Φθινόπωρο. Τα φύλλα άρχισαν ήδη να πέφτουν και τα πρωτοβρόχια να κάνουν δειλά δειλά τις πρώτες εμφανίσεις τους. Τα σχολεία άνοιξαν και τα μαγαζιά γέμισαν με ξυλομπογιές, τετράδια, μαρκαδόρους και κάθε λογής χαρτόνια σε πολλά όμορφα χρώματα. Το μεγάλο βιβλιοπωλείο απέναντι από το Δημοτικό σχολείο κάθε μέρα γέμιζε με παιδικές φωνές και γέλια. Πέρα από τα σχολικά είδη υπήρχε ένα όμορφο μπλε ράφι στο οποίο φέτος ο βιβλιοπώλης αποφάσισε να τοποθετήσει παιδικές ομπρέλες.
Μα τι ωραίο που έδειχνε εκείνο το ράφι, η κάθε ομπρέλα είχε πάνω της και από ένα διαφορετικό σχέδιο.

Άλλες είχαν σούπερ ήρωες, άλλες λουλούδια, άλλες πριγκίπισσες. Θα έλεγε κανείς πως τούτο το ράφι ήταν βγαλμένο από παραμύθι. Τα παιδιά ενθουσιάζονταν καθώς τις έβλεπαν, και οι ομπρέλες χαμογελούσαν η μία στην άλλη και διασκέδαζαν με τον ενθουσιασμό των παιδιών. «Μα τι ωραία που περνάμε, χαρίζουμε χαμόγελα και σιγά σιγά θα γίνουμε η προστασία κάποιου παιδιού από την βροχούλα.» έλεγαν μεταξύ τους χαρούμενες.

Μόνο μια ομπρέλα δεν έδειχνε να συμμετέχει στην εύθυμη ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Καθόταν εκεί αμίλητη στο ράφι και δεν είχε χαμογελάσει ούτε μια φορά. Ακόμα και όταν κάποιο παιδί την πλησίαζε εκείνη κατέβαζε μούτρα και δεν άνοιγε. Ο βιβλιοπώλης στην αρχή νόμισε πως η ομπρέλα ήταν χαλασμένη και πάνω που ετοιμαζόταν να την βγάλει από το ράφι, την άκουσε να μονολογεί. Εκείνη νομίζοντας ότι δεν την ακούει κανείς ψιθύριζε παραπονεμένα. «Δεν ξέρω γιατί γεννήθηκα ομπρέλα, δεν μου αρέσει η βροχή μου αρέσει ο ήλιος. Το Φθινόπωρο δεν είναι ωραίο σαν το Καλοκαίρι, οι αστραπές και τα μπουμπουνητά καμιά φορά με τρομάζουν. Έτσι αποφάσισα πως δεν θα ανοίξω. Όλη μου την δύναμη θα βάζω και θα μείνω κλειστή, κανένα παιδί να μην με πάρει μαζί του»

Μα τι έκπληξη σκέφτηκε ο βιβλιοπώλης, μια ομπρέλα που δεν της αρέσει η βροχή! Κάτι πρέπει να κάνω σκέφτηκε καθώς έξυσε το κεφάλι μήπως κάποια ιδέα κατέβαινε πιο γρήγορα. Μετά από λίγη ώρα τα μάτια του άστραψαν. «Αυτό είναι, το βρήκα» είπε δυνατά και πλησίασε την ομπρέλα που τον κοιτούσε με απορία.
-Γεια σου, άθελά μου σε άκουσα να μιλάς και να λες πως δεν σου αρέσει η βροχή και το Φθινόπωρο.
– Καλά ακούσατε κύριε βιβλιοπώλη. Δεν θέλω να είμαι ομπρέλα, γιατί δεν μου αρέσει η δουλειά μου. Μακάρι να είχα γεννηθεί ξύστρα η μαρκαδόρος η ακόμα καλύτερα να ήμουν ομπρέλα θαλάσσης. Από αυτές τις μεγάλες που είναι στα ακρογιάλια δίπλα από την θάλασσα και τις λούζουν οι αχτίδες του όμορφου και λαμπερού ηλίου, χωρίς να χρειάζεται να βλέπω σύννεφα, αστραπές και να γίνομαι μούσκεμα από την βροχή.

