Ο Άγης δεν ήθελε να πεθάνει.

Κρατούσε γερά το κινητό του, σφίγγοντας το ολοένα και περισσότερο, φυλακίζοντας τη δόνηση στα δάκτυλά του. Ήχο κλήσης δεν άκουγε, τ’ αυτιά του είχαν βουλώσει από την επικείμενη λιποθυμία. Τον καλούσε η Νίκη, ήταν σίγουρος, μπορούσε να την καταλάβει ακόμα κι από τη δόνηση. Προσπάθησε να φέρει το χέρι με το κινητό μπροστά από το πρόσωπό του. Μάταιος κόπος.

Η όραση του θόλωσε, τα μάτια του ανοιγόκλειναν, σαν όνειρο που αρνιόταν να φύγει από το υποσυνείδητό του. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός με μικρά στίγματα κόκκινου, σαν παιδικές μουτζούρες. Το κινητό σταμάτησε να δονείται, όλα ησύχασαν, το χέρι του μαλάκωσε, ο ουρανός έγινε κατακόκκινος, είχε έρθει η στιγμή να καλωσορίσει τον θάνατο. Άνοιξε την παλάμη του, έκλεισε τα μάτια κι ένιωσε ελαφρύς.

Όταν τα άνοιξε πάλι, αντίκρισε ξανά ουρανό αλλά αυτός ήταν ξύλινος και ξεφλουδισμένος. Έμοιαζε με μία εικόνα που έβλεπε κάθε πρωί. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά το σώμα του – αλήθεια ήταν στο σώμα του; – αρνήθηκε να υπακούσει. Τ’ αυτιά του ξεβούλωσαν, ένα σύγκρυο τον διαπέρασε. Άρχισε ν’ ακούει ξανά.

Κι αυτό που άκουγε ήταν βροχή.

***

«Αγάπη, έφτασα σπίτι. Πού σε πετυχαίνω;»

Παράσιτα στόλισαν την απάντηση της Νίκης κι ο Άγης επανέλαβε την ερώτησή του. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή.

«Στο …τρό. Δεν… σήμα. Φτάν-»

Ένα απανωτό βουητό σάρωσε και τα τελευταία λόγια της κι η κλήση τερματίστηκε. Ο Άγης ακούμπησε τη συσκευή στο τραπεζάκι του χολ, έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε. Το σαλόνι μύριζε ξεροψημένο κοτόπουλο, απομεινάρια από το μεσημέρι. Άναψε το φωτιστικό δίπλα από τον καναπέ και σωριάστηκε στην γωνία του. Η μέρα στη δουλειά ήταν κάτι παραπάνω από κουραστική. Ήταν ανυπόφορη.

Πέταξε τα παπούτσια του στην άκρη κι άνοιξε την τηλεόραση. Αδιάφοροι πρωταγωνιστές σε ακόμη πιο αδιάφορες εκπομπές παρέλασαν μπροστά του. Στην εναλλαγή των καναλιών, ο Άγης έβλεπε την αντανάκλασή του στο τζάμι. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει, το μούσι του αφρόντιστο εδώ και μέρες, η κοιλιά του είχε απλωθεί στα πλάγια.

Αφέθηκες, αγάπη μου. Γιατί; Μην το κάνεις για μένα, κάνε το για σένα. Κρίμα είναι.

Ανέλπιδες προσπάθειες της γυναίκας του για να τον ξυπνήσει. Τελευταία την έβλεπε κουρασμένη. Πάντα ήταν κουρασμένη η Νίκη, αλλά τελευταία κάτι την απασχολούσε. Ο Άγης τής είχε πει να πάνε στον γιατρό αλλά αυτή του έγνεφε πάντα αρνητικά.

Άπλωσε τα πόδια του στο τραπέζι μπροστά, τα έμπλεξε μεταξύ τους, χασμουρήθηκε, έκλεισε την τηλεόραση. Κοίταξε έξω από το παράθυρο τα σύννεφα που έριχναν αδιάκοπη βροχή, σαν στρατός έτοιμος για μάχη. Η γυναίκα του αγαπούσε τη βροχή, την μοναξιά που της χάριζε, την οργή με την οποία ξέπλενε την πόλη. Θα με προστατεύεις από τους κεραυνούς; συνήθιζε να τον ρωτάει η Νίκη.

«Πάντα», απάντησε λες κι ήταν δίπλα του. Κοίταξε το ρολόι απέναντι και τότε πετάχτηκε από τον καναπέ.

Γαμώτο, ξέχασα να πάρω κρασί! Μία δουλειά είχα κι εγώ γι’ απόψε…

Φόρεσε το παλτό του, άρπαξε τα κλειδιά και το κινητό του και βγήκε από το σπίτι την ώρα που μία ακόμα αστραπή έλουσε το σαλόνι με φως.

