Ο Άλκης άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και προχώρησε διστακτικά προς τη λίμνη. Εκστασιασμένος στάθηκε μπροστά στο μαγευτικό τοπίο, το οποίο αντίκρισαν τα μάτια του. Η λίμνη Ζαρού απλωνόταν μπροστά του ήρεμη και γαλήνια. Το βλέμμα του προσπαθούσε να εγκλωβίσει κάθε λεπτομέρεια των καταπράσινων βουνών, που περικύκλωναν τη λίμνη, και των καταγάλανων νερών. Αρχές Μαΐου και η φύση άνθιζε. Έτσι ευελπιστούσε να ανθίσει και ο ίδιος, να αναγεννηθεί καταπολεμώντας την φοβία του για το νερό.

Με τη σκέψη αυτή αυτόματα συνειδητοποίησε ότι στεκόταν περίπου πέντε λεπτά μπροστά στη λίμνη και δεν το είχε βάλει στα πόδια. Αυτό και μόνο το γεγονός αποτελούσε τρανταχτή απόδειξη ότι η απόφασή του να πάει σε ψυχολόγο ήταν η καλύτερη που είχε πάρει ποτέ στη ζωή του. Είχε στερηθεί πάρα πολλά εξαιτίας της φοβίας του για το νερό, εκδρομές, μπάνια, αλλά και περιπτώσεις που κάποιος χρειάστηκε βοήθεια μέσα στη θάλασσα και αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήταν καιρός, στα 20 του πλέον, να έρθει αντιμέτωπος με τον φόβο του και να τον νικήσει.

Τυχαία είχε δει τη φωτοτυπία με τις πληροφορίες για τον κύριο Νικολάου, ειδικό ψυχολόγο για την αντιμετώπιση των φοβιών, στον πίνακα ανακοινώσεων της σχολής του. Βέβαια, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διευκρίνιση ότι γίνονται ειδικές τιμές για φοιτητές. Τα 15 ευρώ για κάθε συνεδρία και η υπόσχεση ότι ο ασθενής θα αντιμετώπιζε τον φόβο του μέσα σε έξι συνεδρίες (μία συνεδρία την εβδομάδα) ήταν όχι απλά μία λογική τιμή, αλλά σωστή ευκαιρία. Και να που τώρα, 5 εβδομάδες μετά, είχε έρθει η ώρα για την τελευταία συνεδρία. Είχε έρθει η ώρα ο Άλκης να έρθει αντιμέτωπος με τον φόβο του. Να τον κοιτάξει κατάματα και να τον νικήσει.

Το άγγιγμα στον ώμο του, τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ο Νικολάου στεκόταν δίπλα του και κοίταζε και αυτός με θαυμασμό το περιβάλλον.
«Έτοιμος;», τον ρώτησε και κατευθύνθηκαν προς το παγκάκι απέναντι από τη λίμνη.
«Για πες μου, λοιπόν», μίλησε πρώτος ο Νικολάου, «τι σκέφτηκες μόλις αντίκρισες τη λίμνη;».
«Ηρεμία, γαλήνη, δέος μπροστά σε αυτό το θαύμα της φύσης».
«Και η εικόνα από την παιδική σου ηλικία;».
Ο Άλκης γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτος.
«Πραγματικά», είπε συγκλονισμένος, «ούτε για ένα λεπτό δεν ήρθε στο μυαλό μου εκείνη η εφιαλτική εικόνα. Αρχίζει και ξεθωριάζει. Ήμουν, πόσο εφτά ή οχτώ χρονών, όταν σε κάποιες διακοπές παραλίγο να πνιγώ».
«Για συνέχισε», τον παρότρυνε ο Νικολάου.
«Τι να συνεχίσω. Δεν θυμάμαι και πολλά. Θυμάμαι μόνο ένα κύμα να με κουκουλώνει και μετά σκοτάδι».
«Άλκη, συνειδητοποιείς ότι για πρώτη φορά περιγράφεις το περιστατικό μόλις σε 2 λεπτά; Τη στιγμή που την πρώτη φορά μιλούσες επί 50 λεπτά και έτρεμες. Αυτό σημαίνει ότι έχεις αποδεχτεί το γεγονός. Ότι κατάλαβες πως είναι κάτι που μπορεί να συμβεί στον καθένα και δεν πρέπει να σε κρατάει δέσμιο. Άντε, πήγαινε τώρα να ετοιμαστείς», του είπε χαμογελώντας και ο Άλκης άρπαξε το σακίδιο πλάτης και πήγε να βάλει το μαγιό του.

Την ίδια στιγμή ο Νικολάου έβγαλε το μπλοκ σημειώσεων και άρχισε να το ξεφυλλίζει.
«1η Περίπτωση: Φόβος – Ασανσέρ ….
2η Περίπτωση: Φόβος – Πολυκοσμία …
3η Περίπτωση: Φόβος – Κατσαρίδες …
4η Περίπτωση: Φόβος – Νερό … »

Εδώ είμαστε, σκέφτηκε και άρχισε να γράφει.

