Ο Μάνθος ήταν ένας άνθρωπος αόρατος. Μπορούσες να τον σκουντήξεις καταλάθος στο λεωφορείο και να συνειδητοποιήσεις ότι τόση ώρα δεν τον είχες προσέξει καν. Να τον προσπεράσεις στον δρόμο και να μην ακούσεις καν τα βήματά του. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για την παρουσία του και κανείς δε θα τον έψαχνε στην απουσία του.

Η Κοραλλία, από την άλλη, ήταν πανταχού παρούσα. Κανείς δε μπορούσε να την αγνοήσει κι οι περισσότεροι, το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου, την αποζητούσαν. Ήταν αντικείμενο λατρείας για κάποιους κι αντικείμενο σεβασμού και φόβου για κάποιους άλλους. Είχε συνηθίσει τον κόσμο και τους καλοδεχόταν στην αγκαλιά της.

Του Μάνθου του άρεσε να περνάει την ώρα του στα βιβλιοπωλεία, χωρίς όμως να ψωνίζει τίποτα. Παρατηρούσε τον κόσμο που χάζευε τα βιβλία και κοίταζε τα οπισθόφυλλα, συζητώντας με φίλους για το αν άξιζε το βιβλίο για αγορά ή όχι. Του άρεσε να πιάνει αντιδράσεις, χαμόγελα, δυσφορία, ειρωνεία ή και ενθουσιασμό. Κάποιες φορές κοιτούσε υπερβολικά επίμονα με αποτέλεσμα κάποιοι να ενοχλούνται από το βλέμμα του και να ειδοποιούν την ασφάλεια του καταστήματος. Τότε ο Μάνθος, για να αποφύγει μπελάδες, αγόραζε ένα τυχαίο βιβλίο κι έκανε ότι ήταν πελάτης που μόλις είχε επιλέξει το αριστούργημά του.

Της Κοραλλίας της άρεσε την ώρα που σουρούπωνε κι ο καυτός ο ήλιος αποσυρόταν στην φωλιά του. Ο κόσμος τότε γινόταν λιγότερος, οι φωνές καταλάγιαζαν κι η αγκαλιά της μπορούσε να κλείσει σιγά σιγά. Καθόταν με τα ψάρια, τους μόνιμους συντρόφους της, κι αγνάντευε το φεγγάρι το οποίο την χάιδευε απαλά με το ασημί φως του. Η Κοραλλία είχε τα πάντα κι όμως ένιωθε ότι δεν είχε τίποτα. Είχε όλο τον κόσμο στα πόδια της κι όμως δεν είχε λαχταρίσει το άγγιγμα κανενός. Κάποτε ήταν σκληρή, άγρια με τους ανθρώπους, αμείλικτη που προσπαθούσαν να την κατακτήσουν. Τώρα είχε ηρεμήσει. Το μόνο που ήθελε, πλέον, ήταν να βρει κι αυτή το λιμάνι της και να αράξει.

Ο Μάνθος σιχαινόταν το καλοκαίρι. Το σπίτι του γινόταν ανυπόφορο από τη ζέστη κι οι δρόμοι γέμιζαν κόσμο που, με ανεξήγητη χαρά για τον ίδιο, πήγαινε γεμάτος τρέλα στη θάλασσα για βουτιές. Ο Μάνθος ήθελε την ηρεμία του, τη συννεφιά του, τα βιβλιοπωλεία του και την απομόνωσή του. Τα περισσότερα μαγαζιά ήταν άδεια τις πολύ ζεστές μέρες καθώς όλος ο κόσμος ξαμολιόταν στις παραλίες. Μία τέτοια μέρα τόλμησε κι ο Μάνθος να κάνει ένα από τα μεγαλύτερα βήματα της ζωής του. Αν δεν μπορούσε να παρατηρήσει τις αντιδράσεις του κόσμου όταν αγόραζε βιβλία, θα τις παρατηρούσε όταν τα διάβαζε στην παραλία. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να αντέξει την πολυκοσμία, τον ήλιο κι αυτήν την επικίνδυνη και απέραντη θάλασσα.