***

Τα όνειρά του έμοιαζαν με επαναλαμβανόμενες στατικές εικόνες, περασμένες μέσα από φωτιά και στάχτη. Το σπίτι του, η δουλειά του, το αυτοκίνητό του, τα ρούχα του, η Νίκη… Ξυπνούσε και ξανακοιμόταν, ανήμπορος να ξεφύγει από αυτήν την ατέρμονη κατάσταση.

Κάποια στιγμή, η βροχή σταμάτησε. Άνοιξε τα μάτια του κι ένιωσε όλο του το σώμα να επανέρχεται, άκρα να ξεμουδιάζουν, το στόμα του να γεμίζει σάλιο. Ανασηκώθηκε με δυσκολία και το κρεβάτι στο οποίο κοιμόταν έτριξε. Κοίταξε τριγύρω προσπαθώντας να καταλάβει πού βρισκόταν.

Αντίκρισε ένα ξύλινο δωμάτιο, σχεδόν όσο το σαλόνι του σπιτιού του. Σκούρο καφέ απλωνόταν τριγύρω, πάνω στο οποίο χόρευαν σκιές από το μοναδικό κερί που έκαιγε στο κέντρο του δωματίου. Δύο παράθυρα, αντικριστά το ένα από το άλλο, ήταν βουτηγμένα στο σκοτάδι. Ανάμεσά τους, μία πόρτα μ’ ένα στρογγυλό, κόκκινο πόμολο. Ο Άγης κατέβασε τα πόδια του στο πάτωμα. Ήταν κρύο. Φορούσε τα ρούχα του, τα ίδια μ’ αυτά που φορούσε όταν πέρασε τη διασταύρωση κι ένα γκρι Fiat, παραβιάζοντας το κόκκινο, τον είχε πετάξει στον αέρα. Με τη μόνη διαφορά ότι ήταν καθαρά και σιδερωμένα. Τα μύρισε. Το μαλακτικό που χρησιμοποιούσε η…

«Νίκη;»

Η φωνή του βγήκε πνιγμένη λες και το στόμα του δεν είχε μάθει να προφέρει λέξεις. Έγλειψε τα χείλη του κι ένας βήχας τον έπνιξε. Σηκώθηκε όρθιος και ταλαντεύτηκε για λίγο πριν καταφέρει να ισορροπήσει. Το κερί σιγόκαιγε πάνω σε ένα στρογγυλό, ξύλινο τραπέζι, ενώ δίπλα στο κερί βρίσκονταν ένα κουτάκι σπίρτα, ένα σημειωματάριο κι ένα μολύβι. Ο Άγης, πιστεύοντας ότι όλο αυτό ήταν μία παραίσθηση που τον καλωσόριζε πριν τον θάνατο, αποφάσισε να μην αναρωτηθεί για τίποτα. Δεν ήθελε ούτε να κοιτάξει από τα παράθυρα, ούτε να ελέγξει το σημειωματάριο, ούτε να-

«ντουπ ντουπ»

Πετάχτηκε από τη θέση του κι έπεσε στο κρεβάτι. Κοίταξε προς την πόρτα. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα στα οποία ο Άγης έσφιγγε τα στρωσίδια του κρεβατιού. Μία ξαφνική λάμψη χωρίς ήχο βροντής φώτισε το απόλυτο σκοτάδι κι ο Άγης έκλεισε τα μάτια.

Θα περάσει κι αυτό, θέλω να ξυπνήσω ή να κοιμηθώ για πάντα. Δε θέλω άλλες-

«ντουπ ντουπ»

«Σταματήστε!»

Ο Άγης άνοιξε τα μάτια και το κερί είχε σβήσει. Πλέον δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Κρύος ιδρώτας κύλησε στο σβέρκο του, έτριψε τα χέρια στο τζιν του, ετοιμάστηκε να σηκωθεί για να ανάψει πάλι το κερί μέχρι που άκουσε τρίτη φορά να χτυπάει η πόρτα.

Επαναλαμβανόμενος, κοφτός ήχος.

«Ποιος… ποιος είναι; Νίκη, εσύ;»

Το να προφέρει το όνομα της γυναίκας του, του φαινόταν γελοίο, αλλά ήταν το μόνο που μπορούσε να τον συγκρατήσει από την κατάβαση στη τρέλα. Σε κάθε χτύπημα, σκόνη πεταγόταν από τους ξύλινους τοίχους κι αχνοφαινόταν στο σκοτάδι. Ο Άγης έκανε ένα βήμα μπροστά.

Άλλα δύο χτυπήματα, πιο δυνατά αυτή τη φορά.

«Τώρα, τώρα θα ανοίξω, σταμάτα!»

