Έχεις ποτέ θολώσει καθρέφτη με την ανάσα σου; Μην το κάνεις…

—-

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2001. Ημέρα γενικής απογραφής πληθυσμού και κατοικιών. Η εικοσάχρονη Ασημίνα είχε βγει από τις 8.30 το πρωί στις γειτονιές του Παγκρατίου κρατώντας στα χέρια της πράσινους φακέλους με δελτία απογραφής, και παρόλο που η ώρα είχε πάει ήδη 10 παρά, δεν είχε ακόμα τελειώσει. Η εντολή από τον τομεάρχη ήταν μία. «Η απογραφή θα συνεχιστεί μέχρι να απογραφεί και ο τελευταίος πολίτης».

Αν και από ώρα ένιωθε τα πόδια της να λυγίζουν από την ορθοστασία, σαν είδε στον κατάλογο των κτιρίων της περιοχής που είχε αναλάβει πως έμενε ακόμα μια οικεία προς απογραφή, αναθάρρησε. Ίσιωσε το καρφιτσωμένο στη ζακέτα της καρτελάκι που έγραφε «Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος – ΓΕΝΙΚΕΣ
ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ – 18 Μαρτίου 2001» και χτύπησε αποφασιστικά το κουδούνι, ελπίζοντας αυτή τη φορά να της άνοιγε ένας λιγότερο δύστροπος πολίτης. Ήταν ήδη αρκετά ζαλισμένη για να τα βγάλει πέρα με οποιαδήποτε γκρίνια ή άρνηση απογραφής, και κυρίως δεν είχε καμία διάθεση να καθυστερήσει στο ραντεβού της με τον Δημήτρη, το βοηθό της καθηγήτριας Λαογραφίας που μήνες πολιορκούσε. Δεν πέρασαν δύο λεπτά και η βαριά ξύλινη πόρτα του νεοκλασικού διώροφου – με την ξεθωριασμένη όψη – άνοιξε.

«Καλησπέρα σας! Είμαι απογραφέας της ΕΛΣΤΑΤ. Θα μπορούσα να περάσω;»
«Παρακαλώ. Δώστε μου μονάχα ένα λεπτό», απάντησε αδιάφορα η γυναίκα που στεκόταν απέναντί της, παραμερίζοντας για να περάσει. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου αναρωτήθηκε ποια να ήταν αυτή η γυναίκα με τα βαθυγάλανα πυρακτωμένα μάτια, που ήταν σίγουρη ότι όποιος τα είχε αντικρίσει δεν θα τα είχε ξεχάσει ποτέ. Στάθηκε δίπλα στο ξύλινο σεκρετέρ που βρισκόταν στη είσοδο του σπιτιού και έριξε μια κλεφτή ματιά στη γυναίκα, που κατευθυνόταν προς το σαλόνι. Αν και το φως ήταν χαμηλωμένο, ήταν αρκετό για να τη δει να σκεπάζει τον επιβλητικό σκαλιστό καθρέφτη, με ένα πανί που έμοιαζε με σεντόνι. Στο μυαλό της ήχησαν τα λόγια του Δημήτρη. «Σε πολλά μέρη του κόσμου, ακόμα και στην Ελλάδα, καλύπτουν τους καθρέφτες στο σπίτι του θανόντος για 30 ημέρες, έχοντας την πεποίθηση ότι μέσω των καθρεφτών η ψυχή των νεκρών μπορεί να σε τραβήξει μαζί της στην άλλη πλευρά».

