Έχω μεγάλα αυτιά και κοντά πόδια. Είμαι τριχωτή και ζω ήδη 7,5 χρόνια μαζί της. Είμαι η συντροφιά της. Η φασαρία της. Τα σαλιωμένα φιλιά της. Ο φύλακας του σπιτιού της. Είμαι η βόλτα της.

Για την βόλτα μας θα μιλήσω σήμερα. Γαβ.

Έχω μάθει το πρόγραμμα της και δεν στεναχωριέμαι όταν μένω μόνη μου. Σηκώνεται το πρωί και με ταΐζει. Μετά φεύγει με τα παιδιά και γυρίζει χωρίς αυτά, ενώ εγώ χουζουρεύω στο κρεβάτι της. Τότε η ουρά μου αρχίζει να κουνιέται μόνη της, πατ πατ, πάνω στα σεντόνια, μου λέει «πάμε;» και πετάγομαι! Η πρωινή μου βόλτα και δουλειά φυσικά, είναι να τη συνοδεύσω μέχρι το γραφείο.

Υπάρχουν δύο δρόμοι για το γραφείο και κάθε μέρα διαλέγω εγώ τη διαδρομή. Σήμερα διαλέγω την επάνω διαδρομή.

Σε αυτήν τη διαδρομή η πρώτη στάση είναι ένα παρτέρι. Αυτό το παρτέρι κάθε μέρα μυρίζει αλλιώς. Μάλλον θα κατουράνε κι άλλα σκυλάκια εδώ. Ξαλαφρώνω γρήγορα εδώ, γιατί είναι το ιδανικό σημείο. Μετά νιώθω το λουρί να με τραβάει και είναι η ώρα να προχωρήσουμε.

Παρακάτω έχει έναν κάδο. Εκεί πάμε πολλές φορές γιατί πετάει κάτι σακούλες που μυρίζουν τέλεια. Εγώ χωράω κάτω από τον κάδο και χώνομαι να μυρίσω ό,τι προλάβω. Καμιά φορά βρίσκω κάποιο χαρτί με πεντανόστιμα ψίχουλα, αλλά δεν με αφήνει να το φάω κι αυτό είναι άδικο! Ήταν δικό μου για τόοοοσο λίγο. Πρέπει να το αφήσω όμως μου λέει. Αν είμαι τυχερή θα βρω άλλο παραπέρα.

Ακολουθεί μια τέλεια γωνία. Εκεί κατουράνε οι φίλοι μου. Τους αναγνωρίζω γιατί τους έχω μυρίσει άπειρες φορές κάτω από την ουρά τους, αλλά εκεί δεν κατουράνε, δεν κάνει. Δίπλα είναι οι γατοτροφές. Δεν είναι σαν το δικό μου φαγητό, αλλά καλό είναι για ώρα ανάγκης και πάντα είναι ώρα ανάγκης. Πολύ θέλω να πηγαίνω εκεί. Την κοιτάω μέσα στα μάτια με το ειδικό βλέμμα που ξέρω ότι πιάνει, αλλά με τραβάει πάλι από το λουρί. Πφφφφ. Τι κρίμα. Κι έχω μια λιγούρα…

Προχωράμε κι άλλο. Τώρα επιταχύνω. Φτάνουμε στο αγαπημένο μου σημείο. Πίσω από την εκκλησία. Βιάζομαι πολύ. Σχεδόν τρέχω. Εδώ έχει πάντα αποφάγια, βρωμιές και μυρίζει τέλεια. Μυρίζω όλα τα παρτέρια, όλα τα πλακάκια, όλα τα φυλλαράκια. Μου ‘ρχεται. Το νιώθω. Το ‘χω. Γυρίζω γύρω-γύρω μέχρι να βρω ακριβώς το σημείο. Ωωωπ. Εδώ είναι. Ακούω χρίτσι χρίτσι, ετοιμάζει τη σακούλα. Μόλις τους πετάξω λίγο χώμα επάνω με τα πίσω μου πόδια, θέλω να φύγω, αλλά με τραβάει. Ξέρω πρέπει να μαζέψει τα κακά μου, αλλά εμένα δεν μου αρέσει να μυρίζω κακά, μπλιαχ. Ευτυχώς είναι γρήγορη.

Τώρα ξέρω, θα πάμε στον άλλο κάδο. Αλλά εμένα η δουλειά μου έγινε. Τώρα θέλω να απολαύσω τη βόλτα μου, να πάω στο πάρκο με τις ταβέρνες και τις πολλές γάτες. Την τραβάω και την κοιτάω με το γνωστό βλέμμα. Αλλά δεν μου κάνει τη χάρη. Ίσως το μεσημέρι στην επιστροφή, να με πάει. Αχ μακάρι να πάμε!