Η Κοραλλία είχε εκνευριστεί εκείνη τη μέρα. Ο ήλιος είχε βγάλει τα πιο αδυσώπητα όπλα του, το πλήθος ήταν αδηφάγο κι η φασαρία ανυπόφορη. Είχε κλείσει τα μάτια και τα αυτιά της κι ήλπιζε να περάσουν γρήγορα οι ώρες για να καλωσορίσει το αγαπημένο της φεγγάρι. Μέχρι που κάποια στιγμή, μέσα στον πανικό και την οχλοβοή, εντόπισε τα δύο πιο θλιμμένα κι όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ στην αιώνια ζωή της. Στέκονταν εκεί, ακίνητα, μακριά της, χωρίς να την έχουν πλησιάσει καν. Τα μάτια αυτά, παρατηρούσαν τον κόσμο γύρω τους, αχόρταγα, εστιάζοντας πότε στον έναν και πότε στον άλλον. Αλλά ποτέ στην ίδια. Αυτή η αυθόρμητη απόρριψη την γέμισε πείσμα και προσμονή. Ήθελε να γνωρίσει αυτόν τον άνδρα, τον πρώτο άνδρα που δεν ήθελε με τίποτα να μπει στην τεράστια αγκαλιά της και να γευτεί την αλμύρα της.

Ο Μάνθος είχε κλείσει δύο ώρες μέσα στον ήλιο κι είχε κουραστεί. Τα βλέμματα των ανθρώπων που διάβαζαν ήταν περισσότερο ανιαρά και στάσιμα απ’ αυτών που αγόραζαν ή κοιτούσαν εξώφυλλα στα βιβλιοπωλεία. Η επιθυμία του δεν κορέστηκε κι αποφάσισε να σηκωθεί να φύγει. Τότε συνέβη κάτι τόσο απρόοπτο που τον κοκάλωσε. Τα πέλματά του είχαν βραχεί. Ενώ βρισκόταν μακριά από τη θάλασσα, σε σημείο που δε μπορούσε να φτάσει με τίποτα, ένιωθε τις πατούσες του βρεγμένες. Λες και το χώμα είχε μετατραπεί σε μία αόρατη λίμνη. Μάλιστα ένιωθε το νερό να τον τραβάει, να του ψιθυρίζει και να τον παρακαλάει να ακολουθήσει το τράβηγμα. Ο κόσμος τριγύρω άρχισε να βγάζει ανήσυχες κραυγές καθώς κύματα, από το πουθενά, άρχισαν να σηκώνονται ψηλά, έτοιμα να τυλίξουν και να τους καταπλακώσουν. Ο Μάνθος όμως δε φοβόταν. Με κάποιο τρόπο καταλάβαινε ότι τα κύματα αυτά έρχονταν για να τον προστατέψουν όχι για να τον χτυπήσουν.
Και τότε προχώρησε προς τη θάλασσα, προχώρησε με βήματα που δεν πίστευε ότι θα έκανε ποτέ στη ζωή του.

Η Κοραλλία, για πρώτη φορά στην ύπαρξή της, παραβίασε τους κανόνες της. Έδειξε ένα πρόσωπο στους ανθρώπους που δεν είχαν δει ποτέ, ένα πρόσωπο που μπορεί να τους έκανε να απομακρυνθούν για πάντα από κοντά της. Αλλά δεν την ένοιαζε πλέον. Γιατί θα είχε εκείνον δίπλα της. Τα κύματά της τον αγκάλιασαν, το νερό απλώθηκε μπροστά του σαν χαλί και το αλάτι μαζεύτηκε μπροστά του για να τον ανυψώσει. Τα μάτια του ήταν υπέροχα, το πρόσωπό του απαλό, το βλέμμα του σταθερό. Η Κοραλλία δεν είχε νιώσει ποτέ έτσι, μία ταραχή απλώθηκε τριγύρω και μία τεράστια δίνη περικύκλωσε τον άνδρα και τον έφερε πιο κοντά της.
Άπλωσε τα χέρια της, τυλίχτηκε γύρω του, η δίνη έκλεισε, τα κύματα έπεσαν, το νερό ηρέμησε και το ζευγάρι βυθίστηκε σε έναν αιώνιο και βαθύ ύπνο.

Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί εκείνη τη μέρα στην παραλία. Η θάλασσα, εντελώς ξαφνικά και χωρίς να προηγηθεί κάποιο φαινόμενο, σήκωσε κύματα τρία μέτρα και παραλίγο να πνίξει όλους τους λουόμενους. Τελευταία στιγμή κατάφεραν να φύγουν όλοι ζωντανοί με εξαίρεση έναν άνδρα, που για αδιανόητο λόγο, προχώρησε προς τα κύματα αντί για τη σωτηρία του.
Κάποιοι είχαν δει αυτόν τον άνδρα, τον είχαν παρατηρήσει σε μαγαζιά, στον δρόμο, σε στάσεις λεωφορείου. Τον είχαν σκουντήξει, τον είχαν προσπεράσει, τον είχαν κοιτάξει με λύπη. Κανείς όμως δεν του είχε δώσει παραπάνω σημασία. Ποιος άλλωστε θα ασχολιόταν μαζί του;