«Έτοιμος», ακούστηκε γεμάτη θάρρος η φωνή του Άλκη.
«Ωραία. Πάμε να βουτήξεις», απάντησε ο Νικολάου και κατευθύνθηκαν στην άκρη της λίμνης.
Ο Άλκης έκατσε κάτω, έβαλε τα πόδια του μέσα στο νερό και μετά από λίγα λεπτά βούτηξε ολόκληρος μέσα στη λίμνη. Αρχικά πιανόταν από την ακρολιμνιά και σταδιακά άρχισε να αφήνει ένα – ένα τα χέρια του και να τα κουνά για να επιπλέει. Τα μάτια του, ωστόσο, όλη την ώρα ήταν στυλωμένα πάνω στον ψυχολόγο. Ήθελε να νοιώθει ασφαλής σε περίπτωση που κάτι πήγαινε λάθος.

«1,2,3,4… 45,46,47 … 57,58, 59, 60 … 1,2,3,4 …», μετρούσε ο Νικολάου, «Μπράβο Άλκη, τα πας περίφημα», τον ενθάρρυνε και συνέχισε να μετράει. Ξαφνικά, ο Άλκης άρχισε να κουνάει πανικόβλητος χέρια – πόδια.

«Γιατρέ, βγάλε με. Δεν αντέχω άλλο», φώναξε στον Νικολάου που τον κοίταζε ατάραχος.
«Όχι! Μείνε εκεί να αντιμετωπίσεις τον φόβο σου. 1,2,3,4 … 18,19,20».
«Βοήθεια! Μη μου το κάνετε αυτό. Βγάλτε με! Σας Παρακαλώ».
Και τότε ο Νικολάου άκουσε ξανά την παιδική φωνούλα που εκλιπαρούσε τη μητέρα να τον βγάλει από το σκοτάδι.
«Όχι, πάλι στο σκοτάδι, μαμά».
«Σκάσε! Σταμάτα τις κλάψες. Τα κακά παιδιά πρέπει να τιμωρούνται!».
«Όχι!Όχι! Όχι, μαμάκα μου! Σε παρακαλώ! Θα’ μαι καλό παιδί».
«Είπα σκασμός! Εκεί θα μείνεις μέχρι να μάθεις να ακούς τη μαμά».
Και έμενε εκεί ο μικρός Στάθης. Έμενε μέσα στη ντουλάπα, παρέα με το σκοτάδι. Το σκοτάδι που φοβόταν. Και έμενε εκεί μέχρι που τον έπαιρνε ο ύπνος και με το μικρό του μυαλουδάκι νικούσε το σκοτάδι.
«Κύριε Νικολάου! Βοήθεια! Πνίγομ….», η κραυγή του Άλκη τον έβγαλε από τις αναμνήσεις του.
«Όχι.», ούρλιαξε ο ψυχολόγος, «Μείνε εκεί και αντιμετώπισε τον φόβο σου. Όπως τον αντιμετώπισα και εγώ», του φώναξε και έμεινε εκεί ψυχρός να τον κοιτάει να παλεύει για τη ζωή του.
«Δεν αντεχ…», είπε ο Άλκης και το σώμα του άρχισε να βουλιάζει.
«Πνίγ…», ήταν τα τελευταία του λόγια και το σώμα του χάθηκε στο βυθό της λίμνης.

Ο Νικολάου έβγαλε το μπλοκ σημειώσεων, το ξεφύλλισε και άρχισε να γράφει:
«4η Περίπτωση: Φόβος – Νερό
Χρόνος παραμονής στο νερό: 3 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα
Χρόνος διάρκειας πανικού: 7 λεπτά και 39 δευτερόλεπτα
Χρόνος αποδοχής μοιραίου: 2 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα
Χρόνος θανάτου: 1 λεπτό
Συνολικός χρόνος: 14 λεπτά και 04 δευτερόλεπτα».

«Άντεξε περισσότερο από τις προηγούμενες περιπτώσεις», μονολόγησε και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητο. Άφησε το μπλοκ στη θέση του συνοδηγού και πριν προλάβει να βάλει μπροστά χτύπησε το κινητό του.

«Νικολάου, παρακαλώ».
«Φυσικά, όποτε θέλετε. Ποια είναι η φοβία σας;».
«Ωραία, σε δύο ώρες στο γραφείο μου, σας βολεύει;».
«Ναι, σωστά, αυτή είναι η διεύθυνση. Τα λέμε από κοντά».
«5η Περίπτωση: Φόβος – Ύψος», έγραψε στο μπλοκ σημειώσεων και ξεκίνησε για το γραφείο του.