Η μικρή Γάτη, ένα γκρι γατάκι με απαλό τρίχωμα, ζούσε σε ένα μικρό σπίτι στην εξοχή, με την μαμά της την κυρία Γάτια, τον μπαμπά της τον κύριο Γατίδη και τον δίδυμο αδερφό της τον Γατούνη. Όσο η μαμά της μαγείρευε στην κουζίνα, η μικρή έπαιζε με κουτάλες και κατσαρόλες. Είχε πάρει και λίγο αλεύρι, τάχα μου να φτιάξει τηγανίτες. Την έβλεπε η κυρία Γάτια και χαμογελούσε στο κοριτσάκι της που μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Κάποια στιγμή βλέπει η Γάτη στην καρέκλα το πλεκτό της μαμάς της. Πολύχρωμα κουβάρια με νήματα, οι βελόνες της και δυο μισοτελειωμένα σκουφάκια για εκείνη και τον αδερφό της. Άστραψαν τα μάτια της!

Μαμά, μαμά! Μπορώ να παίξω με τα κουβάρια σου;
– Θα σου δώσω εγώ ένα άλλο κουβάρι να παίξεις Γάτη μου.

Ανοίγει το συρτάρι με τα πλεκτά και βγάζει ένα πανέμορφο κουβάρι, με χρώματα που λαμπυρίζουν στο φως. Η μικρή Γάτη άρχισε να χτυπάει τα χεράκια της και να χοροπηδάει όλο χαρά. Το πήρε και βγήκε στον κήπο να παίξει. Έκατσε στο χώμα, δίπλα στη φωλιά του φίλου της, του τυφλοπόντικα. Χτύπαγε με το χεράκι της το κουβάρι και αυτό στροβιλιζόταν στο φως.

– Τι φασαρία είναι αυτή; Είμαι κουρασμένος και θέλω να κοιμηθώ! είπε αυστηρά ο Πόντικας.
– Έλα Πόντικά μου! Έλα να δεις!
– Τι λες βρε Γάτη; Τι να δω; Αφού είμαι ΤΥΦΛΟπόντικας!
– Έλα σου λέω! Θα σου δείξω εγώ!

Τι να κάνει ο δόλιος, βγαίνει αγουροξυπνημένος από την τρύπα του και πηγαίνει κοντά στην μικρή, ενοχλητική του φίλη.

– Έλα να το μυρίσεις. Μυρίζει υπέροχα! Θυμάσαι πως μυρίζει το δάσος μετά τη βροχή;
– Σνιφ, σνιφ… δίκιο έχεις! Ευωδιάζει βρεγμένα φύλλα
– Παρ’ το στα χέρια σου. Είναι τόσο απαλό!
– Σαν την γούνα σου όταν γεννήθηκες! Πες μου Γάτη, με τι μοιάζει;

– Μοιάζει με ουράνιο τόξο τυλιγμένο σε κουβάρι. Πέφτει ο ήλιος πάνω του και λαμπυρίζει ολόκληρο. Είναι μαγικό!

Το πετάει στον αέρα γελώντας δυνατά. Ο Πόντικας κυλιέται στο χώμα χαρούμενος. Το κουβάρι κυλάει και πέφτει στην φωλιά του.
– Πόντικα, πάμε στο σπίτι σου. Έπεσε μέσα το κουβάρι.
Την πιάνει από το χέρι και βουτάνε στην τρύπα του. Η μικρή Γάτη δεν πίστευε στα μάτια της. Το στενό λαγούμι είχε φωτίσει με τα πιο όμορφα χρώματα. Γλυκίσματα και κρέμες έτρεχαν από παντού. Σε κάθε γωνία ένα όμορφο παιχνίδι. Η μύτη του Πόντικα πήγαινε να σπάσει. Τον οδηγούσε στο βάθος, εκεί που έτρεχε ένας καταρράκτης από λιωμένη σοκολάτα. Η Γάτη είχε πασαλειφθεί με κρέμες και μαρμελάδες και ο Πόντικας έκανε μακροβούτια στην σοκολάτα. Αποκαμωμένοι από το φαγητό και το παιχνίδι έπεσαν και κοιμήθηκαν αγκαλιά. Ξύπνησαν μετά από ώρα από την φωνή της κυρίας Γάτιας που έψαχνε την κόρη της.

– Πάω γρήγορα! Λείπω πολλές ώρες, θα έχει ανησυχήσει η μαμά.
– Να πας όμορφη μικρή μου φίλη. Καθάρισε μόνο τα μουστάκια σου από τις μαρμελάδες.
– Ευχαριστώ! Φεύγ… για μισό λεπτό. Που ξέρεις ότι είναι λερωμένα τα μουστάκια μου;
– Γάτη μου! Αγαπημένη μου φίλη, βλέπω! Βλέπω τα γλυκά, τα χρώματα, τα παιχνίδια, βλέπω την λαμπερή, γκρι σου γούνα
!

Αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδάνε χαρούμενοι.
«Ο Πόντικας βλέπει
και πίσω μου τρέχει
Με πιάνει απ’ την ουρά
φωνάζει όλο χαρά!»

Άκουσαν ξανά τη φωνή της κυρίας Γάτιας και χωρίστηκαν βιαστικά. Πρόλαβαν να δώσουν ραντεβού για το απόγευμα, λίγο πριν βγει η Γάτη από την ποντικότρυπα.
– Μαμά! Μαμά! Το κουβάρι που μου έδωσες είναι μαγικό! Έκανε τον Πόντικα να βλέπει και γέμισε τη φωλιά του παιχνίδια και γλυκά!
– Αγαπημένη μου Γάτη, χαίρομαι που σε βλέπω τόσο ευτυχισμένη, αλλά η φαντασία σου οργιάζει.
Αλήθεια σου λέω! Βλέπει!
– Καλά… Έλα τώρα να φάμε γιατί έχω στρώσει τραπέζι.