«Μπορείτε να περάσετε δεσποινίς», μια διαπεραστική φωνή διέκοψε τις σκέψεις της. «Μονάχα με ενοχλεί το δυνατό φως. Ελπίζω να μην σας πειράζει», είπε η γυναίκα ανάβοντας δύο ακόμα κεριά. Πόσο όμορφη ήταν. Το λευκό της δέρμα, το σχεδόν διάφανο, τα πυρόξανθα κοντά μαλλιά της, ακόμα και το φινετσάτο ντύσιμό της – μια απλή ζακέτα πάνω από ένα άσπρο πουκάμισο και ένα μπεζ παντελόνι σε αντρική γραμμή – θύμιζαν την Grace Kelly.
Η Ασημίνα προχώρησε στο σαλόνι κι έκατσε στο μεγάλο σμαραγδί βελούδινο καναπέ που ταίριαζε απόλυτα με τη σκούρα πράσινη ταπετσαρία, κοιτώντας παράλληλα με δέος τριγύρω της τα βαριά έπιπλα και τα μπρούτζινα κηροπήγια που κοσμούσαν τους τοίχους. Για μια στιγμή η ματιά της στάθηκε στον σκεπασμένο καθρέφτη αλλά μην έχοντας χρόνο άνοιξε τον πράσινο φάκελό της και τράβηξε από μέσα ένα δελτίο.

Για τα επόμενα πέντε λεπτά η Ασημίνα ανέλαβε το ρόλο της απογραφέα. Η Άννα Π. ζούσε ολομόναχη στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, από τότε που έχασε το σύζυγο και τις δίδυμες κόρες της, για να είναι κοντά τους, όπως αποκάλυψε. «Ακαριαίος θάνατος. Δεν κατάλαβαν τίποτα. Αλλά ένας ξαφνικός θάνατος δεν χωνεύεται εύκολα. Δεν νομίζετε;». Πόσο άτυχη σκέφτηκε η Ασημίνα και έσπευσε να συμπληρώσει τη βεβαίωση απογραφής, όταν ακούστηκαν ξαφνικά παιδικά γέλια και φωνές.
«Είπατε πως μένετε μόνη σας» χαμογέλασε η Ασημίνα αμήχανα.
«Μόνη μου μένω».
«Μα άκουσα φωνές».
«Και η Ζαν Ντ’ Αρκ άκουγε φωνές αλλά δεν θέλετε να μάθετε το τέλος της», απάντησε η Άννα ρίχνοντας της ένα αιχμηρό βλέμμα.
«Θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» ρώτησε η Ασημίνα, νιώθοντας ξαφνικά το στόμα της να στεγνώνει.
«Μόνο ένα», απάντησε κοφτά η Άννα και βγήκε από το δωμάτιο.

Η Ασημίνα κοίταξε το ρολόι της. Είχε πάει ήδη 10.15. Δεν θα προλάβαινε να γυρίσει σπίτι να ετοιμαστεί. Άνοιξε βιαστικά την τσάντα της και έβγαλε ένα κραγιόν. Στάθηκε μπροστά στον σκεπασμένο καθρέφτη και τράβηξε την άκρη του σεντονιού. Ένας θαμπός καθρέφτης, γεμάτος μαύρες και καφέ κηλίδες, αποκαλύφθηκε μπροστά της. Πλησίασε το πρόσωπό της πιο κοντά στην θολή επιφάνειά του για να διορθώσει το μακιγιάζ της, αλλά ένα αίσθημα βαριάς και αποπνικτικής κλεισούρας, μια μυρωδιά μούχλας, την σταμάτησε για δευτερόλεπτα. Το σανιδένιο πάτωμα έτριξε πίσω της κι ένιωσε κάποιον να την πλησιάζει.
«Νομίζω πως τελειώσαμε δεσποινίς», αντήχησε η φωνή της Άννας, υπερβολικά δυνατή για τη νεκρική ησυχία που επικρατούσε στο δωμάτιο, προσφέροντας παράλληλα στην Ασημίνα το νερό που είχε ζητήσει.
«Ναι, βεβαίως», απάντησε δειλά η Ασημίνα, βλέποντας ξαφνικά την Άννα να στέκεται μπροστά της με μια όψη κάτωχρη και για απροσδιόριστο λόγο θυμωμένη. Έτεινε το χέρι της να πάρει το ποτήρι, όταν τρεχαλητά ακούστηκαν στις σκάλες κι ένας δυνατός γδούπος, σαν κάποιος να είχε πέσει άτσαλα στο πάνω πάτωμα.
«Με συγχωρείτε μισό λεπτό» είπε βιαστικά η Άννα και έτρεξε ταραγμένη προς την σκάλα.
Η Ασημίνα για μια στιγμή δίστασε, αλλά μην χάνοντας χρόνο άνοιξε την τσάντα της, πήρε ένα καθρεφτάκι και άνοιξε το κραγιόν της, όταν ένας συνεχόμενος θόρυβος, σαν κάποιος να χτυπούσε το καθρέφτη με σφυρί, απέσπασε την προσοχή της. «Τι είναι αυτό πάλι;» αναρωτήθηκε. Με γοργά βήματα διέσχισε το δωμάτιο, πλησίασε τον καθρέφτη, και κόλλησε το αυτί της στη θαμπή επιφάνειά του. Σιγή… «Ιδέα μου θα ήταν!» μονολόγησε. Έκανε ένα βήμα πίσω, κοίταξε τον καθρέφτη, πήρε μια βαθιά ανάσα, και σαν να είχε μπροστά της ένα αναμμένο κερί φύσηξε απαλά. Χωρίς να απομακρύνει το πρόσωπό της καθάρισε την άχνα της ανάσας της με την παλάμη της, και τότε… Αντί να αντικρύσει το είδωλό της στον καθρέφτη, μια παιδική και συνάμα απόκοσμη φωνούλα ακούστηκε, και τέσσερα διαπεραστικά μάτια καρφώθηκαν πάνω της.
«Θέλεις να παίξουμε;»

