Ημέρα πρώτη
Ο καιρός δεν ήταν καλοκαιρινός. Και πώς να ήταν, δηλαδή – Ομίχλη, αεράκι που ξύριζε τα μάγουλα και υγρασία. Πολλή υγρασία, με τον ουρανό εκείνο το βράδυ να μοιάζει, όχι γκρι, όχι, όχι…κόκκινος. Θα έλεγε κανείς ότι ετοιμάζόταν να βρέξει αίμα, με τους κουβάδες.
Σε εκείνη την έπαυλη, στο Λαγονήσι, για άλλη μια φορά στις δώδεκα και τριάντα μετά τα μεσάνυχτα ακριβώς άνοιξαν οι πύλες μηχανικά και αργόσυρτα. Μέσα σε διάστημα δέκα λεπτών, είχαν μπει μέσα δώδεκα αυτοκίνητα με φιμέ τζάμια, Mercedes, Lexus, BMW και άλλες μάρκες που διέθεταν executive μοντέλα για ειδικούς πελάτες.

Ο αέρας περνούσε από διάφορα αγάλματα και σκέπαστρα στον τεράστιο κήπο και σφύριζε πολύ πιο διαολεμένα απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Δεν είχε σημασία, όμως. Έπρεπε να προχωρήσει το Σχέδιο. Ο χρόνος τελείωνε. Το Σχέδιο ήταν το μόνο πράγμα που είχε τόση σημασία. Το Σχέδιο προετοιμαζόταν για χρόνια ολάκερα και, τώρα, επιτέλους, επιτέλους τα αστέρια ήταν στη σωστή τους θέση.

Οι πόρτες των αυτοκινήτων άνοιγαν και έβγαιναν διάφορες προσωπικότητες με κοστούμια και περίτεχνα φορέματα, μα όλοι τα χρησιμοποιούσαν για λίγα μέτρα μονάχα, μέχρι την είσοδο της έπαυλης και το χώρο του βεστιάριου. Το προσωπικό, αμίλητο κατεύθυνε τους προσκεκλημένους σε δοκιμαστήρια και όλοι ανεξαιρέτως έβγαζαν τα ρούχα τους, λίγα ή πολλά, πάντως τα έβγαζαν – και τα αντικαθιστούσαν με ολόσωμες μωβ φορεσιές με κουκούλα.

Έμπαιναν στο δοκιμαστήριο κάποιοι, άνδρες και γυναίκες, έβγαιναν ανώνυμοι, αδερφοί και αδερφές στον κοινό σκοπό. Την εκτέλεση του Σχεδίου, φυσικά.
Μην κάνοντας σχεδόν καθόλου θόρυβο, φορώντας ποιος ξέρει τι, παντόφλες ίσως, ή ξυπόλυτοι, δεν ήταν εφικτό να δει κάποιος τα υποδήματά τους, προχωρούσαν στην κυρίως αίθουσα της έπαυλης νωχελικά. Η αίθουσα δεν ήταν σαλόνι, δεν ήταν τραπεζαρία, ήταν κάτι σαν σκοτεινός ναός, φωτισμένος μόνο από το φως κεριών σε διάφορα χρώματα και σχήματα.

Μια φιγούρα στεκόταν σε ένα βήμα με πιο εκλεπτυσμένη στολή από τους άλλους, ήταν μωβ αλλά είχε και μαύρες απολήξεις στα μανίκια, την κουκούλα και στα πόδια. Οι μαύρες απολήξεις έλαμπαν λες και ήταν αυτόφωτες, καθιστώντας αδύνατο να μπερδέψει κανείς τον Μεγάλο Μάγιστρο με τους υπόλοιπους. Όταν πια έφτασαν όλοι και πήραν τις θέσεις τους, ξεκίνησαν να ακούγονται άναρθρες δοξασίες, που τίποτα καλό δεν προμήνυαν. Ο Μεγάλος Μάγιστρος άρχισε να απαγγέλλει εδάφια από ένα μεγάλο, μαύρο, δερματόδετο βιβλίο. Μετά από λίγο, σώπασε και απευθύνθηκε στους υπόλοιπους:

«Αδελφοί. Αδελφές. Μπορούμε σήμερα να περάσουμε στην επόμενη φάση του Σχεδίου. Όλα είναι πλέον έτοιμα. Ο Σκοτεινός Κύριος μας έχει δώσει απλόχερα την ευλογία του. Γνωρίζετε πολύ καλά τι πρέπει να κάνετε. Πρέπει να σκορπίσουμε την κατάρα στον εσώτερο κύκλο. Μην μας απογοητεύσετε. Η ποινή για την αποτυχία, είναι μόνο μία και είναι τελεσίδικη…»

Οι άνδρες και οι γυναίκες με τις κουκούλες έγνεψαν συγχρονισμένα ότι συμφωνούν. Για τις επόμενες δέκα ημέρες, θα ήταν εδώ κάθε βράδυ, χωρίς διακοπή. Κάθε βράδυ, θα προκαλούσαν σε κάποιον κακό, θα εξάπλωναν την κατάρα στον εσώτερο κύκλο, μέχρι το Σχέδιο να ευοδωθεί. Ο Μεγάλος Μάγιστρος κράτησε στο αριστερό χέρι την εικόνα ενός ηλικιωμένου κυρίου και στο δεξί άλλη μία ενός άλλου ηλικιωμένου κυρίου. Την αριστερή, την έκαψε. Την δεξιά, την σημάδεψε με ένα «Χ» από αίμα.
Το επόμενο πρωινό, είχαν πεθάνει και οι δύο.

Ημέρα δεύτερη
Με τις σκοτεινές επικλήσεις σε πλήρη εξέλιξη, μια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη αγνώστου προελεύσεως ξαφνικά έγινε πιο επιθετική, αφήνοντας μια, μικρού ύψους, ηλικιωμένη κυρία να παλεύει για την ανάρρωσή της, με διπλό κόπο.

Ημέρα τρίτη
Ο Μεγάλος Μάγιστρος πήρε την φωτογραφία ενός γενειοφόρου, ψηλού άνδρα και την πέταξε μέσα σε ένα κύπελλο τσαλακωμένη. Έχυσε από πάνω ένα πράσινο υγρό σαν οξύ, το οποίο έμοιαζε να κατακαίει την φωτογραφία και να ακούγεται ένα δυσάρεστο τσιτσίρισμα. Το πράσινο υγρό περιείχε μικρόβια. Ο άνδρας ένιωσε να πνίγεται και να βήχει ιδιαίτερα έντονα, το επόμενο πρωί. Νοσηλεύτηκε εσπευσμένα για σοβαρή πνευμονία.

Ημέρα τέταρτη
Σήμερα εμφανίστηκαν κέρινα ομοιώματα. Στην τελετή, ξεκίνησαν να στραβώνουν και να σπάνε τα «χέρια» που είχαν. Την επόμενη ημέρα όσοι έμοιαζαν στα ομοιώματα διακομίστηκαν στο νοσοκομείο για χειρουργείο στα άκρα.

Ημέρα πέμπτη
«Ακόμα δεν έχουν υποκύψει. Δεν πειράζει. Ο Σκοτεινός Κύριος έχει υπομονή. Απλώστε λίγο παραπάνω τις ασθένειες…»
Σειρά από ομοιώματα ξεκίνησαν να βυθίζονται σε υγρά αγνώστου υφής και προελεύσεως, εναλλάξ. Την επόμενη μέρα, όλοι όσοι έμοιαζαν με αυτά ξύπνησαν με πυρετό, λοιμώξεις και όλα τα κόκαλα πονεμένα και αδύναμα, σα να έπαιζε κάποιος ποδόσφαιρο μαζί τους όλο το βράδυ.

Ημέρα έκτη
«Αδελφοί μου. Αδελφές μου. Σίγουρα πλησιάζουμε πλέον. Έχουν αποδεκατιστεί. Πόσοι πια να μείνουν για να μας αντισταθούν; Ο θρόνος είναι κενός και περιμένει τον ιδιοκτήτη του…» είπε γνέφοντας προς έναν ίσιο, λείο θρόνο από μαύρο γρανίτη, αρκετά μικρού μεγέθους για κάποιο λόγο.
Δύο φιγούρες βυθίστηκαν σε κάτι σαν βρώμικο νερό – το ίδιο βράδυ διακομίστηκαν επειγόντως στο νοσοκομείο για γαστρεντερίτιδα και αφυδάτωση. Η αλήθεια ήταν πως οι φιγούρες άρχιζαν να λιγοστεύουν αρκετά…

Ημέρα έβδομη
«ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΝΕ ΝΑ ΜΑΣ ΣΤΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΓΗΙΝΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΚΟΜΑ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ! ΨΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ!»
…Και ανέβασαν όλοι υψηλό πυρετό, ξανά. Ήταν καταδικασμένοι, μα δεν το γνώριζαν.