Φτάνουμε στον κάδο και φεύγουμε πριν προλάβω να μυρίσω λίγο, αλλά δεν πειράζει. Την πηγαίνω από το δρόμο που έχει πάντα γάτες. Μ’ αρέσουν οι γάτες. Δεν είναι φίλες μου, αλλά έχουν πλάκα. Μερικές τις κυνηγάω αν θέλει να τρέξει και η αγαπημένη μου. Αλλιώς δεν μπορώ. Τις κοιτάω όμως και προσπαθώ να καταλάβω τι μου λένε, τι διάθεση έχουν. Συνήθως αγριεύουν, αλλά μετά εγώ αγριεύω πιο πολύ. Αν δεν κουνηθούν, δεν κουνιέμαι ούτε εγώ. Έχει πλάκα αυτό το παιχνίδι.

Εκείνη τη φορά που με άφησε και μπήκα στο άδειο οικόπεδο με τον κολλητό μου, την άκουγα που τσίριζε και φώναζε και μου έλεγε «έλα έξω τώρα, τέλος, φτάνει», αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Και μετά έκλαιγε. Και με μάλωσε πάρα πάρα πολύ, και πήγαμε και στον γιατρό, και φόρεσα εκείνο το τρομακτικό κολάρο που άκουγα τη φωνή μου μέσα στο κεφάλι μου. Δεν πρέπει να κυνηγάω γάτες, αλλά αυτό δεν γίνεται.

Μετά το δρόμο με τις γάτες δεν θέλω να προχωρήσω άλλο. Πλησιάζουμε στο γραφείο και θα τελειώσει η βόλτα μου. Μυρίζω κάθε φυλλαράκι, κάθε κουτσουλιά, κάθε σκουπίδι, κάθε πλακάκι, μυρίζω τις πατημένες μαστίχες και όλες τις γωνίες και αν μου αρέσει κάποια μυρωδιά, προσθέτω και την δική μου.

Μερικές φορές μου ξεφεύγει κάποια μυρωδιά ή κάποιο ψίχουλο και πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Δεν της αρέσουν όμως τα βήματα προς τα πίσω. «Μπροστά», μου φωνάζει, «μπροστά πάει ο κόσμος». Μετά αρχίζει και μου λέει «άντε, προχωρά, πάμε, ωχ πια, με κούρασες», αλλά τι να κάνω κι εγώ; Πρέπει να τα μυρίσω όλα.

Σνιφ-σνιφ. Από που έρχεται αυτή η μυρωδιά; Πάμε γρήγορα. Μυρίζει τέλεια. Έλα, τρέχα σου λέω, δεν κρατιέμαι!! Φτάσαμε! Ωωωωωω! Ταγκιασμένο λάδι, σφολιάτα και φτηνή μυζήθρα! Υπέροχος συνδυασμός! Κάθομαι. Την κοιτάω, με κοιτάει, κοιτάω και τον κύριο που τρώει με το ειδικό βλέμμα. Αν κάνω το κόλπο με το χεράκι συνήθως μου δίνουν. Θα το κάνω. Για να δούμε τώρα. Μιλάει στην αγαπημένη μου. Είπε «ναι», είπε «ναι»!! Τώρα θα μου δώσει! Σλουρπ! Πεντανόστιμο! Λίγο ακόμα; Ωωωχ, τι κρίμα. Είπε «τέλος», πρέπει να φύγουμε.

Πάμε στο επόμενο παγκάκι να μυρίσω λίγο και αν βρω κάτι να φάω όσο κοιτάει το κινητό της δεν με βλέπει. Το τρώω όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά μερικές φορές δεν προλαβαίνω και με τσακώνει. Δεν με μαλώνει, αλλά νομίζω είναι γιατί την κοιτάω με το ειδικό βλέμμα. Μετά της δίνω κάτι σαλιάρικα φιλιά που πρέπει να της αρέσουν πολύ και αυτό ήταν. Τα βρήκαμε!

Εεεεε. Με τραβάει πάλι. Μάλλον αργήσαμε. Κοντά στο γραφείο ποτέ δεν με αφήνει να μυρίσω πολύ. Τώρα βιάζεται περισσότερο, αλλά εγώ δεν θέλω να μπω στην είσοδο. Πάω αργά, όοοσο πιο αργά μπορώ, σχεδόν στέκομαι δηλαδή αλλά τι να κάνω; Δεν μπορώ χωρίς την αγαπημένη μου κι εκείνη με τραβάει πολύ τώρα.

Το καλό είναι ότι στο πίσω μπαλκόνι του γραφείου έχει περιστέρια. Κάθομαι εκεί και περιμένω μέχρι να έρθει κάποιο να το τρομάξω. Δεν ξέρω πόση ώρα περνάει στο μπαλκόνι, αλλά μόλις ακούσω τον ειδικό ήχο, πετάγομαι πάλι και περιμένω στην πόρτα.

Θα πάρω το ειδικό βλέμμα μόλις βγούμε έξω για να με πάει στο πάρκο! Μακάρι να πάμε στο πάρκο!

 

 

Μαμά σε αποδόμηση