Σ’ όλη τη ζωή μου θα’ σαι το γατί μου, είπες. Δεν θα ξαναδώσω σ’ άλλη γάτα την ψυχή μου, είπες.

Και γουργούρισα. Τρίφτηκα πάνω σου, άπλωσα τα νυχάκια μου και σε έγδαρα γλυκά γλυκά και αγαπησιάρικα στο λακουβάκι κάτω από το λαρύγγι σου. Σε είχα και σου παραδόθηκα.

Όλο «ου» και «α» ήσουν όταν με πρωτοείδες. Είχες εντυπωσιαστεί και με την κόκκινη γούνα μου, σου άρεσε και που δεν ήμουν πολύ του γούτσου-γούτσου. Γούσταρα και δεν γούσταρα να υιοθετηθώ. Δεν ήμουν σίγουρη. Από τη μια ήθελα να ανήκω κάπου ρε παιδί μου, να απλώσω αρίδα, να μου φέρνει και κάποιος την κροκέτα μου να μην είμαι συνέχεια στο ψάξιμο. Από την άλλη το είχα ξαναδεί το έργο με το αφεντικό σιτσουέισον και το αντιμετώπιζα με το ένα φρύδι σηκωμένο. Δεν είμαι για τέτοια, σκεφτόμουν. Τα καλομαθαίνω τα αφεντικά στα γουργουρίσματα και στα ηδονικά κλεισμένα ματάκια στην αρχή και μετά το περιμένουν. Πάντα. Βρέξει χιονίσει. Κι εγώ πάντα έψαχνα το αφεντικό που ήξερε ότι δεν μ’ αρέσει συνέχεια το ξύσιμο. Αυτό το αφεντικό που ήξερε ότι τα νυχάκια δεν θα σταματούσαν στο λακουβάκι, θα πήγαιναν κάποια στιγμή και στο ματάκι, θα έκαναν και μια κοκκινίλα από γρατζουνιά στη μύτη. Ήθελα να πιστεύω ότι κάπου εκεί έξω θα υπάρχει κι ένα αφεντικό που θα ήξερε ότι η γάτα του, αυτή η συγκεκριμένη με την κόκκινη γούνα, και γουργουρίζει αλλά και νύχια έχει. Θα ήξερε ότι το τετράποδο είναι περιπετειώδης τύπος και της αρέσει και η αλητεία, και το ξεστράτισμα, και να κάθεται και στα κεραμίδια μόνη της. Ήθελα το αφεντικό που θα ήξερε ότι θα γύριζα στο σαλόνι όταν θα βαριόμουν τον περίπατο στο λιμάνι.

Κι έτσι την πάταγα. Κατ’ επανάληψη. Καινούργιο αφεντικό, σκεφτόμουν, καινούργια ευκαιρία! Συνεννοούμαστε με δαύτον, σκεφτόμουν. Και δώστου γουργουρητά και δώστου νυχάκια απαλά, για να τον δοκιμάσω, και δώστου τριψίματα όποτε το ήθελε, όπως το ήθελε.

Ήρθες λοιπόν εσύ. Εντυπωσιασμένος με το καινούργιο γατί, γιατί πως να το κάνουμε, δεν ήμουν του σωρού, ξεχώριζα. Και να σου τα θαυμαστικά βλέμματα για τη γούνα μου από σένα και να σου οι υποσχέσεις για ανεξάντλητη κροκέτα και δώστου γουργουρίσματα από μένα, ήσουν και φειδωλός στο ξύσιμο, μια ίντριγκα την παρουσίαζες, μιά χαρά θα τα πάμε είπα.

Πέρασαν χρόνια εφτά. Τα κεραμίδια είχα ξεχάσει να τα επισκεφτώ. Ανοιχτή η πόρτα τα βράδια αλλά τίποτα εγώ. Εκεί, κοντά σου, αυτοκόλλητη κι από νύχια, τίποτα. Ούτε στον καναπέ τα δοκίμαζα. Είχα κάνει την απόπειρα μιά φορά και ένα σου βλέμμα με έκοψε πάνω που πήγα να δοκιμάσω. Κατάπια γλώσσα και νύχια μαζί. Προσαρμόστηκα. Ήταν που με είχες πάρει και από την παλιά μου γειτονιά και τα καινούργια γατιά δεν με ενέπνεαν για βόλτες. Παρα-απλώθηκε η αρίδα μου. Ξέχασα πως ήταν να μοστράρω το γουναρικό και να περπατάω νωχελικά μπροστά σε θαυμαστικά μάτια. Μ΄ έστρωσες και στη δουλειά. Κροκέτα κροκέτα, και μάλιστα γκουρμέ, αλλά μόνο αν καθάριζα τον κήπο σου από τα ποντίκια. Ποντίκια! Μουά! Προσαρμόστηκα και σιγά σιγά ψιλο-θάμπωσε και η γούνα μου. Μου την κριτικάρισες κιόλας μιά φορά. Μου έδειξες ότι δεν ήταν τόσο λαμπερή όπως παλιά, τόσο κόκκινη. Λες και δεν έφταιγες κι εσύ που την ταλαιπωρούσα ψάχνοντας για τα βρωμοποντίκια σου.

