Η Στέλλα ξύπνησε. Πρώτα άκουσε τις κραυγές και μετά ένιωσε τη ζέστη που την είχε τυλίξει. Κρατώντας σφιχτά στα χέρια της τον Αρκούδο της, φόρεσε τις σαγιονάρες της και περπάτησε.
Το δωμάτιό της φωτιζόταν από ένα φως στο ταβάνι που σχημάτιζε σκιές μαγισσών, ζώων κ.ά. Τη γαλήνευε, ήταν ακριβώς τόσο αχνό και τόσο μαγικό όσο χρειαζόταν για να χαλαρώσει και να κλείσει τα μάτια της και να κοιμηθεί. Ήταν μεγάλη γι’ αυτά, σύμφωνα με τους γονείς της, όπως και για να έχει ακόμα τον Αρκούδο. Αλλά η Στέλλα επέμενε.
Πριν βγει στο διάδρομο του σπιτιού, είδε κάτι να λάμπει, την άκρη μιας πολύ μεγάλης πηγής φωτός. Μύρισε κάτι να καίγεται. Η Στέλλα άκουγε τώρα τη Μαμά να κλαίει και τον Μπαμπά να παρακαλάει. Αλλά αδύναμα, σαν να ψιθύριζε. Ύστερα, ακουγόταν μόνο η Μαμά.
«Μαμά; Μπαμπά;» φώναξε η Στέλλα. Δεν πήρε απάντηση. Αλλά άκουσε ένα ουρλιαχτό, ένα εκκωφαντικό «ΟΧΙ». Ένιωθε τα δάκρυά της να φεύγουν από τα μάτια της. Η καρδιά της χτυπούσε με δύναμη.
Όταν στράφηκε προς την κρεβατοκάμαρα των γονιών της, αναγκάστηκε να καλύψει τα μάτια της. Από τα κενά ανάμεσα στα δάχτυλά της, είδε. Είδε έναν Κίτρινο Άνθρωπο. Ένα σώμα που παλλόταν και που έφεγγε. Από κάτω του άφηνε μαυρισμένα χνάρια. Τα έπιπλα διαλύονταν. Είδε απομεινάρια από φωτογραφίες. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας είχε λιώσει.
Η Στέλλα είδε και κάτι άλλο, πεσμένο στο πάτωμα. Λίγα μέτρα πιο μπροστά από το Κίτρινο Άνθρωπο. Ήταν ένα ακίνητο κορμί, αγνώριστο από τη φθορά που υπέστη. Αλλά εκείνη ήξερε.
«Μπαμπά;» ψέλλισε.
Τότε ο Κίτρινος Άνθρωπος γύρισε. Είχε δύο κόκκινα μάτια και ένα κόκκινο στόμα που χαμογελούσε. Τα χέρια του απλωμένα, σαν να περίμενε να αγκαλιάσει το παιδί του.
«Στέλλα», ακούστηκε η φωνή της Μαμάς. «Φύγε! Φύγε!»
Ο Κίτρινος Άνθρωπος στράφηκε πάλι προς την Μαμά. Η Στέλλα δεν μπορούσε να τη δει, μα ήταν εκεί, το ήξερε. Και… της έλεγε να φύγει. Μακριά από τον Κίτρινο Άνθρωπο. Ο οποίος σκότωσε…
Η Στέλλα έκλαψε. Οι φωνές της Μαμάς συνεχίστηκαν για μερικά δευτερόλεπτα, αλλά τελικά σίγησαν.
Ο Αρκούδος αναρίγησε στην αγκαλιά της. Είπε στη Στέλλα πως έπρεπε να φύγουν. Το είχε πει η Μαμά.
Κι η Στέλλα πράγματι έτρεξε. Πέρασε γρήγορα έξω από την κρεβατοκάμαρα, χωρίς να κοιτάξει, και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Δεν υπήρχε πόρτα, ενώ η κουζίνα κάπνιζε και είχε μαυρίσει, τα πάντα κατεστραμμένα.
Βγήκε έξω, στο σκοτάδι. Σταμάτησε. Καπνοί υψώνονταν γύρω της. Το δάσος έμοιαζε να χάνεται. Φωνές ανθρώπων, σειρήνες οχημάτων. Κλάματα και κραυγές, επίμονα κορναρίσματα.
Και από παντού, από τις στάχτες, αποκαλύπτονταν Κίτρινοι Άνθρωποι. Χαμογελαστοί. Περικύκλωναν τη Στέλλα. Ό,τι ακουμπούσαν ξεχνιόταν. Τίποτα δεν τους σταματούσε. Έμοιαζαν σαν να τους ανήκε η πλάση. Σαν να έκαναν όχι απλά μια αγγαρεία, αλλά λες και το ευχαριστιόντουσαν να προκαλούν πόνο και δυστυχία.
Η Στέλλα ακούμπησε στο κεφάλι του Αρκούδου και κάθισε ανακούρκουδα στο έδαφος. Έκλαιγαν και οι δύο. Η Μαμά και ο Μπαμπάς… είχαν πεθάνει. Ήταν μόνοι τους τώρα.
Μόνοι μαζί με τους Κίτρινους Ανθρώπους με τα κόκκινα μάτια και το κόκκινο στόμα.
Ένιωθαν τη ζέστη να πλησιάζει. Έβηξαν. Τα πνευμόνια της Στέλλας και του Αρκούδου άρχισαν να γεμίζουν με δηλητηριώδες καπνό. Η Στέλλα είχε την παρατεταμένη παρόρμηση να πιάσει το λαιμό της και να κάνει εμετό, αλλά δεν ήθελε να αφήσει τον Αρκούδο. Κι αυτός της επέμενε να μην χωρίσουν, να μείνουν μαζί.