Η φωνή του έμοιαζε να έρχεται από την παιδική του ηλικία, όπως τότε που ο πατέρας του χτυπούσε επίμονα την πόρτα του δωματίου του, κρατώντας το δερμάτινο ζωνάρι, για να τον τιμωρήσει για τα σπασμένα παιχνίδια του.

Δεύτερο, τρίτο, τέταρτο βήμα. Έφτασε στο τραπέζι. Ψηλάφισε την επιφάνειά του και βρήκε το κουτάκι με τα σπίρτα. Τρέμοντας, και μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες, άναψε ένα σπίρτο κι έπειτα το κερί.

Ο ήχος είχε σταματήσει.

Το σκοτάδι έξω άρχισε να διαλύεται, μέσα σε έναν ωκεανό από ξεθωριασμένο γαλάζιο. Η μέρα έπαιρνε τη θέση της νύχτας, κλείνοντας την αυλαία.

Η βροχή είχε ξεκινήσει και πάλι.

***

Ο Άγης αναμόχλευε το κουτάλι του μέσα στην κρύα σούπα. Τα κομματάκια από κοκκινόψαρο επέπλεαν μέσα σε ένα ζουμί από κολοκύθια και καρότα, σαν απομεινάρια από ναυάγιο. Η Νίκη απέναντί του, γυρόφερνε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της. Είχε πιει με το ζόρι το μισό, ημίγλυκες, δειλές γουλιές ανάμεσα σε πικρές κουβέντες.

«Άγη, πού ταξιδεύεις;»

Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε ανέκφραστος. Άφησε το κουτάλι να βυθιστεί στη σούπα, ταράζοντας τα απομεινάρια του ναυαγίου.

«Στη συννεφιά έξω. Εσύ;»

Η Νίκη γύρισε το κεφάλι της κι άφησε έναν αναστεναγμό. Η βροχή, παντοτινός σύμμαχός της. Ο Άγης το είχε μάθει από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους καθώς όποτε έβλεπε σύννεφα να μαζεύονται, σαν το μικρό παιδί, στεκόταν και περίμενε τις πρώτες ψιχάλες.

Το εστιατόριο είχε σχεδόν αδειάσει. Η Νίκη ετοιμάστηκε να πει κάτι αλλά φάνηκε να το μετανιώνει. Με μία απότομη κίνηση αποτελείωσε το κρασί της κι άφησε το ποτήρι με έναν γδούπο στο τραπέζι.

«Σήκω, πλήρωσε να φύγουμε».

Ο Άγης ξαφνιάστηκε αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Ακούμπησε δύο χαρτονομίσματα στο τραπέζι, άρπαξε το σακάκι του κι ακολούθησε την Νίκη η οποία είχε ήδη φτάσει κοντά στην έξοδο. Την ώρα που πέρασε το κατώφλι της πόρτας, δύο βροντές προειδοποίησαν για την μπόρα που ερχόταν. Εκείνη, άνοιξε τα χέρια κι έγειρε πίσω το κεφάλι της, ένα αεροπλάνο έτοιμο να απογειωθεί.

«Μωρό μου, δεν είμαστε πλέον είκοσι πέντε να χορεύουμε στη βροχή».

Τον κοίταξε με ένα βλέμμα μεταξύ απογοήτευσης και πειράγματος.

«Στη βροχή, είμαστε όλοι το ίδιο».

Τα χέρια της έκλεισαν γύρω από τον λαιμό του και τα χείλη της γύρω από την ανάσα του.

«Θα με προστατεύεις από τους κεραυνούς;» τον ρώτησε ψιθυριστά.

Ο Άγης θυμόταν την πρώτη τους συνάντηση, τον πρώτο καφέ που ήπιαν, το κόκκινο κρασί που είχε ρίξει πάνω στο φουστάνι της, το κόκκινο εσώρουχο που της έβγαλε γεμάτος έξαψη.

«Πάντα», της απάντησε με τα χείλη του κολλημένα στα δικά της.

Αγκαλιά όπως ήταν, άρχισαν να κάνουν στροφές γύρω από τον εαυτό τους λες κι ήταν επαγγελματίες χορευτές σε μία βρεγμένη πίστα. Ο Άγης ανοιγόκλεινε τα μάτια του, πότε χανόταν στα χείλη της, πότε αντίκριζε το μεθυστικό βλέμμα της.

