Άνθρωπο της εκκλησίας δεν τον έλεγες. Στα νιάτα του μάλιστα είχε υπάρξει και “αναρχοκουμμούνι” από εκείνα που με τον Μπακούνιν στο ένα χέρι και με τον Μάρξ στο άλλο, ονειρευόταν μια κοινωνία απαλλαγμένη από ταξικές διαφοροποιήσεις. Τα τελευταία πέντε χρόνια όμως, κάθε παραμονή του Αγίου Φανουρίου, ξυπνούσε αχάραγα. Εκείνος που ούτε αυγό βραστό δεν μπορούσε να φτιάξει, κάθε παραμονή φορούσε την ποδιά της κουζίνας και με μια κατάνυξη που τρόμαζε και τον ίδιο, ετοίμαζε συγκινημένος την φανουρόπιτα του.

Έναν Αύγουστο πριν από χρόνια την είχε συναντήσει σε ένα νησί και παρά τα ξύδια που είχε κατεβάσει, ακόμα θυμόταν πόσο περίεργα είχε νιώσει, όταν την είχε δει με το άσπρο φόρεμα της να ανεμίζει από το μελτέμι κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι. Μαγνητισμένος την είχε πλησιάσει και πριν καταλάβει πως και γιατί, είχε περάσει το πιο μαγικό βράδυ της ζωής του.
«Με το απογευματινό πλοίο φεύγω», του είχε πει κουρνιασμένη στην αγκαλιά του καθώς ο ήλιος ετοιμαζόταν να ξεπροβάλει
«Τότε θα φύγω και εγώ μαζί σου…» της είχε απαντήσει και την είχε φιλήσει με πάθος.
Χωρίς πολλές επεξηγήσεις έτσι είχαν δώσει ραντεβού στο πλοίο και είχαν χωρίσει για να κοιμηθούν λίγες ώρες πριν το ταξίδι.

Τόσα χρόνια μετά ακόμα δεν μπορούσε να χωνέψει πως είχε καταφέρει να χάσει το πλοίο. Τόσα χρόνια μετά ακόμα θυμόταν την απελπισία του όταν κατάλαβε πως είχε παρακοιμηθεί. Σαν τρελός είχε τρέξει στο λιμάνι, αλλά το πλοίο ούτε καν φαινόταν στον ορίζοντα. Την είχε χάσει πριν καλά καλά τη βρει! Πόσο μαλάκας ένιωθε…

Ολόκληρο το νησί γύρισε ελπίζοντας να ανακαλύψει κάποιο ίχνος της, κάποιο στοιχείο. Τίποτα όμως. Το μόνο που είχε ήταν ένα μικρό όνομα και μια διφορούμενη περιγραφή. Μια περιγραφή που επηρεασμένη από το αλκοόλ και τη νύχτα ήταν τόσο θολή, που και εκείνος δυσκολευόταν να ανασύρει.

Οι φίλοι του είχαν προσπαθήσει να τον συνετίσουν παρηγορητικά. Του είχαν πει το χιλιοειπωμένο για τους καλοκαιρινούς έρωτες που παγώνουν στις πρώτες ψύχρες. Του είχαν θυμίσει πόσο μεθυσμένος ήταν. Ό,τι και αν του έλεγαν όμως, και ενώ γνώριζε το παράλογο να αναζητά με τόσο πάθος μια γυναίκα που γνώριζε μόλις λίγες ώρες, κάτι μέσα του, του έλεγε πως αυτή ήταν η μια και μοναδική.

Καταρρακωμένος είχε επιστρέψει στην Αθήνα και για μέρες απλά έψαχνε στα τυφλά στα μέσα δικτύωσης να τη βρει. Εμμονή του είχε γίνει. Όσο και αν την έψαχνε όμως, τόσο βεβαιωνόταν πως δεν θα την ξαναέβλεπε ποτέ.