Ημέρα όγδοη
«Σήμερα, θα δουν το φως της αλήθειας και θα ακούσουν τις πένθιμες καμπάνες του Σκοτεινού Κυρίου! Τυφλώστε τους! Πάρτε τους την ακοή! Πλησιάζουμε στο τέλος, στην κορύφωση, στην εξάπλωση της κατάρας σε όλο τον εσώτερο κύκλο…»

Ένα ομοίωμα βυθίστηκε σε κερί και ο αντίστοιχος άνθρωπος σταμάτησε να βλέπει από το ένα μάτι ξαφνικά. «Καλπάζουσα μόλυνση άγνωστης μορφής» είπαν οι γιατροί, αλλά η αλήθεια ήταν πολύ πιο φρικτή. Ένα άλλο ομοίωμα στήθηκε όρθιο δίπλα σε μία μαύρη καμπάνα και ξεκίνησαν να τη χτυπάνε με μίσος. Μια γυναίκα ξύπνησε έχοντας χάσει προσωρινά την ακοή της, για άγνωστο λόγο.

Ημέρα ένατη
«Υπάρχουν κάποιοι που ακόμα, ακόμα αντιστέκονται στην κατάρα. Αδελφοί μου. Αδελφές μου. Δεν είναι πολλοί… Προχωρήστε με τα υπόλοιπα.»

Τανάλιες βγήκαν και άνοιξαν τα στόματα από αγαλματίδια. Μια γυναίκα με χρυσόξανθα μαλλιά έπεσε γονατιστή στο πάτωμα από τους πόνους, ήταν σαν να της έβγαζαν αρκετά δόντια μαζί χωρίς ίχνος αναισθησίας. Μια ηρωική οδοντίατρος περιόρισε τη ζημιά στις δέκα το βράδυ.

Ημέρα δέκατη
Τη δέκατη ημέρα, οι παρευρισκόμενοι συγκέντρωσαν τη νοητική τους ενέργεια στον θρόνο. Η κατάρα τους είχε χτυπήσει όλους. Σύντομα, δε θα ζούσε κανείς για να θυμηθεί αυτές τις μαύρες εβδομάδες, του μαύρου μήνα, του μαύρου έτους όπου έμελλε να αποχωρήσουν από τον κόσμο τούτο.

Ακούστηκε ένας θόρυβος από την εξώπορτα. Μια γυναικεία φιγούρα, καταματωμένη, καμπουριασμένη, καταπονημένη, κρατώντας κάτι φασκιωμένο στην αγκαλιά της, κλώτσησε ανοιχτή την πόρτα. Κοίταξε γύρω της και ξαφνικά κατάλαβε γιατί βρέθηκε εδώ σήμερα. Τι σήμαιναν όλα αυτά. Τι έπρεπε να γίνει για να σταματήσει η εξάπλωση της κατάρας…

Περπάτησε αργά αλλά με περηφάνια, σαν να ήθελε να δηλώσει πως «δεν νικήσατε ακόμη», αν και ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, η κατάρα τους γονάτισε όλους. Πέρασε τους κουκουλοφόρους άνδρες και γυναίκες. Πέρασε τα κεριά. Πέρασε τον Μεγάλο Μάγιστρο. Έφτασε στο μαύρο θρόνο.

Απόθεσε εκεί τον Μαξ, ο οποίος μύρισε αριστερά, μύρισε δεξιά και ικανοποιημένος έκατσε στο θρόνο του. Ξεκίνησε η επίκληση από τους κουκουλοφόρους ακόλουθους. Μόλις τελείωσε, ένα σύννεφο σκόνης τον τύλιξε και τα μάτια του άξαφνα έλαμψαν κόκκινα, ενώ τα δόντια του έγιναν αισθητά μακρύτερα.

Η κατάρα είχε σταματήσει να εξαπλώνεται, αλλά το κόστος για κάτι τέτοιο ήταν ιδιαίτερα βαρύ κι αβάσταχτο.

Ή μήπως όχι;

 

*Μαξ=γάτος της Κολάσεως  http://thebluez.gr/mad-max/