Κάποια στιγμή, η ανάσα του παραλίγο να κοπεί, τα χείλη του άρχισαν να ξεραίνονται, σάλιο ανέβαινε στον οισοφάγο του, τον έπνιγε, ήθελε να βήξει αλλά η Νίκη δεν έκανε πίσω. Τραβούσε τα χέρια του μακριά, είχαν κολλήσει τα στόματά τους, η βροχή συνέχισε να πέφτει ασταμάτητα, «Νίκη, άσε με, πνίγομαι», ήθελε να φωνάξει αλλά αδύνατον, άνοιξε τα μάτια του και το πρόσωπό της είχε γίνει ξύλινο, κενό, χωρίς χαρακτηριστικά, μία επίπεδη πλάκα από την οποία αίμα κυλούσε από μικρές οπές, ο Άγης τραβιόταν ολοένα και περισσότερο, επιτέλους, τα χείλη του αποκολλήθηκαν, έπεσε πίσω κι αντίκρισε τον ουρανό.

Έναν ουρανό που έβρεχε αίμα, παχιές κόκκινες σταγόνες από αίμα.

Ο Άγης ούρλιαξε.

***

Αυτή η ανάμνηση δεν… δεν είναι αληθινή. Τη θυμάμαι ξεκάθαρα, στεκόμασταν και χορεύαμε και φιλιόμασταν, κι αρρωστήσαμε μέσα στη βροχή, αλλά δε μας ένοιαζε. Γιατί, γιατί έγινε τόσο φρικαλέα; Ποιος παίζει με το μυαλό μου;

Κοιτούσε μόνο το ταβάνι και συλλογιζόταν. Η βροχή δεν είχε σταματήσει, θόρυβος δεν είχε ακουστεί ξανά. Δεν είχε τολμήσει καν να κοιτάξει έξω από τα παράθυρα, ακόμα πίστευε ότι όλο αυτό θα τελείωνε ανά πάσα στιγμή. Η πόρτα παρέμενε ήσυχη, αν κι όποτε έπεφτε το βλέμμα του πάνω της, σκεφτόταν την προηγούμενη νύχτα.

Σύνελθε, γαμώτο. Για κάποιον λόγο είσαι εδώ, πρέπει να σηκωθείς, πρέπει-

Ένας μακρόσυρτος ήχος τον έκανε να τιναχθεί. Αποφασισμένος να μη σπαταλήσει άλλο χρόνο, σηκώθηκε κι έτρεξε προς τα παράθυρα. Έξω υπήρχε πηχτή, αδιαπέραστη ομίχλη. Το έδαφος ήταν ξηρό, άγονο, παρ’ όλο που δυνατή βροχή έπεφτε πάνω του εδώ και ώρα. Λες κι οι σταγόνες σταματούσαν ελάχιστα εκατοστά πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Προσπάθησε να αφουγκραστεί τον ήχο καλύτερα, έμοιαζε σαν κάποιος να χτυπούσε κάτι μεταλλικό πάνω σε σκληρή επιφάνεια. Έψαξε με το βλέμμα του και τότε το είδε: μία απροσδιόριστη φιγούρα, σκυμένη, να χτυπάει με δύναμη κάτι στο έδαφος. Ο Άγης, αποφασισμένος να πιαστεί στην οποιαδήποτε λεπτή κλωστή ελπίδας είχε, έτρεξε προς την πόρτα και γύρισε το πόμολο.

Προς έκπληξή του, άνοιξε αμέσως.

«Είναι κανείς εκεί;» φώναξε με το που πάτησε το πόδι του έξω. Η βροχή κυλούσε στο πρόσωπό του, τον πότιζε, αλλά το χώμα παρέμενε ξηρό. Η ομίχλη άρχισε να τυλίγεται στα πόδια του, ανεβαίνοντας προς τα πάνω, στη μέση και στο στήθος του, σαν ανυπόμονος εραστής . Ο Άγης έκανε κι άλλα βήματα, προσπαθώντας πάντα να έχει το σπίτι στο οποίο βρισκόταν πριν στο οπτικό του πεδίο. Ο ήχος συνεχίστηκε στον ίδιο μονότονο ρυθμό. Το σπίτι τού θύμιζε αυτά τα τέλεια σχηματισμένα, σχεδόν παιδικά, σπίτια που έβλεπε στα παραμύθια. Κεραμίδια, στέγη, όλα σε ισορροπημένες αποστάσεις.

«Σ’ ακούω, απάντησέ μου!» φώναξε ξανά.

Σε κάθε λέξη που πρόφερε, ένιωθε την ομίχλη να προσπαθεί να γεμίσει τα τοιχώματα του στόματός του. Κατέβασε το κεφάλι κι άρχισε να κινείται ακαθόριστα, εκνευρισμένα, βρίζοντας μέσα του αυτόν που του έπαιζε ένα τέτοιο κακόγουστο αστείο.

Στη βροχή είμαστε όλοι ίδιοι, έλεγε η γυναίκα του. Αρκεί να είμαστε μαζί, συμπλήρωνε ο ίδιος.

