Ποιος να μου το λέγε, ότι μια μέρα εγώ το φυτούκλι που δεν έκανα ούτε μια κοπάνα τόσα χρόνια στο σχολείο, που δεν σήκωσα ποτέ το τόνο της φωνής μου, που προσπαθούσα να ‘μαι σε όλα σωστή, θα βρισκόμουν τώρα στο γραφείο του γυμνασιάρχη για να «τ` ακούσω».

«Κυρία μου το θέμα είναι σοβαρό, έχουν γίνει αγώνες και αγώνες για να κατακτηθεί το δικαίωμα στη μάθηση και δε μπορεί…» ωρύεται ο μικρόσωμος άντρας με τη γουργουριστή φωνή και τα λευκά μαλλιά απέναντι μου κι εγώ τον κοιτώ σα χαζή. Πως αλλιώς θα μπορούσα να τον κοιτώ; Προσπαθώ με το φτωχό μου μυαλό να καταλάβω, πώς συνδέονται η καταπάτηση του δικαιώματος στη μάθηση, με ένα δωδεκάχρονο και τρία δεκατετράχρονα που μεταφέρουν τρεις κάδους ένα Κυριακάτικο απόγευμα μπροστά στις πόρτες του σχολείου, για να κάνουν χαβαλέ. Αναστενάζω κι αυτό δίνει νέα ώθηση στο γυμνασιάρχη να συνεχίσει το λογύδριο του περί αποδεκτής και μη συμπεριφοράς. Να κατανοήσω πώς αυτό κατέστρεψε την εικόνα του παιδιού μου, στο οποίο θα έδιναν και έπαινο, γιατί βρήκε ένα πορτοφόλι έξω από το σχολείο χωρίς στοιχεία και το παρέδωσε. Ξεφυσώ ενοχλημένη και ο απέναντί μου το εκλαμβάνει ως αγανάκτηση και παρότρυνση.
Έχω σταματήσει από ώρα να τον ακούω.

«Σας άκουσα με μεγάλη προσοχή, τώρα θα ήθελα να με ακούσετε κι εσείς και αν είναι δυνατόν χωρίς να με διακόψετε». Μιλώ σιγανά και του χαρίζω ένα πλατύ χαμόγελο. «Καταρχήν καταλαβαίνω τη θέση σας. Ως διευθυντής καλείστε να παίξετε κάποιες φορές και το ρόλο του ντετέκτιβ και του δικαστή.»
«Μα ακούστε με…»
«Εγώ σας άκουσα (λέμε τώρα), τώρα είναι η σειρά σας». Ένα παγωμένο βλέμμα φαίνεται να τον μπερδεύει και γέρνω πάνω από το γραφείο του. «Λοιπόν ας ανακεφαλαιώσουμε. Έχουμε το δωδεκάχρονο γιό μου, δεν θα μιλήσω για τ’ άλλα παιδιά, δεν τα γνωρίζω, δεν με απασχολούν. Κατηγορείται λοιπόν ότι διέπραξε τρεις παραβάσεις, σωστά;»
«Μάλιστα και το θέμα είναι…»
«…ο οποίος παραδέχτηκε από την αρχή όπως μου είπατε, ότι πράγματι βοήθησε τους άλλους τρεις να μετακινήσουν τους κάδους. Αρνήθηκε όμως ότι πήρε μέρος σε κάτι άλλο και ότι γνώριζε ότι η πράξη είχε επαναληφθεί, σωστά;» Ο γυμνασιάρχης έγνεψε θετικά.
«Ωραία λοιπόν έχουμε τρεις κατηγορίες» είπα, παίρνοντας τρεις συνδετήρες από το μικρό πλαστικό κουτάκι και αποθέτοντάς τους πάνω στο γραφείο του. «Για τις τρεις αυτές κατηγορίες υπάρχουν τιμωρίες. Καταρχήν αποβολή». Λίγο πιο πέρα αφήνω ένα συνδετήρα.
«Έπειτα αφού μιλάμε για καταστροφή της περιουσίας του σχολείου με το να τοποθετήσουν ξυλαράκια στα λουκέτα, θα μπορούσατε να ζητήσετε και χρήματα». Αφήνω ένα ακόμα συνδετήρα δίπλα του.
«Όλοι οι μαθητές και οι καθηγητές θα μάθουν για το περιστατικό, αν δεν το έχουν ήδη μάθει και θα το συζητούν. Δεν νομίζω ότι τέτοιες συζητήσεις έχουν θετικό αποτέλεσμα για κάποιον, άρα το βλέπω ως μία ακόμη τιμωρία». Ένας τρίτος συνδετήρας προστίθεται δίπλα στους άλλους
«Το κουτσομπολιό για να μη το πω τον διασυρμό…»
«Δεν θα χρησιμοποιούσα…»
«…το διασυρμό ακολουθεί πάντα και μια ταμπέλα». Υψώνω πια τη φωνή.
«Του αλητάμπουρα, ίσως …» αφήνω ένα ακόμα συνδετήρα, τον κοιτώ ερωτηματικά και δεν απαντά.
«Άρα έχουμε τρεις κατηγορίες από τη μία και τέσσερις τιμωρίες από την άλλη. Το πρόβλημα όμως είναι ότι από τις τρεις κατηγορίες μόνο η μια έχει αποδειχτεί. Σε αυτήν υπάρχουν μάρτυρες, για τις άλλες υπάρχουν απλά εικασίες, άρα μόνο γι’ αυτή μπορεί να τιμωρηθεί, εκτός κι αν ψάχνετε για αποδιοπομπαίο τράγο. Ψάχνετε;». Δεν τον αφήνω ν’ απαντήσει.
«Οπότε μας μένει το ότι βοήθησε να μετακινηθούν οι κάδοι. Αφαιρώ και τη χρηματική τιμωρία, μιας και όπως είπαμε δεν υπάρχουν αποδείξεις, ή να το αφήσω;» είπα κρατώντας το συνδετήρα. Εκείνος γνέφει αρνητικά και με κοιτά με σφιγμένο στόμα.

