Έβρεχε. Πάλι έβρεχε. Η Χαρά είχε βαρεθεί τη βροχή. Και τα σύννεφα. Και τη μουντάδα ολούθε. Αυτή η αναθεματισμένη μουντάδα, που απλωνόταν από τον ουρανό, γέμιζε την πλάση και τα μάτια της και προσγειωνόταν κατευθείαν στην καρδιά της!
Είχε, ήδη, τρεισήμισι χρόνια εδώ. Μα ένιωθε πως είχαν περάσει δεκαετίες. Το Λονδίνο δεν της άρεσε. Θυμόταν πως, πριν τρία χρόνια ήρθε ένα βράδυ ο πατέρας και την ξύπνησε. Ταξίδευε συχνά ο πατέρας, στο Διπλωματικό Σώμα. Έλειπε μήνες ολάκερους αλλά δεν την ξεχνούσε, της έγραφε και την έπαιρνε στο τηλέφωνο συχνά. Εκείνο το βράδυ την ξύπνησε και την αγκάλιασε, λέγοντας της πως το πρωί θα πήγαιναν μια μεγάλη βόλτα.
Έτσι κι έγινε, πήγαν βόλτα. Την επόμενη μέρα ο πατέρας είχε γενέθλια, 12 Ιανουαρίου του 1932. Της εξήγησε ότι θα έπρεπε να μετακομίσουν, γιατί οι κυβερνήτες και ο Βασιλιάς του είχαν κάνει μεγάλη τιμή: Θα τον έστελναν πρέσβη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή τη φορά, δε θα έλειπε για μήνες. Αυτή τη φορά, έπρεπε η Χαρά να πάει μαζί του, μαζί με τη μαμά και το στερνοπούλι τους, το Στέλιο, που ακόμα δεν είχε πάει σχολείο.
Στενοχωρήθηκε η Χαρά. Θα έχανε τους φίλους της. Μα, ούτως ή άλλως δεν θα τους ξανάβρισκε κι όλους, έτσι ήταν και το ‘ξερε. Το σχολείο τελείωνε σε μερικούς μήνες και στο Γυμνάσιο δεν θα συνέχιζαν αρκετοί – ειδικά τα κορίτσια ήταν δυσεύρετα στις πιο μεγάλες τάξεις, έπρεπε να ορμηνευτούν για να κρατήσουν το σπίτι τους μεθαύριο, όχι να τους φουσκώνουν το κεφάλι οι δάσκαλοι, έτσι λέγανε οι μανάδες και οι γιαγιάδες τότε.
Την επόμενη εβδομάδα, ετοιμάστηκε και τους αποχαιρέτησε όλους, όλους! Ακόμα και τον κεκέ το Δημητράκη ο οποίος της έδωσε ένα γαρίφαλο και της ευχήθηκε «Κα-κα-κα-καλό ταξίδι Χαρούλα!» …Και κίνησαν για Λονδίνο οικογενειακώς.

Το Λονδίνο ήταν χάλια. Το «άντεργκράουντ» που έμοιαζε με τον Ηλεκτρικό στην Αθήνα μα ήταν σχεδόν παντού κάτω από τη γη μύριζε μασχαλίλα, κρασί και εμετό. Οι μεγάλοι φαινόντουσαν αγέλαστοι κι ακούνητοι στη Χαρά. Τα παιδιά φορούσαν και κει ποδιές αλλά δεν ήταν σαν τους φίλους της. Πολύ σοβαρά ήταν, ανέκφραστα σχεδόν και όταν πήγαινες να τους χαιρετήσεις, να τους αγκαλιάσεις και να τους φιλήσεις, σαν να αηδίαζαν!
Την φώναζαν «Χαρά, δε Γκρικ» και οι συμμαθήτριές της την κοίταζαν λίγο ψηλομύτικα, τι δουλειά είχε αυτό το Ελληνάκι στο λαμπρό σχολείο που είχε γιους και κόρες επιχειρηματιών, διπλωματών και αρχοντάδων; Έλα ντε, τι δουλειά είχε…και η Χαρά το αναρωτιόταν αυτό. Καλή μαθήτρια ήτανε, αλλά τι να το κάνεις. Πολλή σνομπαρία, λίγοι οι καλοί φίλοι και φίλες της Χαράς. Α, και πολλή βροχή, δεν ‘είν έτσι;