Άλλα οκτώ χρόνια και μεγαλουργούσαμε το δίδυμο. Εσύ αφεντικό μπροστά κι εγώ, αντί για γάτα, ο Φλόξ είχα γίνει, να πηδάω ψηλά για τη λιχουδιά, να σου ζητάω το πατ-πατ στο κεφάλι, να σε κοιτάω στα μάτια. Μόνο που τις στιγμές που δεν σου ζητούσα έστω κι ένα αφηρημένο σου χάδι, θυμόμουνα εκείνη τη χρυσαφένια άμμο που είχε η παλιά μου γειτονιά και τους κεραμιδόγατους που μιλούσαμε τα ίδια μιάου και γελούσαμε. Σταμάτησα να σου γουργουρίζω, πιό συχνά ήταν τώρα τα χχχχχχχχχχχχχιςςςςςς κι εσένα σου κακοφάνηκε που δεν σου τριβόμουνα. «Γιατί;» με ρώτησες. Γιατί καλές οι κροκέτες αλλά δεν μου έφερες μπαρμπούνι ούτε μια φορά που στο ζήτησα. Και στο ζητούσα. Συχνά. Αλλά που να τρέχεις τώρα για μπαρμπούνια. Αφού μιά χαρά προσαρμοσμένη ήμουν στην κροκέτα. Ναι ρε φίλε, αλλά με πήρες νια και γέρασα. Άλλαξα. Ήθελα να μου κάνεις τη χάρη να μου φέρεις και μπαρμπούνι κι ας σιχαινόσουν τη μυρωδιά του. Να το κάνεις για μένα. Επειδή υποσχέθηκες. «Σ’ όλη τη ζωή μου», είπες.

Κι έτσι σιγά σιγά σε αντιπάθησα και με αντιπάθησες αφεντικό. Ξύπνησε ξανά το αιλουροειδές μέσα μου και, στο δικό σου μέσα, ξύπνησε ο μοναχικός λύκος που ήσουν. Δεν θυμόμουν ούτε καν σε ποιό τόνο σου γουργούριζα κάποτε. Και όλο και με καλούσε η παλιά γειτονιά. Δεν είχα διάθεση να ανέβω σ’ αυτά τα κεραμίδια τα δικά σου αλλά καθόμουν στον κήπο, δήθεν να κοιτάω για ποντίκια και ονειροπολούσα για εκείνα τα κεραμίδια τα παλιά που τα ήξερα πιο καλά κι απ’ τις πατούσες μου.

Αφορμή ζητούσα, αφεντικό και ήρθε με την μορφή βόμβας. Έμαθα για τα μπαρμπούνια. Αυτά που πήγαινες στην καινούργια γάτα, την κίτρινη, την χλεμπονιάρα. Ποιος, Εσύ! Ο μοναχικός μου ο λύκος! Κι όταν έβγαλα τα νύχια μου, για καλά αυτή τη φορά, μου είπες και για τις πέντε άλλες γάτες που σου γουργούριζαν επί συναπτής πενταετίας, όσο εγώ χάλαγα τη γούνα μου για τα κωλοπόντικα!

Ούτε κροκέτα δεν σου πήρα. Γύρισα στην γειτονιά μου. Κι ας έκλαιγες «μη φεύγεις, σ’ αγαπάω». Άφησα και στην χλεμπονιάρα το στοκ από τα ποντίκια να κοκορεύεται ότι τα έπιασε εκείνη.

Τέσσερα χρόνια αργότερα είπες «ήταν ένα κεφάλαιο στη ζωή μας και τελείωσε».

Τώρα κι εσύ έχεις γυρίσει στα παλιά λυκίσια σου λημέρια. Εγώ στην χρυσαφένια μου άμμο, που διαπίστωσα ότι θαμπώνει κι αυτή με τα χρόνια. Κατάλαβα ότι πάντα φαντάζει πιο λαμπερή στην μνήμη, απ’ ότι είναι. Χωρίς αφεντικό εγώ, χωρίς κόκκινη γάτα εσύ. Κι αν έχω μπαρμπούνια, όσα θέλω, έχω χάσει την όρεξή μου γι’ αυτά.