– Μάλιστα κατάλαβα τον προβληματισμό σου και έτσι σου έχω μια πρόταση που πιστεύω ότι είναι η πιο δίκαιη και για εσένα και για εμένα. Άσε με να σε πάρω μια εβδομάδα σπίτι μου, ο 12χρονος γιος είναι σαν εσένα. Δεν του αρέσει η βροχή και αγαπάει μόνο το Καλοκαίρι. Μπορείς λοιπόν να του κάνεις παρέα για λίγο και μετά σου υπόσχομαι πως θα σε βγάλω από το ράφι και θα σε αφήσω στην ησυχία σου. Η εβδομάδα προβλέπεται βροχερή εξάλλου. Δοκιμή θα είναι και μετά θα κρατήσω την υπόσχεση μου.
Η ομπρέλα σκέφτηκε για λίγο χωρίς να μιλά.
– Εντάξει δέχομαι, εξάλλου μια εβδομάδα είναι θα περάσει μετά δεν θα χρειάζεται να κάθομαι σε αυτό το μπλε ράφι παρέα με τις άλλες χαρούμενες ομπρέλες.

Έτσι λοιπόν η ομπρέλα μας, βρέθηκε στο παιδικό δωμάτιο του μικρού Μάρκου. Όταν του την έδωσε ο μπαμπάς του, το παιδί δεν έδειξε να χαίρεται ιδιαίτερα. Την πήρε απρόθυμα και την τοποθέτησε σε μια γωνιά του δωματίου του. Το βράδυ όταν ξάπλωσε για ύπνο παρατήρησε από το παράθυρο ότι άρχισε μια ελαφριά βροχούλα.
Ο ήλιος ξύπνησε το πρωί αλλά σύννεφα τον έκρυβαν και έριχναν χοντρές σταγόνες βροχής. Ο Μάρκος ντύθηκε γρήγορα για το σχολείο, και πριν κατέβει για πρωινό άκουσε τον μπαμπά του να του υπενθυμίζει να πάρει μαζί την καινούργια του ομπρέλα.
Ούτε εμένα μου αρέσει όλο αυτό -είπε η ομπρέλα στον Μάρκο καθώς έβγαιναν από το σπίτι- αλλά για να απαλλαγούμε ο ένας από τον άλλον γρήγορα πρέπει να συνεργαστούμε. Πάτα το κουμπάκι για να ανοίξω και ας ξεκινήσουμε.

Η ομπρέλα άνοιξε για πρώτη φορά, το σχολείο απείχε περίπου πέντε λεπτά. Οι ψιχάλες έπεφταν επάνω της ενώ που και που ακουγόταν και κάποιο μπουμπουνητό. Ο Μάρκος άρχισε να την κρατάει λίγο πιο σφιχτά και εκείνη προσπαθούσε να ανοίξει όσο γίνεται καλύτερα ώστε να μην βραχεί το παιδί. Ούτε η ίδια καταλάβαινε γιατί το έκανε αυτό.