Πέρασαν οι μήνες και φτάσαμε στο σήμερα. Η Χαρά πριν μερικές μέρες έκλεισε τα δεκαέξι, θεωρούσε μάλιστα κατόρθωμα το ότι έκανε πάρτι και ήρθαν αρκετοί συμμαθητές της. Την πρώτη χρονιά τα γενέθλια ήταν σε κλειστό, πιο κλειστό δε γίνεται, κύκλο. Τώρα, σαν κάτι να σάλευε, κάτι να κουνιόταν…
Μια μέρα, λίγο μετά το Πάσχα των Άγγλων ήτανε αυτό, δηλαδή 3 βδομάδες μετά από το Πάσχα το δικό τους που το γιορτάζανε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αγίας Σοφίας, στο σχολείο ήρθε ένα χλωμό αγόρι με κόκκινα μάγουλα, ο Τζίμυ. Δεν είχε μόνο κόκκινα μάγουλα και ξανθοκόκκινα μαλλιά, είχε και δυο μάτια σαν τροπικούς ωκεανούς, γαλαζοπράσινα, σαν σμαράγδια και ζαφείρια μαζί, καθώς και μια αύρα εξωτική στο βλέμμα του.
Μπήκε μέσα η Μινέρβα Μπαχτινς, η διευθύντρια τους και τους είπε ότι ο Τζίμυ ήταν «temporary transfer student», δηλαδή προσωρινός μαθητής που θα έμενε εδώ για ένα τρίμηνο και είχε έρθει από την Αυστραλία.
Η Χαρά, τον συμπάθησε από την πρώτη μέρα. Θες το ότι η προφορά του ακουγόταν πιο αστεία και από τη δική της; Θες ότι ήταν ντροπαλός και τα μάγουλά του κοκκίνιζαν μέχρι να πεις «κύμινο»; Θες ότι είχε ένα λακκάκι στο πηγούνι; Πολλά μπορεί να φταίγανε, πάντως την έκανε να νιώθει σα να είχε φύγει από το Λονδίνο και να είχε ταξιδέψει σε μακρινά μέρη της Αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ο Τζίμυ ήταν από τους πρώτους που είχε μπει σε αεροπλάνο στην Αυστραλία – συνολικά, είχε χρειαστεί δύο μέρες για να έρθει στο Λονδίνο, τόσο μακριά ήταν, φαντάσου φίλε μου!
Ο Τζίμυ, στην ηλικία της ήταν, οχτώ μήνες την πέρναγε, τη γέμισε ιστορίες. Για τα μαγικά ζώα που χοροπηδούσαν ακόμα και μέσα στις πόλεις, τα καγκουρό, για τα ζώα στα αγροκτήματα και τους κυνηγούς που έφερναν προμήθειες για το καλοκαίρι (ναι, το καλοκαίρι ήταν χειμώνας εκεί!), για άγριες ζούγκλες στις οποίες ζούσαν ιθαγενείς που κυκλοφορούσαν γυμνοί και γυμνές.
Και η Χαρά ανταπέδιδε με ιστορίες δικές της, φίλων της και αυτά που θυμόταν από τις γιαγιάδες που δεν έβαζαν γλώσσα μέσα τους. Μέρα με τη μέρα, ιστορία με την ιστορία, ερχόντουσαν πιο κοντά τα δύο δεκαεξάχρονα παιδιά. Αυτή, είχε πλέον ερωτευτεί τον εξωτισμό του Τζίμυ. Αυτός, είχε μαγευτεί από την εκδηλωτική, γελαστή, μελαχρινή Ελληνίδα με τα κατάμαυρα μαλλιά να πέφτουν μπούκλες-μπούκλες στους ώμους της.
Μια μέρα, εκεί που είχαν τελειώσει τα διαβάσματά τους και συζητάγανε πάλι για τους ιθαγενείς και τα έθιμα τους, με μάγουλα έτοιμα να σκάσουν από το πολύ κοκκινάδι, ο Τζίμυ ρώτησε τη Χαρά αν ήθελε να παίξουν, να κάμουν πως ήταν ιθαγενείς.
Και η Χαρά συμφώνησε. Και βρέθηκαν τσίτσιδα το αγόρι και το κορίτσι, ένα Σάββατο του Μαΐου εκείνου, με τους γονείς να είναι στις ιπποδρομίες όλη μέρα και να συγχρωτίζονται με επίσημους κι επίσημες με φράκα και καπελαδούρες.
Και δεν έμειναν μόνο στο να κοιτάνε. Αργά, διστακτικά, γελώντας, ανακάλυψαν περισσότερα απ’ ότι υπολόγιζαν εκείνο το απόγευμα. Για εβδομάδες, δύο γαλαζοπράσινες λίμνες ήθελαν να σμίξουν με ένα μαύρο καταρράκτη από μπούκλες, μα δίσταζαν – δε γνωρίζονταν καλά, δεν ήξεραν το σώμα τους, αυτά ήταν για πιο μεγάλους. Σταδιακά όμως, άρχισε να μοιάζει απόλυτα φυσικό, σα να ήταν προορισμένοι για κάτι τέτοιο από γεννησιμιού τους.
Και η Χαρά με τον Τζίμυ πέταξαν στον έβδομο ουρανό και έμειναν εκεί για ώρες. Ο Μάιος, να πάρει η ευχή, ήταν μήνας εξετάσεων και δεν βρήκαν ποτέ το χρόνο, μονάχοι τους, να βυθιστούν ξανά σ’ αυτό το άγνωστο, πρωτόγνωρο συναίσθημα, όταν ενώθηκαν τα εφηβικά κορμιά τους.