Κάποια στιγμή, ο ήχος σταμάτησε. Ο Άγης στένεψε τα μάτια του προσπαθώντας να εντοπίσει κάτι μέσα στην απόλυτη ερημιά. Είδε κίνηση στα δεξιά του κι άρχισε να τρέχει προς τα εκεί. Όσο έτρεχε, η βροχή ελάττωνε την έντασή της, η ομίχλη αραίωνε μέχρι που πλησίασε μία φιγούρα που φαινόταν να περπατάει μακριά του.

«Περίμενε! Στάσου, φωνάζω τόση ώρα, δε μ’ ακούς;»

Η φιγούρα σταμάτησε. Ο Άγης σταμάτησε κι εκείνος. Φαγούρα απλωνόταν στις παλάμες του, έτριβε τα χέρια στο τζιν του. Η μορφή γύρισε προς το μέρος του κι ο Άγης αντίκρισε έναν άνδρα μεγάλης ηλικίας, σκυφτό, με ατημέλητο μούσι και πυκνά, άσπρα μαλλιά. Κρατούσε μία τσάπα στον ώμο του.

«Επιτέλους. Συγνώμη, κύριε, με λένε Αγησίλαο και-»

Εκείνος σήκωσε το δάχτυλό του κι έκανε νόημα να κάνει ησυχία.

Πλησίασε τον Άγη ο οποίος έκανε δύο βήματα πίσω. Η βροχή είχε σταματήσει τελείως.

«Εσύ έφερες πάλι τη βροχή ε; Καλά το κατάλαβα. Καινούργιος. Καλύτερα να γυρίσεις στο σπίτι».

Η φωνή του άνδρα έμοιαζε να βγαίνει από πηγάδι, αργόσυρτη, σαν να μη μπορούσε ο αέρας να μεταφέρει τις λέξεις του.

«Τι… τι εννοείς. Δεν έφερα εγώ τίποτα, ούτε καν ξέρω πού βρίσκομαι».

Ο άνδρας χαμήλωσε το βλέμμα, άλλαξε την τσάπα στον άλλο του ώμο και κοίταξε τον Άγη με λυπημένο βλέμμα.

«Δε μπορώ να σε βοηθήσω. Ο καθένας μας ψάχνει να βρει την δική του διέξοδο. Το ίδιο προσπαθώ κι εγώ, γι αυτό σκάβω, και σκάβω, και σκάβω…»
Ο Άγης είχε εκνευριστεί. Έψαξε αυτόν τον άνδρα για να του δώσει πληροφορίες και τον μπέρδευε περισσότερο. Έκανε ένα βήμα μπροστά υψώνοντας τη γροθιά του.

«Άκουσε να σου πω, γέρο. Βαρέθηκα τις-»

«ντουπ ντουπ»

Το σώμα του κοκάλωσε, ο άνδρας μπροστά του κοίταξε τρομαγμένος τριγύρω, γύρισε πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται. Ο χτύπος έμοιαζε να απλώνεται σε όλο το τοπίο, σαν κάποιος γίγαντας που χτυπούσε τη γροθιά του στη γη. Ο Άγης προσπάθησε να προσανατολιστεί και να βρει πού ήταν το σπίτι. Δεν έβλεπε τίποτα, παρ’ όλο που η ομίχλη είχε αραιώσει. Λες κι ένας αόρατος, μαγικός μανδύας, του έκρυβε τον ορίζοντα. Διάλεξε μία κατεύθυνση κι άρχισε να κινείται. Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν, τώρα πιο κοφτά και με μεγαλύτερη συχνότητα. Ένα σύγκρυο σκαρφάλωσε στο κορμί του, μικρά μυρμηγκιάσματα που του έκοβαν την αναπνοή. Κάποια στιγμή εντόπισε την σκεπή του σπιτιού κι έτρεξε κατά κει.

Μπροστά από την πόρτα, στεκόταν μία σκοτεινή μορφή, στο ύψος του, ντυμένη στα γκρίζα. Είχε το χέρι σηκωμένο, έτοιμο να χτυπήσει πάλι την πόρτα όταν σταμάτησε λίγα εκατοστά μακριά από την επιφάνειά της. Ο Άγης άρχισε να οπισθοχωρεί, ελπίζοντας ότι δεν τον είχε αντιληφθεί.

Άγη μου; Πάλι σε πήρε ο ύπνος στον καναπέ;

«Νίκη; Τι στο διάολο-»

Κοίταξε τριγύρω, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, την είχε ακούσει ήταν σίγουρος. Το βλέμμα του έβλεπε όμως μόνο το κενό. Σταγόνες άρχισαν να χτυπάνε με ορμή το μέτωπό του, τις έπιασε, τις έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά του. Κοίταξε προς το σπίτι.

Η φιγούρα είχε γυρίσει προς το μέρος του, χωρίς πρόσωπο, χωρίς σώμα, ένας μεγάλος γκρίζος μανδύας με οστέινα χέρια.

