Η Ευγενία πότισε και την τελευταία γλάστρα βασιλικού. Πόσο τους αγαπούσε τους βασιλικούς. Στέκονται εκεί να περιμένουν καρτερικά για ένα χάδι και μετά μια μοναδική γλυκοπικάντικη μυρωδιά αναδύεται. «Τον βασιλικό για να μυρίσει πρέπει να τον χαϊδέψεις, κόρη μου» συνήθιζε να λέει η γιαγιά της, σαν της μάθαινε πώς να τους κορφολογεί και πως να αφαιρεί τα άνθη για να παραταθεί η ζωή τους. Κι αυτοί σαν ένιωθαν το άγγιγμά της, πότε δεν της χάλασαν χατίρι, πλημμυρίζοντας τον αέρα με κείνη τη χαρακτηριστική ευωδιά που γαργαλάει τη μύτη και ευφραίνει την ψυχή.

…..

Όμορφη γυναίκα η Ευγενία, όνομα και πράμα έλεγαν όσοι τη γνώριζαν. Μονάχα η πεθερά της, λες και το’ χε τάμα, πάντα είχε ένα κακό λόγο για κείνη. «Τι τα θες; Μια αδιόριστη δασκαλίτσα. Άβουλη και άχρωμη… Μ΄ ένα βρακί την πήραμε και την κάναμε κυρία.. Που μια φακή της προκοπής είναι ανίκανη να βράσει… Κι έτσι χτικιάρα που είναι πως θα πιάσει παιδί;». Και να σου να σταυροκοπιέται και να φτύνει τον κόρφο της, προσπαθώντας να ξορκίσει το κακό που τη βρήκε. Κι ο καιρός περνούσε με γκρίνια, παράπονα, συγκαλυμμένες προσβολές και φαρμάκι να στάζει η κυρά Κούλα από τα Φάρσαλα, που στα 67 της είχε προλάβει να παντρευτεί και να θάψει τρεις άντρες, και πολύ θα ήθελε να θάψει και τη νύφη της. Πολύ πικραινόταν η Ευγενία. Σάμπως δεν αγαπούσε και δεν φρόντιζε το γιο της; Κι ούτε πότε της αντιγύρισε κουβέντα, κι ας έβλεπε τα αποθέματα υπομονής της να εξαντλούνται.
«Γη και ύδωρ να προσφέρεις, δεν θα αλλάξει. Κι αν μιλήσεις, θα καταδικαστείς για έλλειψη σεβασμού κα θα πικράνεις και τον άντρα σου», έλεγαν οι φίλες της, βυθίζοντάς την σε απόγνωση μιας και δεν είχε καμιά διάθεση να περάσει την υπόλοιπη ζωή της με αυτή την ύπουλη ανθρώπινη «μαύρη τρύπα» που είχε βάλει στόχο να της διαλύσει το νευρικό σύστημα.
Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο είπαν οι γιατροί και ο Νικήτας, μαζί με τα φάρμακα για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, έσπευσε να πάρει και τη μάνα του στο σπίτι για να τη φροντίζουν. Η Ευγενία δηλαδή, γιατί ο ίδιος ούτε λόγος για να ακυρώσει το επαγγελματικό ταξίδι που μήνες κανόνιζε. Η δε κυρά Κούλα από την άλλη είχε πέσει στα πατώματα από τη στενοχώρια που βρέθηκε στην ανάγκη της ξεβράκωτης, ακαμάτρας και χτικιάρας νύφης της. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς πως η Ευγενία ήταν έτοιμη να της σερβίρει ένα γεύμα μόνο με κρύα πιάτα, ή συνεχίζοντας την τακτική της υποτακτικής νύφης να αναβαθμιστεί σε αποκλειστική νοσοκόμα, όλη τη μέρα ασχολιόταν με τους βασιλικούς της, αδιαφορώντας για την παρουσία της πεθεράς της, που μόνο διακριτική δεν ήταν, και προσπερνώντας με χαμόγελο καπρίτσια και καψόνια. Κι όσο η Ευγενία θύμιζε Βούδα ψυχραιμίας, τόσο φούντωνε η κυρά Κούλα.
Ένα πρωινό, που η Ευγενία έλειπε από το σπίτι, μια παρανοϊκή λύσσα οδήγησε την κυρά Κούλα στην αυλή, κι εκεί με τα ίδια της τα χέρια ξερίζωσε όλους τους βασιλικούς. Τους σγουρούς, τους πλατύφυλλους, τους μπλε αφρικάνικους με το πιπεράτο άρωμα, τους μωβ, με την ξεχωριστή ομορφιά τους, ακόμα και τους αγιορείτικους που κόντευαν να φτάσουν τα δύο μέτρα. Γυάλισε το μάτι της κυρά Κούλας από ευχαρίστηση στη σκέψη της μέχρι τότε γλυκιάς και μετρημένης Ευγενίας. Σαν γύρισε η Ευγενία κι αντίκρισε το χαμό που είχε προκαλέσει η πεθερά της, ένας απέραντος ωκεανός θυμού κατέκλυσε τα σωθικά της. Η πίκρα, ο πόνος και η αγανάκτηση την έφεραν μπροστά σε κείνη που αδημονούσε να τη δει να χάνει την ψυχραιμία της.

