Δεν ήταν κατσούφα ούτε χαμογελαστή. Είχε μιαν αλλόκοτη έκφραση. Ίσως έφταιγαν τα μάγουλα που ήταν ρουφηγμένα μέχρι τα δόντια και τα μάτια που κάθονταν βαθιά πάνω στα ζυγωματικά. Ίσως ήταν το ελάχιστο ρουζ που ξεγελούσε τον σκελετό κάτω από τα μαύρα ρούχα και τα κόκκινα μαλλιά.
Η φωνή της ήταν βραχνή, μονότονη και οι φράσεις της επαναλαμβανόμενες.
«Δεν έχω θυροτηλέφωνο, πάρε με στο σταθερό όταν έρθεις»
«Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα. Μη με πάρεις το πρωί»
«Με έχει τρελάνει η από κάτω, όλη νύχτα μου χτυπάει το ταβάνι, είναι τρελή»

Ποια ήταν τρελή; Και αν ήταν η κύρια Μαρίνα, υπήρχε από κάτω γειτόνισσα; Και αν υπήρχε, ήταν τρελή ή λογική;

Μπήκα στο σπίτι της ένα πρωί γιατί επέμεινε. Τα στόρια ήταν μισοκατεβασμένα και οι κουρτίνες βαριές. Το ελάχιστο φως που έμπαινε στο μεγάλο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, δεν έφτανε για να δω τα βήματα μου. Μικρά πορτατίφ φώτιζαν αμυδρά 50 εκατοστά του χώρου. Κατά τα άλλα σκοτάδι. «Δεν μπορώ να αλλάζω λάμπες», δικαιολογήθηκε όταν σκουντούφλησα στο διπλωμένο χαλί. Σε ένα από τα πολλά! Τα έχει για να απορροφάει τον ήχο, σκέφτηκα.

«Δεν έχω θυροτηλέφωνο, γιατί χτυπάει πολύ δυνατά και δεν το αντέχω. Μπορείς να μου το φτιάξεις να χτυπάει σιγότερα;» Μόρφαζε και φαινόταν ότι το άκουγε εκείνη τη στιγμή να χτυπάει, έσφιγγε τα δόντια και τα μάτια. «Γίνεται να κάνουμε και κάτι για το δωμάτιο μου; Μπορείς να μου κάνεις ηχομόνωση;»

Όση ώρα ήμουν εκεί, στο σκοτάδι της, ούτε γδούπο άκουσα, ούτε σκούπες να χτυπάνε κάτω από το δάπεδο. «Σσσσσς, μίλα πιο σιγά. Επίτηδες κάνει τώρα ησυχία για να μας ακούει. Και δεν θέλω να ξέρει ότι θα κάνω μόνωση. Πόσο θα μειωθεί ο ήχος; Ένα 70%; Αχ μακάρι! Να μπορώ να κοιμάμαι. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου!»

Έπρεπε να αποφασίσω γρήγορα αν ήθελα. Δουλειά ήταν και από τη μία δεν ήθελα να μπλέξω, αλλά ούτε και άντεχα να τη βλέπω να υποφέρει.
Κρύφτηκα μια μέρα στη γωνία και την είδα να απομακρύνεται με το χαρακτηριστικό, στραβό της περπάτημα. Πρόλαβα την πόρτα πριν κλείσει και ανέβηκα στον πρώτο όροφο. Έστησα αυτί κάτω από το διαμέρισμα της κυρίας Μαρίνας. Ησυχία θανατερή. Κάθισα στο πλατύσκαλο και περίμενα μήπως αλλάξει κάτι. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του απέναντι διαμερίσματος και έχασα 15 χρόνια απ’ τη ζωή μου από την τρομάρα. Τι τις θέλω τις κατασκοπίες μηχανικός άνθρωπος;

-Καλησπέρα. Θέλετε κάτι;
Αφού συστήθηκα, συνέχισα:
-Ήθελα να σας ρωτήσω, ξέρετε αν μένει κανείς εδώ;
-Ναι. Μένει ένας ηλικιωμένος κύριος. Μόνος του μάλλον. Δεν ξέρω. Κι εγώ δεν έχει πολύ καιρό που μετακόμισα εδώ. Λείπω και συνέχεια. Δεν γνώρισα ακόμα τη γειτονιά. Μου ζήτησε μια φορά τα καφέ ελληνικό, δεν είχα. Γιατί ρωτάτε;
– Ευχαριστώ πολύ, είπα κι έφυγα τρέχοντας πριν με ρωτήσει οτιδήποτε άλλο

Οι αποδείξεις ήταν αδιάσειστες.
Κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες και φτάνοντας στο ισόγειο κουτρουβάλησα δύο σκαλιά και σωριάστηκα στο πλατύσκαλο μπροστά στο ασανσέρ. Τραβήχτηκε η μέση μου και μέχρι να συνέλθω άνοιξε η πόρτα της εισόδου και αντίκρισα έναν ηλικιωμένο κύριο με μπαστούνι.
-Θέλετε βοήθεια;
-Όχι, εντάξει, μια χαρά.