Στη βροχή είμαστε όλοι ίδιοι… όλοι ίδιοι… όλοι ίδιοι…

Η φωνή της Νίκης έφτανε παραμορφωμένη στ’ αυτιά του, η φιγούρα όλο και τον πλησίαζε, ο Άγης ήθελε να τρέξει μακριά, να φύγει, αλλά τα πόδια του είχαν ριζώσει σ’ αυτό το άγονο έδαφος. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, έκλεισε τα μάτια και για πρώτη φορά στη ζωή του προσευχήθηκε.

***

Η Νίκη κάθισε στη θέση του λεωφορείου, αγκομαχώντας. Απομάκρυνε τα βρεγμένα μαλλιά από το πρόσωπό της, βόλεψε τις σακούλες με το φαγητό ανάμεσα στα πόδια της και ξεφύσηξε με δύναμη.

«Ζόρικος ο χειμώνας φέτος».

Κοίταξε την ηλικιωμένη γυναίκα δίπλα της. Φορούσε ένα μωβ σάλι στο κεφάλι κι έναν απροσδιόριστο αριθμό από ζακέτες και πολυκαιρισμένα μπουφάν.

«Εμένα μου αρέσει η βροχή. Απλά βιάζομαι», απάντησε χαμογελαστή η Νίκη κι έβγαλε τα ακουστικά από την τσάντα της. Η γυναίκα μύριζε απλυσιά κι ιδρώτα.

«Εμένα σταμάτησε να μου αρέσει πριν πολλά χρόνια. Δεν τον βλέπω πια».

Η Νίκη έβαλε τ’ ακουστικά, πάτησε το κουμπί στο κινητό, έκλεισε τα μάτια και σύντομα βιολιά και πιάνο ξεχύθηκαν μέσα στ’ αυτιά της. Της άρεσε πάντα να ακούει μουσική βλέποντας τη βροχή, να χορεύει μέσα στη βροχή, να νιώθει το φιλί του αγαπημένου της μέσα στη βροχή…

Ένα άγγιγμα στο χέρι της την επανέφερε στην πραγματικότητα και έκπληκτη κοίταξε την γυναίκα δίπλα της. Κάτι της έλεγε αλλά τα λόγια της χάνονταν μέσα στο κρεσέντο του τραγουδιού.

Η γυναίκα σηκώθηκε, πέρασε μπροστά από τη Νίκη και κατέβηκε στην επόμενη στάση.

Κοίταξε το κινητό της. Είχε ήδη αργήσει κι αποφάσισε να στείλει ένα απολογητικό μήνυμα.

«Άγη μου, θα αργήσω λίγο. Συγνώμη. Βγήκα από το μετρό, μπήκα στο λεωφορείο και κοντεύω. Σου πήρα και τα νουντλς που σου αρέσουν. Σ’ αγαπώ».

Δεκαπέντε λεπτά μετά, κατέβηκε στη στάση κοντά στο σπίτι της. Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει με εξαίρεση ψιχάλες που διατάρασσαν μικρές λιμνούλες στο δρόμο. Η Νίκη δεν είδε απάντηση στο μήνυμά της. Μία μικρή ρωγμή ανησυχίας διέτρεξε το μυαλό της την οποία έδιωξε σχεδόν αμέσως.

Σήμερα θα του το ανακοίνωνε. Το είχε αποφασίσει. Μπορεί να μην ήταν σε κάποιο ρομαντικό, ακριβό εστιατόριο ή κάτω από ένα δέντρο με την συντροφιά του έναστρου ουρανού.

Θα του το ανακοίνωνε μπροστά από το τραπέζι τους, τρώγοντας τα κρύα νουντλς τους και πίνοντας το φθηνό κρασί τους. Ήταν η δική τους στιγμή κι έτσι έπρεπε να παραμείνει. Η βροχή είχε σταματήσει αλλά τα σύννεφα παρέμεναν, χαρίζοντας μία απαλή γκριζάδα στο σούρουπο που ερχόταν. Η Νίκη έμεινε για λίγο να κοιτάζει τον ουρανό, χαμογελώντας. Σκεφτόταν στιγμές που θα ερχόντουσαν, στιγμές που θα γελούσε περισσότερο από παλιά, στιγμές που θα αγαπούσε παραπάνω απ’ όσο είχε συνηθίσει.

Ένας δυνατός κρότος την επανέφερε βίαια και κοίταξε γύρω της. Αρκετά μέτρα πιο κάτω, στη διασταύρωση του σπιτιού της, είχε γίνει ένα ατύχημα. Κοίταξε το κινητό της κι άρχισε να τρέμει. Με δυσκολία πληκτρολόγησε τον αριθμό του Άγη, έβαλε τη συσκευή στο αυτί της και περίμενε.