«Άκου μητέρα και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Αν δεν μιλάω τόσο καιρό είναι όχι γιατί είμαι άβουλη και άχρωμη, όπως λες, ούτε γιατί σε φοβάμαι. Όσες μάχες κι αν νομίζεις πως χάνω, τον πόλεμο που εσύ άνοιξες θα τον κερδίσω εγώ. Και ξέρεις γιατί; Γιατί μπορεί να λένε πως η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα, αλλά στη ζωή εν τέλει κερδίζει αυτός που ξέρει πότε να πολεμήσει και πότε να μην. Κι ενώ εσύ μάχεσαι γιατί τάχα απειλώ τη θέση σου, εγώ φροντίζω να απαλύνω κάθε ένταση που δημιουργείς, να δικαιολογώ κάθε ανόητη και παρεμβατική συμπεριφορά σου, να προσπερνάω κάθε υποτιμητικό σου σχόλιο, να αγκαλιάζω και να παρηγορώ κάθε βουρκωμένο από ενοχές και ντροπή βλέμμα του άντρα μου. Κι όλα αυτά γιατί τον αγαπώ περισσότερο απ όσο αντιπαθώ εσένα. Δεν έχω πραγματικά κανένα λόγο να σε ανταγωνιστώ. Εσύ είσαι η γυναίκα που γέννησε και μεγάλωσε τον άντρα που έχω δίπλα μου, κι εγώ η γυναίκα που διάλεξε για ερωμένη και μάνα των παιδιών του. Δεν σε απομακρύνω εγώ από το γιο σου. Εσύ απομακρύνεσαι με τα γελοία καμώματά σου.
Ξέρεις ο βασιλικός για να μυρίσει πρέπει να τον χαϊδέψεις. Εσένα όμως όσο κι αν σε «χαϊδέψω», όσο κι αν προσπαθήσω να σε προσεγγίσω με κάθε καλή διάθεση, ακόμα κι όταν σηκώνω σημαία ανακωχής, είσαι έτοιμη με το δάχτυλο στην σκανδάλη να με πυροβολήσεις. Είσαι πιο ανίκανη κι από ένα βασιλικό να με αποδεχτεί, να εκτιμήσεις κάθε καλοπροαίρετη συμπεριφορά, κάθε προσπάθειά να γίνουμε σύμμαχοι για χάρη του Νικήτα. Ονομάζεις αγάπη την εμμονή σου, το πείσμα σου, την ανασφάλειά σου. Μπορεί να τον γέννησες αλλά δεν σου ανήκει. Μπορεί να τον μεγάλωσες, αλλά σε λίγο θα έχει το δικό του παιδί να μεγαλώσει. Αλήθεια δεν σε νοιάζει πως νιώθει τόσο καιρό που σε βλέπει να τρώγεσαι με τα ρούχα σου γιατί τάχα δεν είμαι άξιά του; Που τον θεωρείς τόσο ηλίθιο ώστε να τον τυλίξει μια άνεργη δασκαλίτσα; Δεν σε νοιάζει που χαμηλώνει το βλέμμα του κάθε φορά που μαθαίνει τι λες για μένα; Που αναγκάζεται να απολογηθεί; Αλήθεια, τι νομίζεις πως θα σκεφτεί σαν δει τους βασιλικούς ξεριζωμένους; Πώς μπόρεσες να φερθείς τόσο βάναυσα; Για να πετύχεις τι; Και πες μου τώρα. Οι βασιλικοί θα φταίνε που θα απογοητευτεί για πολλοστή φορά από τη μανούλα ή εγώ που δεν είμαι αντάξιά του;

