρτα της. Βρήκε την Αγλαΐα στο ντιβάνι της κουζίνας. Δίπλα της είχε τη γαβάθα με τα κουκούτσια του καρπουζιού που είχε φάει ολόκληρο το προηγούμενο βράδυ και στο νεροχύτη τις πράσινες φλούδες του. Είχε φύγει χορτάτη.