Και οι Κίτρινοι Άνθρωποι πλησίαζαν. Τότε μόνο η Στέλλα συνειδητοποίησε πως δεν μιλούσαν, δεν γελούσαν δυνατά. Δεν κραύγαζαν από τη χαρά τους. Ήταν αμίλητοι, άφηναν τα έργα τους να κάνουν σαματά. Οι φωτιές τους που δεν λογάριαζαν το παραμικρό, που δεν έβρισκαν αντίσταση από πουθενά. Ο αέρας ήταν σύμμαχός των Κίτρινων Ανθρώπων και σιγοντάριζε το θανατηφόρο έργο τους.
Η Στέλλα σήκωσε το πονεμένο βλέμμα της για μια στιγμή, όταν αντιλήφθηκε κάτι να στέκεται πίσω της. Πλέον είχε συνηθίσει το τρομαχτικό φως των Κίτρινων Ανθρώπων κι έτσι είδε αυτόν που είχε μπει στο σπίτι της και είχε σκοτώσει τους γονείς της. Ορθωνόταν πάνω από το έδαφος και την κοιτούσε. Η ζέστη του την έκανε να ιδρώνει ασύστολα και να φοβάται τη ζωή. Ο Αρκούδος δεν άντεχε καν να δει αυτό το φονιά.
Η Στέλλα είδε τα χέρια του Κίτρινου Ανθρώπου να ανοίγουν και τα πόδια του να λυγίζουν.
Ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε.
Μετά ένιωσε κάτι να πέφτει στο πρόσωπό της. Και μετά κάτι ακόμα. Παραξενεύτηκε και τόλμησε να ανοίξει τα μάτια της.
Η φιγούρα του Κίτρινου Ανθρώπου ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε… πριν αυτός σβηστεί από τις σταγόνες. Πριν κάτι ορμητικό και άχρωμο τον χτυπήσει σαν αστραπή από λευκή κιμωλία. Μετά ήρθαν κι άλλες τέτοιες αστραπές και ο Κίτρινος Άνθρωπος δεν υπήρχε πλέον.
Η Στέλλα άκουσε τον ήχο που έβγαζαν οι μάνικες της πυροσβεστικής. Είδε σκουρόχρωμες στολές και άντρες και γυναίκες με κράνη να την πλησιάζουν γοργά. Ο Αρκούδος αναθάρρησε και η Στέλλα ένιωσε την αναπνοή του να επανέρχεται.
Μια κοπέλα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο, λερωμένο, έσκυψε και την έπιασε στην αγκαλιά της. Χαμογέλασε στη Στέλλα, τα ανοιχτόχρωμα μάτια της γεμάτα ελπίδα. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, σαν της Μαμάς, και ξεχύνονταν κάτω από το κράνος της σαν χαίτη λιονταριού.
«Πώς σε λένε, μικρή μου;» ρώτησε.
«Στέλλα. Κι αυτός είναι ο Αρκούδος». Γύρισε τον Αρκούδο ώστε να δει κι αυτός τη σωτήρα τους.
«Γεια σου, Αρκούδε», είπε η γυναίκα και του χάιδεψε τη μύτη. «Με λένε Άννα».
«Η Μαμά και ο Μπαμπάς είναι μέσα στο σπίτι», είπε η Στέλλα.
Η Άννα ένευσε. «Εντάξει, Στέλλα». Ενημέρωσε τους συναδέλφους της, πριν στραφεί ξανά προς εκείνη και τον Αρκούδο. «Θα σας πάρω από δω, ναι; Θα πάμε σε ένα γήπεδο εδώ πιο πέρα».
«Θα έχει Κίτρινους Ανθρώπους;»
Η Άννα ένευσε αρνητικά. «Όχι».
Η Στέλλα δεν μίλησε. Πέρασε τα χέρια της και τον Αρκούδο γύρω από τους ώμους της Άννας και ακούμπησε το κεφάλι της στον αριστερό ώμο. Ένιωθε την καρδιά της Άννας να χτυπάει δυνατά κι αυτό την ανακούφισε.
Δεν είδε άλλους Κίτρινους Ανθρώπους.
Τώρα περίμενε μαζί με άλλα παιδιά και μεγάλους στο γήπεδο. Της είχαν δώσει νερό και την είχαν τυλίξει με ένα σεντόνι. Η Άννα είχε μείνει μαζί της για λίγο, όμως την κάλεσαν από τον ασύρματο και αναγκάστηκε να φύγει, υποσχόμενη να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Η Στέλλα είδε τον κόσμο γύρω της. Καταλάβαινε πως κι αυτοί είχαν συναντήσει τους Κίτρινους Ανθρώπους. Ήταν δυστυχισμένοι και κουρασμένοι, μα συνέχιζαν. Κινούνταν. Έτρεχαν. Έτρωγαν. Συζητούσαν και… ναι, γελούσαν κάπου-κάπου. Οι αστυνομικοί πιο πέρα και οι εθελοντές μοίραζαν τρόφιμα και ρούχα και λόγια. Και αγκαλιές.
Θυμήθηκε τη Μαμά και το Μπαμπά. Έκλαψε ξανά. Ψιθύρισε τα ονόματά τους.
Στέλλα.
Κοίταξε τον Αρκούδο, που της είχε μιλήσει.
Στα καφετιά μάτια είδε τους γονείς της. Δεξιά ο Μπαμπάς. Αριστερά η Μαμά.
Είναι εδώ, Στέλλα.

 

*Η ιστορία αφιερώνεται στους πληγέντες από τις φωτιές στην Ανατολική Αττική, σε όσους χάθηκαν, σε όσους επιβίωσαν και σε όσους βοήθησαν έμπρακτα για να μη χαθούν όλοι και όλα.