Ο επαναλαμβανόμενος τόνος που έδειχνε ότι καλούσε, έμοιαζε να κρατάει για πάντα.

***

Δεν ξέρω, Νίκη μου. Δε θέλω να μετακομίσουμε ακόμα. Καλά δεν είμαστε εδώ; Μπελάδες, τρέξιμο, άγχος. Είναι κι η δουλειά περίεργη τελευταία…

Λόγια που έβγαιναν μηχανικά από το στόμα του, πολλά από τα οποία τα είχε μετανιώσει. Είχε πάλι ξυπνήσει στο κρεβάτι εκείνου του αλλοπρόσαλλου μέρους, μη γνωρίζοντας πώς είχε γλυτώσει από εκείνο το φρικιαστικό πράγμα έξω. Είχε προσευχηθεί, σ’ έναν Θεό που δεν είχε λόγο να πιστέψει ποτέ, και φαίνεται ότι τον είχε σώσει. Ή έτσι τον άφησε να πιστεύει.

Έξω έβρεχε πάλι. Ο Άγης μίσησε τη βροχή, δεν την άντεχε άλλο, του είχε πάρει τη ζωή του, είχε γοητεύσει τη γυναίκα του περισσότερο απ’ ότι ο ίδιος, τον ακολουθούσε ακόμα και σ’ αυτό το μαρτύριο. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κινήθηκε προς την πόρτα. Θα έβρισκε αυτό τον γέρο και θα τον απειλούσε αν χρειαζόταν για να του πει πώς θα ξεμπερδέψει από εδώ πέρα. Αν είχε πεθάνει, ας τον καλωσόριζε το σκοτάδι να ηρεμούσε μία και καλή.

Το βλέμμα του έπεσε πάνω στο σημειωματάριο που ήταν στο τραπέζι και κοντοστάθηκε.

«Θα με προστατεύεις από τους κεραυνούς; Ακόμα κι αν γίνουμε περισσότεροι;»

Λέξεις που δεν είχε ξανακούσει, λέξεις που δεν είχε γράψει ο ίδιος. Λες κι ένας αόρατος μαγνήτης τράβηξε το σώμα του, έκατσε στην καρέκλα κι άρπαξε το μολύβι από δίπλα.

«Πάντα, μωρό μου. Όσοι κι αν είμαστε, εγώ θα είμαι εδώ», έγραψε από κάτω χωρίς να πολυσκεφτεί. Η βροχή δυνάμωσε περισσότερο, τ’ αυτιά του έπιασαν ένα βουητό κάπου στο βάθος, αλλά ο Άγης δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Έσφιξε το μολύβι και συνέχισε να γράφει, εξιστορώντας έναν διάλογο μεταξύ της γυναίκας του και του ιδίου, έναν διάλογο που δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί ποτέ.

«Ήθελα καιρό να σου πω…

…τότε γιατί δε μου το λεγες;»

ντουπ ντουπ

Το χέρι του τραντάχτηκε, αυτή τη φορά έμοιαζε λες και θα γκρεμιστεί η οροφή στο κεφάλι του, αλλά δεν πτοήθηκε.

«Θα μπει κάποιος… ή μάλλον κάποια, ανάμεσά μας, αλλά δε νομίζω να θυμώσεις…

… δε μπορώ να σε μοιράζομαι, αλλά αυτό μάλλον θα το αντέξω».

ντουπ ντουπ ντουπ.

Ο Άγης σήκωσε το βλέμμα του προς την πόρτα, υπνωτισμένος, τα βλέφαρά του ήταν βαριά, η ανάσα του κοφτή, το χέρι του πλέον υπάκουγε σε δικούς του κανόνες.

«Σε έχασα, με έχασα, δε σου είπα όσα ήθελα, όσα θα έπρεπε, όσα…

… σταμάτα, έλα στη βροχή, φίλησέ με κι όλα θα φτιάξουν. Θα δεις».

Θα με προστατεύεις από τους κεραυνούς, Άγη μου;

Πετάχτηκε πάνω, οι φλέβες ήθελαν να πεταχτούν έξω από το πρόσωπό του. Αναποδογύρισε με μία κίνηση το τραπέζι και σημειωματάριο, μολύβι και κερί πετάχτηκαν παντού. Η πόρτα χτυπούσε, η βροχή δυνάμωνε, ένας δυνατός κεραυνός φάνηκε στον ορίζοντα και στη λάμψη του είδε τη μορφή του γέρου να χτυπάει με την τσάπα το χώμα.

Πρέπει να βρεις τη δική σου διέξοδο.

Ο Άγης έτρεξε προς την πόρτα, γύρισε το πόμολο κι ετοιμάστηκε να συγκρουστεί μ’ εκείνη τη ανατριχιαστική φιγούρα.