«Ας το αφήσω, άλλωστε αυτό με απασχολεί λιγότερο. Αυτό που σκεφτόμουν είναι ότι έχουμε μια συμπεριφορά από τη μια μεριά και από την άλλη τις τιμωρίες μέσω των οποίων το παιδί θα πρέπει να μάθει κάτι. Ας ανακεφαλαιώσουμε τι έμαθε το παιδί μου, όχι από την σκοπιά της τιμωρίας, όσο από τη συμπεριφορά σας αυτές τις ημέρες. Όπως είπατε, θεωρείτε ότι είναι ένοχος και για τ’ άλλα αδικήματα που αφαιρέσαμε, επειδή δεν έβαλε τα κλάματα όπως οι υπόλοιποι. Όχι γιατί θεωρούσε ότι δεν έκανε κάτι και είναι αθώος, αλλά με τη λογική ότι είναι τί; Στυγνός αμετανόητος εγκληματίας; Έμαθε λοιπόν ότι βάζοντας τα κλάματα και όντας θρασύδειλος, μπορείς να προκαλέσεις τον οίκτο και να ρίξουν τις ευθύνες που σε βαραίνουν σε άλλους. Έμαθε ότι πρέπει να προδίδει για να σώσει το τομάρι του. Έμαθε ότι κανείς δεν εκτιμά τους ειλικρινείς, έμαθε πως με τη πρώτη στραβή έχεις κατηγοριοποιηθεί ως ταραξίας και αλητάμπουρας. Έμαθε ότι ακόμα και ένας αθώος έχει κάθε λόγο να φοβάται, άρα σημασία δεν έχει το να ‘σαι αθώος αλλά να παριστάνεις τον αθώο. Έμαθε τη δύναμη του κουτσομπολιού και του διασυρμού, καθώς όλοι οι καθηγητές με βρίσκουν από την ώρα που ήρθα, για να μου πουν, καλό παιδί αλλά έκανε αυτό… Ζητάτε να έχουμε υπευθύνους, έντιμους, γενναίους πολίτες και κατασκευάζετε ευθυνόφοβους, ανέντιμους, άνανδρους, προδότες. Το δε παράλογο είναι, ότι η τιμωρία τους είναι σαν να τους επιβραβεύει».
«Επιβραβεύει;»
«Εσείς δεν βγάλατε ολόκληρο λόγο, ότι ήθελαν με αυτή τους τη πράξη να αποκλείσουν το σχολείο και μην έχουν μάθημα; Τους δώσατε αποβολή, οπότε στην ουσία πέτυχαν αυτό που ήθελαν, να μην έχουν σχολείο. Εσείς μου βγάλατε ολόκληρο λόγο για την αξία του σχολείου και της μόρφωσης και την αγάπη που θα έπρεπε να έχουν γι’ αυτό, αντί να αναρωτηθείτε από την αρχή για ποιο λόγο ήθελαν να κλείσουν το σχολείο. Τι έκανε το σχολείο γι’ αυτούς; Τι έκανε για να το αγαπήσουν; Τίποτα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε που ήμουν εγώ παιδί…»

Η σιωπή με ξυπνά, ο μικρόσωμος άντρας απέναντι μου με κοιτά ερωτηματικά. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, κότα ήμουν, κότα είμαι. Κρυμμένη πίσω από τη μάσκα της ευγένειας. Λέξη δεν έβγαλα πάλι. Τουλάχιστον ο γιος μου δεν είναι σαν κι εμένα. Ακόμα…

 

Αναστασία Χ.