Η αναπνοή της κόπηκε. Το κορμί της άρχισε να τρέμει. Σταγόνες ιδρώτα κύλησαν στο μέτωπό της, και τέσσερα χέρια ένιωσε να τη σφίγγουν, καθηλώνοντας της μπροστά στον καθρέφτη, ανίκανη να αντιδράσει, να τρέξει μακριά. Δυο παιδικά πρόσωπα. Τέσσερα μάτια. Τέσσερα χέρια.
«ΒΟΗΘΕΙΑ!» ούρλιαξε η Ασημίνα, κυριευμένη από απελπισία, και το φως άναψε απότομα.
«Φοβάμαι πως είναι πολύ αργά δεσποινίς για να κυκλοφορείτε μόνη σε ξένα σπίτια. Δεν νομίζετε;» ακούστηκε μια γνώριμη φωνή πίσω της.
Μέσα στην απέραντη βουβαμάρα της στιγμής, και με όση λογική της είχε απομείνει η Ασημίνα πήρε βαθιά ανάσα και γύρισε το κεφάλι της. Είδε την Άννα να στέκεται μπροστά της ατάραχη, χαμογελαστή, σαν να ανακουφίστηκε ξαφνικά από ότι την είχε ταράξει λίγη ώρα πριν. Και τότε μαύρισαν όλα…

—–

Η Ασημίνα δεν θυμάται πως βρέθηκε να κάθεται στη στάση του λεωφορείου. Θυμάται όμως πολύ καλά τα λόγια της αλλόκοτης εκείνης γυναίκας, κάθε φορά που κοιτάζει το είδωλό της στον καθρέφτη, κι ας μην είναι βέβαιη πλέον για ό,τι έζησε το βράδυ της 18ης Μαρτίου στο νεοκλασικό του Παγκρατίου.

«Κάθε φορά που εκπνέεις, ένα κομμάτι της ψυχής σου δραπετεύει για λίγο, μέχρι να εισπνεύσεις ξανά κι εκείνο να επιστρέψει εκεί που ανήκει, προτού προλάβει κάποιος άλλος να το ρουφήξει. Κάθε φορά που θολώνεις έναν καθρέφτη με την ανάσα σου, δεν ξέρεις ποιος είναι εκεί… Κάθε φορά που θολώνεις έναν καθρέφτη με την ανάσα σου, δεν ξέρεις κι αν θα είναι η τελευταία σου…».