Η πρώτη μας φορά! Αυτή που όλοι μας έχουμε εξυμνήσει. Αυτή που όλοι μας γι’ αυτήν έχουμε μιλήσει. Πρώτη φορά στον έρωτα, στο φιλί, στο χάδι, στην θάλασσα. Πρώτη φορά νύφη, μάνα, θεία, γιαγιά. Πρώτη φορά στην δουλειά, στο σχολείο, στην κατασκήνωση, πρώτες διακοπές, πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο, πρώτη προαγωγή, πρώτη νίκη, ακόμα και πρώτη ήττα. Στο μυαλό όλων μας υπάρχουν χαραγμένες ένας σωρός από πρώτες φορές. Το νούμερο «1” βρίσκεται παντού στα κουτάκια του εγκεφάλου μας.

Αλλά τι γίνεται με την τελευταία φορά; Πολλές από τις τελευταίες μας φορές για κάτι το γνωρίζαμε πως θα ήταν τέτοιες. Υπάρχουν όμως άλλες τόσες κι άλλο τόσο δυνατές που δεν είχαμε ιδέα πως θα ήταν έτσι. Που δεν γνωρίζαμε πως δεν θα υπήρχε συνέχεια. Που το τέλος γραφόταν ενώ το αγνοούσαμε και δεν ήταν καθόλου στο χέρι μας να το αλλάξουμε. Και ενδεχομένως δεν είναι όλες τόσο επώδυνες, μπορεί να ήταν και λυτρωτικές κάποιες από αυτές, όμως κάποιες φορές θα ήθελες άλλο λίγο ακόμα να κρατούσε. Αυτό το λίγο ακόμα που λένε τα παιδάκια όταν περνούν καλά. Ή έστω να το ήξερες κι ας μην άλλαζε κάτι.

Ήταν Κυριακή, 10 Ιουνίου του 2001. Είχα ξενυχτήσει πλάι στην μητέρα μου στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό. Εκείνο το πρωί ήταν η τελευταία κουβέντα που είχα μαζί της. Κάναμε το τελευταίο μας τσιγάρο κρυφά στην τουαλέτα του δωματίου. Έφυγα και δυο ώρες μετά έπεσε σε κώμα. Τρεις μέρες αργότερα έφυγε κι αυτή για πάντα από κοντά μας. Ίσως αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μας στιγμή να μην ξεχνούσα να της πω κάποιες κουβέντες. Ή να έκανα μαζί της ακόμα μία ρουφηξιά από το τσιγάρο μας. Ίσως…

Έχω μια κόρη που κοιμόταν μαζί μας στο ίδιο κρεβάτι μέχρι τα δέκα της σχεδόν. Σωστό ή λάθος μάλλον δεν μας απασχόλησε αρκετά ώστε να προσπαθούμε να το αλλάξουμε. Όμως έτσι απλά και όμορφα μια νύχτα έπαψε να συμβαίνει αυτό συστηματικά. Τώρα έρχεται ακόμα κάποιες φορές που και που μα κι αυτό κάποια στιγμή θα έχει ένα τέλος. Κι ας είναι όμορφο, κι ας είναι σημάδι ενηλικίωσης, κι ας είναι επιλογή της θα είναι κι αυτό μια τελευταία φορά. Μια τελευταία φορά που θα κοιμηθούμε μαζί αγκαλιά και δεν θα με κλοτσήσει ξανά, καλά αυτό δεν θα μου λείψει και τόσο, δεν θα μου ζητήσει να της πιάσω το μάγουλο για να κοιμηθεί. Όπως κάποιο νανούρισμα δεν ειπώθηκε ποτέ ξανά.

Ήμασταν μια παρέα παιδιών στην γειτονιά του σπιτιού που γεννήθηκα και κάθε απόγευμα σχεδόν συναντιόμασταν στην πιλοτή της διπλανής πολυκατοικίας. Παίζαμε, τραγουδούσαμε, μιλούσαμε, μοιραστήκαμε πολλές στιγμές από τα ανέμελα παιδικά μας χρόνια και κάποια μέρα, κάποιο απόγευμα χαιρετηθήκαμε και δεν βρεθήκαμε ποτέ ξανά. Δεν ανανεώθηκε κάποιο ραντεβού, δεν κανονίσαμε τίποτα καινούριο, τίποτα για το αύριο. Μεσολάβησαν οι θερινές διακοπές και κάποιοι από εμάς δεν επέστρεψαν ποτέ εκεί. Εμείς μετακομίσαμε…