Ένα παλιό γνωμικό λέει πως «όπου φυτρώνει βασιλικός δε ζει το κακό». Βασιλικούς θα ξαναφυτέψω. Κι αυτό δεν είναι απειλή. Προειδοποίηση είναι. Δεν με νοιάζει τι έχεις περάσει στη ζωή σου, αν αγάπησες, αν αγαπήθηκες, αν ερωτεύτηκες, αν πόνεσες. Άλλωστε το βλέπω, το νιώθω πως είσαι δυστυχισμένη. Δεν θα επιτρέψω όμως η δική σου δυστυχία, οι δικές σου προσδοκίες, επειδή κοιλοπόνεσες για να γεννήσεις, να μολύνουν τη δική μου ευτυχία. Η γυναίκα του Νικήτα είμαι εγώ. Κι η μάνα του εγγονιού σου σε λίγους μήνες θα είμαι εγώ. Σου ζητώ απλά να αγαπήσεις το γιο σου περισσότερο από ότι μισείς εμένα και να διώξεις επιτέλους την θλίψη και την απόγνωση από τα μάτια του κάθε φορά που αντικρίζει μαζί τις δυο γυναίκες της ζωής του. Αν μείνεις να ξέρεις πως όποτε με χρειαστείς θα είμαι εδώ, ακόμα κι αν θες απλώς κάποιον να σου κάνει παρέα κάθε φορά που κάνεις τσιγάρο κρυφά από το Νικήτα. Αν φύγεις, να ξέρεις πως o άντρας μου θα είναι μισός χωρίς εσένα. Δεν είμαι εχθρός σου. Κι επιτέλους δεν με λένε ΑΥΤΗ!».

Σάστισε η κυρά Κούλα. Ντράπηκε που ένα κορίτσι, με τα μισά της χρόνια, της είπε κατάμουτρα αυτό που φοβόταν χρόνια να ομολογήσει στον εαυτό της. Ήταν ανίκανη να αγαπήσει. Δεν ήξερε τι πάει να πει αγάπη. Δεν ήξερε τι πάει να πει ευτυχία. Ο πόνος που είχε μέσα της καταχωνιάσει τόσα χρόνια αποτυπώθηκε σε λίγες λέξεις. «Το μόνο που ήθελα, πίστεψέ με, είναι να μην με ξεχάσει, όπως όλοι οι άλλοι …». Δεν έκλαψε μπροστά στη νύφη της. Κράτησε τα δάκρυά της για αργότερα, όταν για πρώτη φορά στη ζωή της θα έκλαιγε σαν παιδί. Με λυγμούς. Μέχρι που δεν θα της απέμεναν άλλα δάκρυα στα μάτια. Μέχρι ο λυγμός να γίνει τραγούδι. Το τραγούδι που της σιγοτραγουδούσε χρόνια πριν ο δικός της Νικήτας, ο πρώτος και τελευταίος έρωτάς της, προτού τον εγκαταλείψει οριστικά αποδεχόμενη τη βούληση των γονιών της.

«Τι σου λέει η μάνα σου για μένα;
Κι όλο με κοιτάς με μάτια δακρυσμένα.
Θέλει μ’ άλλονε να κουβεντιάζεις
και εμένα πια να με ξεχάσεις.
Και εμένα θέλει πια να με ξεχάσεις…»

……

Η Ευγενία χάιδεψε για τελευταία φορά τους βασιλικούς κι ύστερα πιάνοντας την πεντάχρονη Βασιλική από το χέρι κατευθύνθηκε προς την έξοδο του κοιμητηρίου. «Η γιαγιά μου έλεγε πως ο βασιλικός για να μυρίσει αρκεί να τον χαϊδέψεις. Η γιαγιά σου πρόσθετε γελώντας “Και για να μοσχοβολήσει, να τον ταρακουνήσεις”».