Άνοιξε το πακετάκι με τα ριζόχαρτα. Πήρε δύο και τα ένωσε με επιδέξιες κινήσεις μεταξύ τους. Έβγαλε από την κωλότσεπη τη δερμάτινη θήκη με τον καπνό του και γέμισε τα λευκά χαρτιά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και πλησίασε το κομοδίνο. Έψαξε βιαστικά για το πολύτιμο αλουμινόχαρτο. Το είχε φέρει ο Θανάσης από το χωριό του στην ορεινή Κρήτη. Γερό πράμα. Λίγο έτριβε πάνω στο δίφυλλο και την άκουγε για ώρα. Παλιότερα δηλαδή. Γιατί εδώ και αρκετό καιρό τίποτα δεν τον έπιανε. Είχε αρχίσει να ανησυχεί μη και τυχόν το μυαλό του ζητήσει πιο πολλά για να ηρεμήσει, από λίγο μαύρο και ατελείωτα κουτάκια μπύρας. Δεν θα το έκανε όπως και να είχε. Να πάρει οτιδήποτε πιο βαρύ δηλαδή. Ήταν ίσως η μόνη υπόσχεση που είχε αποφασίσει να κρατήσει απέναντι σε εκείνη με κάθε κόστος. Απλά έτρεμε τη μάχη που θα έπρεπε να δώσει με το μυαλό του.

Το μυαλό του που και πάλι ξεστράτισε και ταξίδεψε σε αυτήν. Την πιο αγαπημένη του φίλη. Από το Δημοτικό μαζί με την Μ. δίπλα δίπλα σε όλα. Ένα κορίτσι με σοκολατένια μαλλιά και χαμογελαστά μάτια. Φοβισμένο αλλά και τρυφερό. Γενναίο αλλά και αστείο. Πρωτοβρέθηκαν στο ίδιο σχολείο και κόλλησαν αυτόματα. Ο πατέρας της, βίαιος και αδιάφορος και η μάνα της, αυτάρεσκη και μητρομανής, ήταν ο λόγος που η Μ. ξημερωνοβραδιάζονταν στο δικό του σπίτι και οι δύο τους μεγάλωσαν σαν αδέρφια. Δεν είχε αγαπήσει άλλο πλάσμα τόσο.

Τα μάτια του άρχισαν πάλι να ξεχειλίζουν. Τι χασίσι για το πέος ήταν αυτό, αφού δεν μπορούσε να του πάρει το μυαλό από τα δύσκολα μονοπάτια; τράβηξε το αλουμινένιο δαχτυλίδι από ένα κουτάκι άμστελ, με φόρα, σα να απασφάλιζε χειροβομβίδα. Τρεις γενναίες γουλιές ίσως βοηθούσαν το μυαλό να αλλάξει δρόμο. Μα που… το δάχτυλο του έμεινε μπλεγμένο στο τσίγκινο κρικάκι. Το κοίταξε με ύφος σαν να αντίκριζε όλες τις συμφορές της γης. Τι ηλίθια ανοίγματα είχαν φτιάξει; Που ήταν τα μεγάλα ολοστρόγγυλα δαχτυλίδια που είχαν παλιά τα αναψυκτικά; όπως εκείνο. Που στο πρώτο τους μεθύσι με τη Μ. -τότε που είχαν παρέα καταφύγει για σχεδόν ένα ολόκληρο βράδυ στο παγκάκι της πλατείας Μαβίλη, επειδή ο μέθυσος πατέρας της γύρευε να τη σπάσει στο ξύλο- της το είχε περάσει γελώντας στο δάχτυλο ορκιζόμενοι ότι αν στα 35 κάνεις τους δεν έχει γνωρίσει τον μεγάλο έρωτα, θα παντρευόντουσαν μεταξύ τους. Τουλάχιστον να εξασφάλιζαν ένα χαμογελαστό σπιτικό. Αλλά βλέπεις η Μ. λάκισε. Και ορίστε τώρα αυτός σε ένα άθλιο δωμάτιο, έξι χρόνια μόλις πριν το ραντεβού της συμφωνίας τους, να είναι πιο σίγουρος από πότε για το γεγονός ότι δεν θα ζήσει σε ένα χαμογελαστό σπίτι όσα χρόνια και αν περάσουν.