Θυμάμαι ποια ήταν η τελευταία φορά που ήπια περισσότερο από ότι αντέχω, που χόρεψα, που τραγούδησα. Έχω στο μυαλό μου την τελευταία φορά που ερωτεύτηκα, που φίλησα, που μίλησα με ανθρώπους που δεν αντίκρισαν τα μάτια μου ξανά κι ας ήθελα πολύ κι ας ήθελαν κι αυτοί. Ξέρω την τελευταία φορά που κοιμήθηκα σ’ ένα κρεβάτι που την επόμενη δεν υπήρχε πια γιατί το πέταξαν και μου το αντικατέστησαν με ένα καινούριο. Έχω στον νου μου την τελευταία φορά που άκουσα φωνές αγαπημένες, που είδα έναν καλλιτέχνη και μετά έπαψε να ζει, που βοήθησα το παιδί μου με τα μαθήματα του, που μαγείρεψα ένα αγαπημένο φαγητό του θείου μου και μετά… Νοσταλγώ την τελευταία φορά που βρέθηκα στο παιδικό παρκάκι κοντά στο σπίτι μου όπου σε κάθε παγκάκι είχα αφήσει αναμνήσεις να υπάρχουν και μετά το γκρέμισαν. Μου αρέσει να θυμάμαι την τελευταία φορά που χιόνισε, που βγήκα στην βροχή και κρύωσα, που περπάτησα στον ήλιο. Δεν είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει κι επόμενη φορά βλέπεις.

Θυμάμαι πολλές τελευταίες φορές ακόμα. Μην σας φανεί περίεργο αλλά επειδή υπέφερα από ημικρανίες θυμάμαι και την τελευταία φορά που είχα αυτόν τον δυνατό κι ενοχλητικό πονοκέφαλο. Κι ενώ όπως είναι φυσικό καθόλου δεν μου λείπει αυτή η κατάσταση επιλέγω να την θυμάμαι για να μην ξεχνώ πόσο σημαντικές και ευκολότερες είναι οι μέρες μου χωρίς αυτόν. Αν ξέραμε πόσες στιγμές θα τελείωναν και θα έμεναν στο παρελθόν και το πότε ακριβώς θα γινόταν αυτό πως θα ήμασταν άραγε? Πως θα συμπεριφερόμασταν? Τι το διαφορετικό θα είχαμε κάνει;

Στο όνομα όλων αυτών των τελευταίων στιγμών, όλων αυτών των τελευταίων κλασμάτων του δευτερολέπτου που δεν επαναλήφθηκαν ποτέ θέλω να ζω το τώρα. Και να φροντίζω όσο μπορώ γι’ αυτό.

Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε έναν πολύ γλυκό άνθρωπο που λίγο καιρό πριν μου είπε πως «δουλεύω” πολύ για τις σχέσεις. Δεν το κάνω για να τις κρατήσω αιώνιες. Το κάνω για να τις έχω όσο πιο δυνατές μπορώ, όσο ισχυρότερες γίνεται. Δεν μπορώ ποτέ να ξέρω ποιο (θα) είναι το τέλος. Είναι φορές που δεν είναι καν ορατή η αρχή. Είναι στο χέρι μου όμως για όσο κρατάει κάτι να το κάνω να έχει δύναμη, ένταση, φωνή κι αισθήσεις. Να του δώσω ανάσα και ζωή. Γεύση, άρωμα, αφή, χρώμα και ήχο. Κι υπόσχομαι αυτό να το κάνω μέχρι την τελευταία στιγμή που θα έχω νου.

Στην μνήμη όλων όσων δεν υπάρχουν πια στην ζωή αλλά πέρασαν από την δική μου και την ενίσχυσαν. Και στην υγεία όσων είναι καλά αλλά για οποιοδήποτε λόγο δεν βρίσκονται πια κοντά μου.

Υ.Γ. Η τελευταία φορά που είδα ζωντανό το πρώτο μου σκυλάκι λίγη ώρα πριν ξεψυχήσει είναι πολύ έντονη σαν εικόνα στο μυαλό μου. Για όσα χάδια τσιγκουνεύτηκα τότε, όση προσοχή δεν έδωσα ενώ του άξιζε και δεν το αποχαιρέτησα ποτέ όπως του έπρεπε κι όπως εγώ το ήθελα. Αυτό με έμαθε να είμαι σπάταλη σε όλα μετά. Να μην ζυγίζω, να μην μετράω, να μην σταματώ.