Τίναξα το παντελόνι μου, καθώς ξεβολευόμουν από την άνετη θέση που είχα πάρει στο μάρμαρο, ενώ ο κύριος έμπαινε στο ασανσέρ. Δεν πρόλαβα να φτάσω στην έξοδο, όταν το άκουσα να σταματάει. Στον πρώτο.

Ή τώρα ή ποτέ.

Ξαναβρέθηκα στο ίδιο σημείο που ήμουν πριν από λίγα λεπτά με περισσότερη αγωνία. Χτύπησα το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε. Περίμενα να με ρωτήσει αν έπαθα κάτι, τι στην ευχή θέλω, εκείνος όμως μου έγνεψε να περάσω μέσα πριν προλάβω να βρω δικαιολογία.
Αναμενόμενα, το διαμέρισμα ήταν ίδιο με της κυρίας Μαρίνας. Εργένικο, αλλά φωτεινό. Ακολούθησα τη γνωστή διαδρομή και έφτασα στην κουζίνα μαζί με τον συμπαθητικό κύριο με το μπαστούνι.
-Κάτσε. Να ψήσω καφέ;
-Ευχαριστώ.

Εκείνος δεν μιλούσε κι εγώ δεν ήξερα τι να πω. Ποιος ήμουν; Τι ήθελα; Μα κυρίως γιατί με έμπασε σπίτι του έτσι απλά;
-Ιάκωβος. Χαίρω πολύ Φίλιππε.

Από πού κι ως που; Δεν ήμουν δα και κανένας διάσημος αρχιτέκτονας! Σίγουρα κατάλαβε την έκπληξη μου και συνέχισε γρήγορα: «Η Μαρίνα μου είπε για σένα. Θα της φτιάξεις το δωμάτιο για να κοιμάται ήσυχη. Φίλιππε, πρέπει να ξέρεις κάτι. Η Μαρίνα είναι φίλη. Βασικά είναι πολλά παραπάνω. Η Μαρίνα κι εγώ…. Δηλαδή εγώ… Τέλος πάντων. Η Μαρίνα είναι πολύ καλός άνθρωπος, αλλά…».
Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε αποφασισμένος.
«Την πλήγωσα τη Μαρίνα όταν ήμασταν νέοι. Την αγάπησα πολύ και την πόνεσα περισσότερο. Έπινα. Πολύ. Μαλώναμε, φωνάζαμε, εκείνη επέμενε να αλλάξω, εγώ δεν άκουγα, είχαμε ομηρικούς καβγάδες, μας άκουγε η γειτονιά. Άσχημες καταστάσεις. Στο τέλος με έδιωξε. Έκανα ό,τι έπρεπε και δεν έχω ξαναπιεί 20 χρόνια τώρα. Καφές και πάλι καφές».

«Μόλις άδειασε το κάτω διαμέρισμα ήρθα αμέσως και το νοίκιασα. Έχει χρόνια. Εκείνη όμως τα είχε ήδη χάσει. Μερική αμνησία είπαν. Θες η μοναξιά; Θες τα στραβά που πέρασε; Ταμπουρώθηκε στο σπίτι της και στον εαυτό της. Έκλεισε πόρτες, κατέβασε ρολά, έβαψε τα τζάμια και διάλεξε τη μοναξιά και το σκοτάδι. Προσπάθησα να βρω τρόπο να την πλησιάσω. Δεν με θυμόταν. Βρήκα τρόπο όμως να τη «ξυπνάω» από τον λήθαργο της. Όταν χτυπάω από κάτω με το μπαστούνι και κάνει αυτόν τον κραδασμό το πάτωμα «γυρίζει» η Μαρίνα μου. Ο γιατρός είπε ότι ο έντονος θόρυβος της θυμίζει το παρελθόν, με τους καβγάδες και το σαματά. Έτσι «επιστρέφει» πίσω στα παλιά, αλλά με μίσος και οργή. Απ’ το να μη με θυμάται, καλύτερα να με μισεί. Με τα πολλά έχω βρει το «κουμπί» της και την ηρεμώ, με λόγια τρυφερά, μετανιωμένα. Κι η Μαρίνα μου τόσα χρόνια μόνη της, το έχει πολύ ανάγκη, το ξέρω, όπως κι εγώ. Συνήθως περνάμε μαζί τη νύχτα. Αποχαιρετιόμαστε το ξημέρωμα και ξυπνάει έχοντας ξεχάσει τα πάντα από τους χτύπους και έπειτα.»

Έχω μείνει άγαλμα και ακούω την αφήγηση, ενώ ο καφές έχει κρυώσει.
-Μάλιστα. Κατάλαβα. Άρα την ηχομόνωση να μην την κάνω.
-Καν’ της την παλικάρι μου. Αφού έτσι θέλει η Μαρίνα μου. Ό,τι θέλει το κορίτσι μου. Πες μου πόσο θα στοιχίσει! Τόσο κακό της έχω κάνει.
-Ναι αλλά πώς μετά…;
-Το σκέφτηκα. Θα ψεκάζω από τον φωταγωγό της κουζίνας ουίσκυ. Πιστεύω και με τη μυρωδιά θα «επιστρέφει».

 

Μαμά σε αποδόμηση