Γαμημένη μπύρα. Ούτε αυτή δεν κατόρθωσε να ξεστρατίσει τις σκέψεις του. Πήρε το δαχτυλιδάκι και πήγε να κάτσει ανακούρκουδα στο κρεβάτι. Εκεί με ένα λεπτό ατσαλόσυρμα και μια μικρή πένσα, βάλθηκε να το ενώσει με μια σειρά από άλλα ίδια. Ήταν πάντα επιδέξιος με τα χέρια. Και φύση καλλιτεχνική. Η Μ. το έλεγε συνεχώς “εσύ ξέρεις να κάνεις τέχνη και γω να την εκτιμώ”. Ειδικά οι κατασκευές με δαχτυλίδια από αλουμινόκουτα ήταν το φόρτε του. Τα ένωνε σε σχηματισμούς και έφτιαχνε παπάδες. Είχαν περάσει κάμποσα καλοκαίρια σε νησάκια με τη Μ. και τους εκάστοτε εραστές τους, ζώντας μόνο με τα έσοδα που επέφεραν οι πωλήσεις σε πάγκους στις παραλίες, μικρών φωτιστικών και μινιατούρων, φτιαγμένα από τον ίδιο με υλικά ευτελή όπως αυτά τα ανοίγματα μπύρας, βίδες, παξιμάδια και συναφή είδη.

Κοίταξε το αλουμινένιο δαχτυλίδι που πλέον ήταν ενωμένο με τα υπόλοιπα. Είχε κατασκευάσει ένα πελώριο δίχτυ από δαύτα. Ούτε ένα δεν είχε μαζέψει από το δρόμο. Για πρώτη φορά, ήταν όλα αποκλειστικά από τις μπύρες που είχε μόνος του καταναλώσει από όταν χάθηκε η Μ. Άπλωσε την τεράστια ατσαλένια κουβέρτα στο κρεβάτι. Αποφάσισε πως πλέον ήταν αρκετά μεγάλη. Την τύλιξε με μια ξαφνική μανία και την έχωσε στο σακίδιο του. Έξω ακόμα δεν είχε καλονυχτώσει. Βγήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε στο καθημερινό ραντεβού τους.

Προσπέρασε βιαστικά όλους τους άλλους ενοίκους του κοιμητηρίου. Συνήθως καθόταν να χαζέψει. Να δει ηλικίες, στιχάκια και χαϊμαλιά που οι οικείοι βάζουν για φυλαχτά και παρέα στον μεγάλο ύπνο. Αλλά τώρα δεν είχε χρόνο. Ήθελε να φτάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν κοντά της.

Έφτασε. Αφιέρωσε μια στιγμή να ερευνήσει το μνήμα για τυχόν αλλαγές. Τίποτα. Ένα λευκό, λιτό κρεβάτι με χρυσά γράμματα. Πουθενά λουλούδια, πουθενά φυλαχτά, καμία αφιέρωση. Μονάχα ένα τσαλακωμένο κουτάκι μπύρας. Του ίδιου. Που προφανώς ξέχασε χθες μες στη σούρα του να το μαζέψει μαζί με τα άλλα. Άλλη μια μέρα που κανείς δεν είχε θυμηθεί την Μ. Έβγαλε την εξάδα και κάθισε στο μάρμαρο. “Καλησπέρα μικρή μου” είπε και χάιδεψε με την αναστροφή του χεριού του τη φωτογραφία της.

Μια καντηλανάφτισσα από παραδίπλα τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι. Κανείς άλλος δεν πήγαινε στο μνήμα και η γυναίκα έδειχνε να φοβάται τον νεαρό με το θόλο και αγριεμένο βλέμμα που κάθε βραδάκι ερχόταν εκεί.

Οι γονείς της Μ εννοείται ήταν άφαντοι. Η μάνα δε, πένθησε όσο χρειάστηκε για τα μάτια του κόσμου και σε λίγο μόνο καιρό εξαργύρωσε το κακό που τη βρήκε, με έναν νέο γκόμενο έτοιμο και πρόθυμο να την παρηγορήσει. Ο δε πατέρας δεν εμφανίστηκε καν στην κηδεία. Εξάλλου ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι αν η Μ δεν έφευγε μόνη της, κάποια στιγμή θα την <<έστελνε>> ο ίδιος με το τόσο ξύλο που της έριχνε κατά καιρούς.

Άνοιξε τη μπύρα και τσούγκρισε με το μάρμαρο. “Έλα κορίτσι μου, πιες μαζί μου. Α! Σου έχω και ένα δώρο!” είπε και άρχισε να βγάζει τη κατασκευή με τα δαχτυλιδάκια από το σάκο. Την ξεδίπλωσε προσεκτικά. “Καλή δεν είναι;” ρώτησε τη φωτογραφία που εξακολουθούσε να τον κοιτάει ανέκφραστη. “Στο είχα υποσχεθεί. Μια ατσαλένια ασπίδα. Μια κουβέρτα προστασίας ώστε κανείς να μην μπορεί να σε πειράξει ξανά καρδιά μου” ψιθύρισε “λυπάμαι απίστευτα που άργησα τόσο πολύ να στη δώσω”. Με κορμί τρεμάμενο από τα αναφιλητά άπλωσε το τσίγκινο δίχτυ στον τάφο. Ξάπλωσε εκεί στην γωνία, σκεπάστηκε και ο ίδιος και αποκοιμήθηκε αφημένος σε έναν ύπνο όμοιο με θάνατο.