Για να πάρει μπύρες είχε βγει εκείνο το βράδυ, μπύρες για να πνίξει την καψούρα του, όταν είδε τα σημαιάκια στη γειτονική εκκλησία.
«Βρε αντίχριστε, του Αγίου Φανουρίου αύριο!» , τον είχε μαλώσει η περιπτερού όταν αδιάφορα είχε ρωτήσει γιατί η εκκλησία ήταν στολισμένη. Τότε έμαθε για πρώτη φορά πως η ενορία της γειτονίας του ήταν ο Άγιος Φανούριος. Τόση σχέση είχε με τα θεία.
Με μια μπύρα στα χέρια είχε κάτσει στα μαρμάρινα σκαλιά της εκκλησίας. Και ενώ έπινε και κοιτούσε τον ουρανό απελπισμένος είχε μονολογήσει με ειλικρίνεια.
«Φανουράκο ερωτεύτηκες ποτέ; Πρόλαβες; Αν ερωτεύτηκες φέρ’την πίσω. Φέρ’την και εγώ σου υπόσχομαι κάθε χρόνο μια πίτα ΝΑ με το συμπάθιο. Πίτες δεν σου τάζουν, ρε φίλε; Καλά δεν το θυμάμαι; Ε, εγώ όσο ζω, αν την φανερώσεις πάλι, κάθε χρόνο θα σου φτιάχνω μια και ας μην ξέρω πως σκατά τις φτιάχνουν. Θα μάθω! Και επειδή έχω μπέσα θα σου ρίχνω μέσα και λίγο μπύρα. Έτσι για να χαίρεται η ψυχούλα σου!»

Πέντε χρόνια τώρα έτσι έκανε την υπόσχεσή του πραγματικότητα και ας έμοιαζε γελοίος με την ποδιά με τα ζωγραφισμένα λεμόνια. Πέντε χρόνια, σαν καλή νοικοκυρά, αψηφούσε το δούλεμα που του έριχναν όλοι και με κανέλα, αλεύρι, ζάχαρη, λάδι, μπέικιν πάουντερ, σουσάμι, σταφίδες, καρύδια και πορτοκάλι ευχαριστούσε τον Άγιο. Και πάντα πριν βάλει το μείγμα στο ταψί δεν ξεχνούσε να ρίξει μέσα και λίγη μπύρα και ας του φώναζε εκείνη πως η φανουρόπιτα πρέπει να έχει αυστηρά μονό αριθμό υλικών. Εκείνος είχε τάξει φανουρόπιτα με μπύρα και φανουρόπιτα με μπύρα έφτιαχνε!

Και όσο η πίτα ψηνόταν και κοιτούσε με απελπισία την κουζίνα που έμοιαζε με βατερλό θυμήθηκε το φως των κεριών στο μανουάλι και τα μάτια της να λάμπουν από πίσω. Ούτε μια μέρα δεν είχε πάρει στον μερακλή Άγιο, που προφανώς συμπονούσε τους απανταχού ερωτευμένους, να του τη φανερώσει. Και μάλιστα μέσα στην ίδια την εκκλησία που είχε το όνομα του.
«Με παράτησες μόνη στο πλοίο…»
«Δεν θα σε ξαναφήσω ποτέ!»
«Πως βρέθηκες εδώ;»
«Εδώ δίπλα μένω.»
«Εγώ πάλι τυχαία περνούσα και κάτι με έσπρωξε να μπω.»

Ο ήχος από το καζανάκι τον έβγαλε από τις ονειροπολήσεις του. Εκείνη είχε ξυπνήσει και αν έβλεπε την κουζίνα σε αυτό το χάλι, θα την άκουγε την κατσάδα του. Βιαστικά ξεκίνησε να καθαρίζει όταν μύρισε το άρωμα της να μπλέκεται με το άρωμα της πίτας και ένιωσε τα χέρια της γύρω από τη μέση του. Ναι ρε φίλε, αύριο θα πήγαιναν μαζί τη μεθυσμένη φανουρόπιτα στην εκκλησία όπως έκαναν κάθε φορά. Αύριο θα έκοβαν ένα κομμάτι στη μέση και θα το έτρωγαν καθισμένοι στα μαρμάρινα σκαλιά χαμογελώντας συνωμοτικά ο ένας στον άλλο. Αύριο όμως, σήμερα μπορούσαν να αράξουν όλη μέρα στο κρεβάτι και που ξέρεις, μπορεί του χρόνου το κομμάτι αυτό να το έκοβαν στα τρία.

 

https://akispetretzikis.com/el/categories/glykes-pites-tartes/fanoyropita
(Μην βάλετε μπύρα στα υλικά του Άκη)