Οι εξετάσεις ξεκίνησαν, προχώρησαν και πέρασαν. Ο Ιούνιος ήρθε, και μαζί μ’ αυτόν πλησίαζε γοργά και η μέρα που ο Τζίμυ, χέρι-χέρι με τον διπλωμάτη πατέρα του, θα έπρεπε να μπουν στο αεροπλάνο και να γυρίσουν εκεί πίσω – στην άκρη της πλάσης, σε έναν κόσμο άλλο, μαγικό και μακρινό.
Η Χαρά τον συνάντησε για τελευταία φορά το βράδυ πριν φύγει. Μιλήσανε πολύ, ως συνήθως, μα δεν έκαναν τίποτα παραπάνω, στο σαλόνι άλλωστε ήταν οι γονείς της Χαράς. Και τότε, τον ρώτησε, στα Εγγλέζικα: «Θα με πάρεις μαζί σου;»
Κι αυτός, λυπημένος όσο ποτέ άλλοτε, με τα μάτια του έτοιμα να αλλάξουν χρώμα και να γίνουν μαύρα από τη στενοχώρια, της απάντησε «Δυστυχώς δε μπορώ. Δε θα με άφηνε ποτέ ο πατέρας». Όμως, της υποσχέθηκε ότι θα της γράφει συχνά και, όποτε μπορεί, θα την παίρνει τηλέφωνο.
Έτσι κι έγινε, μα όχι για πάντα. Με τους μήνες και τα χρόνια ατόνησαν οι επαφές τους, ίσως γιατί ο εφηβικός ενθουσιασμός για το εξωτικό και το απαγορευμένο κάποια στιγμή έδωσε τη θέση του στο ρεαλισμό – ήταν, τόσο, μα τόσο μακριά ο ένας απ’ την άλλην.

Η Χαρά γύρισε στην Ελλάδα όταν τελείωσε το σχολείο, σπούδασε, παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδάκια… και μια μέρα, τρίτη είδηση στην πρώτη σελίδα της «ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ», διάβασε, συνοδεία φωτογραφίας, πως ο Τζέιμς Κάλλιστερ ορκίστηκε νέος Κυβερνήτης του Βασιλιά στην Αυστραλία. Κάκιζε την τύχη της που η φωτογραφία ήταν ασπρόμαυρη, γιατί εκεί, μπροστά της, είχε εκείνο το αγόρι με τα γαλαζοπράσινα μάτια που, όταν πήγαιναν ακόμη σχολείο, του ζήτησε να την πάρει μαζί του.

Αυτό το φύλλο της εφημερίδας, η Χαρά, το φύλαξε σε ένα κουτί με ενθύμια και δεν το πέταξε ποτέ.