Η εβδομάδα συνεχίστηκε βροχερή, κάθε μέρα η ίδια διαδικασία και η ίδια διαδρομή σχολείο – σπίτι και το αντίστροφο. Είχαν περάσει έξι ημέρες όταν ένα απόγευμα ο Μάρκος ρώτησε την ομπρέλα.
– Γιατί κάθε μέρα τεντώνεσαι όλο και πιο πολύ; Νομίζεις ότι δεν το παρατήρησα; Στην αρχή ήσουν μαζεμένη και τρόμαζες σε κάθε βροντή, τώρα όμως δεν σε βλέπω να φοβάσαι και τόσο. Ίσα ίσα αν δεν κάνω λάθος προχτές σε άκουσα να κρυφογελάς όταν σε άνοιξα και έκανα σβούρες γύρω από την βροχή.
– Το ίδιο ήθελα να ρωτήσω και εγώ εσένα -απάντησε η ομπρέλα-, την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ με κρατούσες σφιχτά σχεδόν τρομαγμένα οπότε δυνάμωνε η βροχή, με έσφιγγες με όλη σου την δύναμη σε κάθε μπουμπουνητό. Αντιθέτως όμως τις τελευταίες μέρες με κρατάς απαλά, τις προάλλες μάλιστα σιγοτραγουδούσες καθώς γυρίζαμε από το σχολείο, και δεν έδειχνες να φοβάσαι πια.
– Ναι όταν έχεις παρέα όλα είναι πιο όμορφα. Μπορεί να μην ήθελα να το παραδεχτώ αλλά τελικά η βροχή δεν είναι τόσο χάλια όσο νόμιζα, και είχα και εσένα να με καλύπτεις οπότε ήταν πιο εύκολο. Μην σου πω ότι κάποιες φορές το διασκέδασα κιόλας όταν πλατσούριζα με τις γαλότσες μου στα μικρά ποταμάκια στον δρόμο.
– Να σου πω ένα μυστικό Μάρκο; Ίσως μου άρεσε και εμένα κάπως η παρέα μας. Τι λες; Πάμε μια βόλτα στο τετράγωνο γιατί αύριο η εβδομάδα τελειώνει και θα πρέπει να φύγω.

Ο Μάρκος και η ομπρέλα πέρασαν ένα όμορφο απόγευμα, έκαναν έναν μεγάλο γύρο του τετραγώνου, γέλασαν με την ψυχή τους έπαιξαν με την βροχή και ακόμα και οι βροντές δεν έμοιαζαν πλέον τρομακτικές. Η ομπρέλα άνοιγε όσο μπορούσε περισσότερο ενώ ο Μάρκος την σήκωνε ψηλά για να την γαργαλήσει η βροχή.

– Αφού περνάμε καλά γιατί πρέπει να φύγεις αύριο;
Ρώτησε ο Μάρκος με εμφανή απορία στα μάτια του.
– Νόμιζα ότι δεν με ήθελες. Αλλά έχεις δίκιο περνάμε τόσο όμορφα λέω λοιπόν να κάτσω.

Ο Μάρκος και η ομπρέλα δίδαξαν ο ένας στον άλλον πολλά πράγματα. Χάρη σε εκείνη δεν φοβάται πια την βροχή ούτε καν την καταιγίδα γιατί ξέρει πως η ομπρέλα θα τον προστατεύει.
Χάρη στον Μάρκο η ομπρέλα κατάλαβε πόσο σημαντική είναι η δουλειά της και πόσο πολύ της άρεσε να ξέρει ότι είναι χρήσιμη, αγάπησε την βροχή και το Φθινόπωρο.

Και οι δύο κατάλαβαν πως όλες οι εποχές έχουν την δική τους ομορφιά, πως όταν υπάρχει συνεργασία όλα είναι πιο εύκολα και πως δεν πρέπει να βγάζουμε συμπεράσματα με την πρώτη δυσκολία. Μαζί λοιπόν εκεί στην αυλή έβλεπαν το πελώριο και πανέμορφο ουράνιο τόξο να απλώνεται στον ουρανό.

«Το Καλοκαίρι θα σε παίρνω μαζί μου και στην παραλία» είπε με ένα γλυκό χαμόγελο ο Μάρκος. Ενώ η άλλοτε κλειστή ομπρέλα πλέον έλαμπε γεμάτη μικρές σταγονίτσες που φωσφόριζαν κάτω από τον ήλιο που έβγαινε σιγά σιγά από τα σύννεφα.