Η μαμά της, χαμογέλασε κρυφά. Η κόρη της ανακάλυπτε το μαγικό μυστικό που πήγαινε από γενιά σε γενιά, από μάνα γάτα σε κόρη. Κατσούφιασε η μικρούλα που νόμιζε πως δεν την πίστεψε η μαμά της. Έκατσε στο τραπέζι και έφαγε χωρίς όρεξη. Ζήτησε να σηκωθεί και πήγε στο δωμάτιό της αμίλητη. Λίγο μετά εμφανίστηκε ο αδερφός της.
– Τι έχεις αδερφούλα μου; Ποιος σε στεναχώρησε;
– Κανείς… Η μαμά! Της είπα ότι το κουβάρι μου είναι μαγικό και δεν με πίστεψε…
– Μαγικό; Τι κάνει δηλαδή;

– Πάμε μαζί στον Πόντικα και θα καταλάβεις.

Παίρνει τον αδερφό της από το χέρι και βγαίνουν τρέχοντας στον κήπο. Βουτάνε στην ποντικότρυπα κι αρχίζουν να κυλάνε. Ο Γατούνης κοίταζε γύρω του έκπληκτος τα όμορφα χρώματα και τα γλυκά. Έτριβε τα ματάκια του και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε την φωνή του Πόντικα.

– Τι ευχάριστη έκπληξη! Τα αγαπημένα μου δίδυμα! Γατούνη τα μάτια σου λάμπουν!
– Και πως το ξέρεις εσύ;
– Μα, τα βλέπω καλέ μου φίλε.
– Πως; Θέλω να πω…
– Ρώτα την αδερφή σου και το μαγικό κουβάρι της!

– Δηλαδή, έλεγε αλήθεια; Απίστευτο! Και μπορεί να κάνει ότι θέλει;
– Δεν ξέρω αδερφούλη μου. Ούτε που κατάλαβα πως έγινε.
– Έχω μια ιδέα! Ελάτε μαζί μου.

Η παρέα των τριών φίλων βγήκε στον κήπο και από εκεί στο κοντινό δάσος. Έφτασαν σε ένα ξέφωτο και ο Γατούνης τους οδήγησε σε έναν θάμνο. Πλησίασε σιγά σιγά να μην τρομάξει την φίλη του.
– Ρίνα! Που είσαι;
– Εδώ είμαι Γατούνη μου. Έρχομαι.

– Να σου γνωρίσω την αδερφή μου τη Γάτια και τον φίλο μας τον Πόντικα.
Η μικρή καρδερίνα πλησίασε δειλά. Ήθελε να απλώσει την φτερούγα της για να χαιρετίσει, μα δεν μπορούσε. Ένας κυνηγός την είχε χτυπήσει και πονούσε πολύ. Τα όμορφα χρώματά της είχαν γίνει θαμπά και η γλυκιά φωνή της είχε αλλοιωθεί από τον πόνο.
Η μικρή Γάτια κατάλαβε αμέσως τι έπρεπε να κάνει. Πέταξε το κουβάρι στον αδερφό της κι εκείνος με τη σειρά του στον Πόντικα. Όσο το πετούσαν, αυτό ξετυλιγόταν και έλουζε με φωτεινά χρώματα την Ρίνα. Εκείνη άρχισε να γελάει χαρούμενη και τα φτερά της ζωήρεψαν. Τα κουνούσε και έβρισκαν τα όμορφα χρώματά τους. Πριν το καταλάβει, πετούσε! Όλο και πιο ψηλά! Έκανε κύκλους πάνω από τους φίλους της και το τραγούδι της ξεσήκωσε το δάσος. Μαζεύτηκαν όλα τα ζωάκια να την ακούσουν και θαύμαζαν το υπέροχο πέταγμά της.

Όλοι χόρευαν χαρούμενοι, εκτός από μια μικρή σαλαμάνδρα η οποία πλησίασε αργά. Την είδε ο Πόντικας και έτρεξε να την βοηθήσει.
– Τι έπαθες; Που είναι η ουρά σου;
– Με είδαν κάτι κυνηγοί και μου πέταξαν ένα μαχαίρι γελώντας. Με πέτυχε στην ουρά και μου την έκοψε. Με δυσκολία περπατάω…

Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στην παρέα του. Έκανε νόημα στην Γάτη κι εκείνη του πέταξε το κουβάρι. Η σαλαμάνδρα ένιωσε πιο δυνατή και χαρούμενη. Το σώμα της γέμισε χρώματα και ουρά της ξαναγεννήθηκε! Αγκάλιαζε και φιλούσε όλα τα ζωάκια.
Άκουσε το τραγούδι της καρδερίνας και χόρεψε λικνίζοντας το μακρύ της σώμα. Τα γέλια και οι φωνές όλων είχαν ξεσηκώσει το δάσος. Τα δέντρα πρασίνισαν, τα λουλούδια άνθισαν και πυκνό χορτάρι φύτρωσε κάτω από τα πόδια τους. Πολύχρωμα μανιτάρια ξεπηδούσαν εδώ κι εκεί.
Πανέμορφες πεταλούδες μπήκαν στον χορό. Οι μέλισσες τρυγούσαν το νέκταρ των λουλουδιών και κερνούσαν όλα τα ζωάκια.
Μια μεγάλη γιορτή είχε ξεκινήσει στο δάσος και το μόνο σίγουρο ήταν, πως όσο η μικρή Γάτη παρέμενε μια καλόκαρδη γατούλα, η γιορτή θα συνεχιζόταν για πάντα!