Η Νίκη στεκόταν μπροστά του. Φορούσε εκείνο το απαλό, λιλά φόρεμα που της άρεσε να φοράει τις χειμωνιάτικες Κυριακές, μαζί με τις κίτρινες, φθαρμένες γαλότσες. Του άπλωσε το χέρι κι ο Άγης άγγιξε δειλά τα ακροδάκτυλά της.

«Έλα, ξεκίνησε ήδη, θα τη χάσουμε».

Ένα χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του, για μία στιγμή σκέφθηκε ότι όλο αυτό ήταν κάποιου είδους παγίδα, δεν έπρεπε να βρίσκεται εδώ η Νίκη, αλλά αυτή η στιγμή ήρθε και πέρασε και την επόμενη την κρατούσε αγκαλιά και χόρευαν στην βροχή.

***

Η Νίκη σκούπισε τα ξηρά μάτια της από τα ελάχιστα ίχνη δακρύων που είχαν απομείνει. Έπιασε το νοτισμένο χώμα μπροστά της, γέμισε τη χούφτα της και το άφησε να πέσει απαλά από τη ρωγμή της γροθιάς της. Όπου κι αν έριχνε το βλέμμα της έβλεπε λευκούς σταυρούς, ακόμα πιο λευκές πλάκες και μαύρα ρούχα. Η κηδεία είχε τελειώσει εδώ και λίγη ώρα, ο κόσμος ήδη μαζευόταν στο καφενείο αλλά η Νίκη δεν ήθελε να φύγει. Ήθελε να τον αποχαιρετίσει όπως ακριβώς τον είχε γνωρίσει. Μέσα στις στάλες της αγαπημένης της βροχής.

Τα σύννεφα όμως έμοιαζαν σαν κάτι να περίμεναν. Η Νίκη σηκώθηκε, χάιδεψε απαλά την κοιλιά της και πλησίασε τον φρεσκοσκαμμένο λάκκο. Η φωτογραφία του Άγη, από την ημέρα που είχαν αγοράσει το τωρινό σπίτι τους, τον έδειχνε χαμογελαστό, σίγουρο, ανέμελο.

Η Νίκη λύγισε. Κρατήθηκε από το μάρμαρο δίπλα της για να μη σωριαστεί κάτω κι έκατσε στο χώμα. Άπειρα γιατί και αμέτρητα όχι την είχαν κατακλύσει. Ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο την έκανε να γυρίσει απότομα.

«Άγη;»

Μία ηλικιωμένη γυναίκα με σταφιδιασμένο πρόσωπο και ένα μωβ σάλι στο κεφάλι τής χαμογελούσε. Η γυναίκα από το λεωφορείο.

«Όχι, κορίτσι μου. Αυτός που αγαπάς έχει φύγει. Τα κατάφερε».

Η Νίκη οπισθοχώρησε και σηκώθηκε στα πόδια της. Τίναξε το χώμα από το μαύρο της φόρεμα και κινήθηκε προς την γριά.

«Ποια είσαι; Πού ξέρ… ήξερες τον άντρα μου και γιατί με ακολουθάς;»

«Δεν ακολουθώ εσένα, κορίτσι μου. Ψάχνω κι εγώ τον άντρα μου. Εκείνος ακόμα δεν έχει βρει τον τρόπο να ξεφύγει. Και μέχρι να τον βρει… εγώ θα περιμένω».

Η Νίκη δεν ήξερε τι να απαντήσει, δεν άντεχε να συζητήσει και με μία σαλεμένη. Πήρε βαθιές ανάσες, αποχαιρέτησε με ένα νεύμα τη φωτογραφία του Άγη και κίνησε προς το καφενείο.

«Η βροχή πλησιάζει… θα τον δεις. Και τότε θα καταλάβεις».

Η Νίκη γύρισε κι είδε τη γυναίκα να πιάνει μία σκουριασμένη τσάπα από έναν τάφο πιο δίπλα και να πηγαίνει προς τον χορταριασμένο κήπο στην άκρη του νεκροταφείου. Μετά από λίγα λεπτά είχε αρχίσει το τσάπισμα.

Οι ψιχάλες την επανέφεραν και έκπληκτη κοίταξε προς τον ουρανό. Τα σύννεφα επιτέλους της χάριζαν αυτό που τόση ώρα επιθυμούσε. Έκλεισε τα μάτια κι άνοιξε τα χέρια.

Ένας δυνατός κεραυνός την τρόμαξε και δύο απαλά χέρια της κράτησαν τους ώμους. Η φωνή του ήταν σαν την πρώτη φορά που τον είχε ακούσει.

«Είπαμε, θα σας προστατεύω εγώ… για πάντα».